Μια μικρή περιδιάβαση στην ιστορία του τόπου αποδεικνύει πως η βία, ακόμη και κάποιες τυφλές εκδοχές της, ήταν πάντα ένα (παράπλευρο έστω) συστατικό στοιχείο των εγχώριων δυναμικών λαϊκών κινητοποιήσεων - είτε πρόκειται για τις επιθέσεις των αγροτών του Κιλελέρ στα τρένα που διέσχιζαν τον θεσσαλικό κάμπο, είτε για τη χρήση πιστολιών στην απεργία των τσιγαράδων του 1906, είτε για τον πετροπόλεμο και τα «νεράντζια με ξυραφάκια» στις διαδηλώσεις του 1954-56 για το κυπριακό.

Θυμίζουμε ένα τέτοιο βίαιο, ξεχασμένο αλλά νικηφόρο περιστατικό. Πρόκειται για την καπνεργατική απεργία του 1896 στην (οθωμανική ακόμη) Καβάλα, όπως την κατέγραψε σε στίχους ο απεργός Ανδρίκος Βέττας. Δημοσιεύθηκε στην ποιητική συλλογή του «Σένα τα λέγω πεθερά, για να τ’ ακούει η νύφη» (Κωνσταντινούπολη 1899) που επανεκδόθηκε το 2001 από το Ιστορικό και Λογοτεχνικό Αρχείο Καβάλας.

Η αφήγηση ξεκινάει με την ξαφνική απόφαση των εργοδοτών να μετακυλίσουν στους καπνεργάτες το κόστος της (τότε) οικονομικής κρίσης με περικοπές στα μεροκάματά τους:

«Σαράντα χρόνια στα καπνά ασπρίσαν τα μαλλιά μου

στον νου μου δεν το έβαζα πως θά ‘βρω τον μπελιά μου.

Μα τώρα στα γεράματα στα τωρινά μας χρόνια

αρχίσαν να γλυκολαλούν της πτώχειας τα αηδόνια.

Τον αλλαφράγκα Αύγουστον, στην πρώτη του ημέρα

είπον, τα μερομίσθια μας τάχουνε σπασμένα.

Δεν φτάνουν τόσα βάσανα οι μαύροι που τραβούμε

μας δείχνουν το μονόπετρο, να πάμε να πνιγούμε».

Η αντίδραση δεν άργησε να ‘ρθει, με τα μόνα όπλα που έχουν στα χέρια τους οι μισθωτοί - την απεργία και τη διαδήλωση:

«Ημέρα Πέμπτη ήτονε κι η ώρα ως εβδόμη

όλ’ οι εργάται του καπνού ήλθον εις μίαν γνώμη.

Τους βλέπεις όλους μονομιάς, αρπάζουν τα σακάκια

και γέμισαν σε μια στιγμή Καβάλας τα σοκάκια».

Απ’ τ’ Αλατά το μαγαζί και ίσα με τη λέσχη

να ‘παιρνες μήλο να ‘ριχνες, δεν είχε πού να πέσει.

Όλη η Καβάλα τρόμαξε, τι γίνεται δεν ξέρει

έβλεπαν τόσον πληθυσμόν και νόμιζαν ασκέρι».

Η Καβάλα εκείνα τα χρόνια ήταν μια πόλη πολυεθνική, πολύγλωσση και πολύθρησκη. Εξίσου πολυεθνικό είναι και το πλήθος των απεργών:

«Τούρκοι, Εβραίοι, Χριστιανοί, και Γύφτοι και Αρμένοι

σα να τους είχε ολουνούς μια μάνα γεννημένοι».

Σε αντίθεση προς τις «δημοκρατικές» ευαισθησίες των σημερινών τηλεπαραθύρων, δεν τίθεται φυσικά ζήτημα σεβασμού του «δικαιώματος στην (απεργοσπαστική) εργασία»:

«Όλοι οι τενκτσήδες άφησαν τα καταστήματά τους

και με φωνές και με βρισιές, μπροστά στ’ αφεντικά τους.

Κι όσοι δεν ήθελαν να βγουν, άκουες ένα γιούργια,

Και με γρονθιές και με κλωτσιές, τους βγάζαν σα γαϊδούρια».

Για τους παρατυχόντες αστούς, όπως κάποιον Διονύσιο (αγνώστων λοιπών στοιχείων, που διέθετε όμως καβάση, δηλαδή σωματοφύλακα), τα πράγματα ζορίζουν:

«Αίφνης ακούω ταραχή, και όχλος να φωνάζει

βλέπω τον Διονύσιον, μαζί με τον καβάση.

Ήτον απ’ έξω στη Ρεζή και περικυκλωμένος

την όψιν κατακίτρινος σαν μισοπεθαμένος.

Μόνο φωνές που άκουα, του όχλου «βούρουν, βούρουν»

πεντέξι δε τριγύρω του τους απαντούσαν "ντούρουν"».

Επόμενος στόχος των διαδηλωτών το Μονοπώλιο του Καπνού κι οι υπάλληλοί του:

«Από εκεί κινήσαμε μεσ’ στο μονοπωλείον

κλείσαν τες πόρτες, νόμιζαν πως ήτονε σχολείον.

Αι πόρτες κομματιάστηκαν, οι πέτρες σαν χαλάζι

απ’ τες φωνές και το κακό το μαγαζί τρομάζει.

Τους βγάλανε με τες κλωτσιές κι αυτούς τους διπλωμάτες

και μας ακολουθούσανε σαν μαδημένες γάτες».

Από τη μια η μαζική βία των απεργών, από την άλλη η βία της εργοδοσίας και των επιστατών της. Η στάση των τελευταίων θα κριθεί -στο επίπεδο των στερεοτύπων τουλάχιστον- και από τον εθνοτικό παράγοντα:

«Από εκεί κινήσαμε στον Τριανταφυλλίδη

τους βγάλαμε με μια μορφιά, ώσπου να πεις κρομμύδι.

Στου Μαήρ δε το μαγαζί εβγήκανε μονάχοι

γιατί εκεί επιστατούν πονηρεμένοι Βλάχοι.

Στου Αρβανίτ’ το μαγαζί, εκεί αντισταθήκαν

νομίσαν κάτι κάμουνε, μα τον μπελά τους βρήκαν.

Ας πάγει όποιος πιθυμεί και ας παρατηρήσει

κι αν βρει παράθυρο γερό, ας έρθει να με φτύσει».

Οι δυνάμεις καταστολής επεμβαίνουν. Παρά τη μικρή δύναμή τους (ένας εκατόνταρχος και πέντε χωροφύλακες) διαθέτουν αρκετή επιβολή για να διαλύσουν, τουλάχιστον στο συγκεκριμένο σημείο, τους διαδηλωτές:

«Μεσ’ στου Χατζή Σεκήραα, σ’ ένα στενό σοκάκι

εκεί μας πήραν μυρωδιά, ‘πό μέσα απ’ το κονάκι.

Σπάσαμε τα παράθυρα και πόρτες και ριζέδες

μας πρόκανε κι ο Γιουζ Μπασής με πέντε ζαπτιέδες.

Κι εκείνοι ως τους είδανε το κόψαν λάσπη, δρόμο

κι έμεινα μόνος όρθιος με το παλτό στον ώμο

μα πρόκανα και ξέφυγα, αν μ’ έβαζαν στο χέρι

τι κοντακιές θα έτρωγα ένας Θεός το ξέρει».

Η απεργία τελικά θα νικήσει χάρη στη μεσολαβητική παρέμβαση των τοπικών αρχών. Ο τοπικός διοικητής (καϊμακάμης) θα κατεβάσει τον τακτικό στρατό κι εν συνεχεία θα επιδιαιτητεύσει μεταξύ εργοδοτών κι απεργών, αποκαθιστώντας το δίκιο των μισθωτών και την εμπιστοσύνη τους στην έννομη τάξη. Η απεργία θεωρήθηκε «εκμέκ καβγασί» (καβγάς για το ψωμί) και τα αδικήματα των διαδηλωτών δεν διώχθηκαν. Το αντίθετο δηλαδή απ’ ό,τι συμβαίνει στους δικούς μας καιρούς, τους (θεωρητικά τουλάχιστον) δημοκρατικότερους και πιο φιλεργατικούς απ’ την απολυταρχία του σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ.

Τάσος Κωστόπουλος

 

Mustafa