Ο φριχτός θάνατος του παιδιού των δυόμισι ετών στο ίδρυμα του «Χαμόγελου του Παιδιού» από πνιγμό σε βόθρο(!), η ποινή κάθειρξης του «ισόβιου» προέδρου Κ. Λαλαούνη για κακοποίηση των ανηλίκων που υποτίθεται πως προστάτευε στο ίδρυμα που διατηρούσε, ο τρις βιασμός του 7χρονου παιδιού στο Παπάφειο Ίδρυμα από συντρόφιμό του και όλα τα περιστατικά που δεν ήρθαν στο φως της δημοσιότητας, αφού αυτός είναι ο κανόνας -να μένουν στο σκοτάδι δεκάδες ή εκατοντάδες περιπτώσεις ενδοϊδρυματικής βίας και κακοποίησης κάθε μορφής- αποτελούν πια τη σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι με τον τρόπο λειτουργίας των ιδρυμάτων και την αδιαφορία της πολιτείας στην εφαρμογή του θεσμού της αναδοχής ανηλίκων.

Από το 2013, με αφορμή τη συμμετοχή μου σε ίδρυμα παιδικής προστασίας και της άμεσης γνώσης της ασυδοσίας που διατρέχει τη λειτουργία του, ενημέρωσα κάθε θεσμικό όργανο, όπως η Εισαγγελία του Αρείου Πάγου και του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το υπουργείο Κοινωνικής Αλληλεγγύης, ο Συνήγορος του Παιδιού, η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας και ο δήμος Θεσσαλονίκης, ζητώντας να πράξουν το αυτονόητο. Να κινητοποιηθούν ώστε να επιβληθεί η νομιμότητα με την ψήφιση νομοθεσίας για τις αναγκαίες προδιαγραφές σύστασης και λειτουργίας των ιδρυμάτων, ώστε να μην μπορεί ο καθένας συστήνοντας ένα εικονικό σωματείο με είκοσι γνωστούς του ή μια αστική εταιρεία, να δημιουργεί δομή-φορέα και να θεωρεί τον εαυτό του «πατέρα ή μητέρα» ξένων παιδιών, εφαρμόζοντας τη δική του παιδαγωγική πολιτική, ατεκμηρίωτα και ανεξέλεγκτα, όπως σήμερα συμβαίνει. Η «ισοβιότητα» προέδρων και συγκεκριμένων στελεχών σε τέτοιες δομές, καταδεικνύει ακριβώς ότι δεν πρόκειται για συλλογικές προσπάθειες συνήθως, αλλά για «ενός ανδρός αρχή», αγνώστων ή υπόπτων μερικές φορές κινήτρων.

Η πραγματικότητα που διατρέχει σήμερα τον χώρο της παιδικής προστασίας είναι τραγική και θλιβερή. Ελλείψει οποιασδήποτε άλλης δυνατότητας κοινωνικής προστασίας, τα παιδιά που απομένουν χωρίς γονικό περιβάλλον για οποιοδήποτε λόγο, εισάγονται με εισαγγελικές ενέργειες και δικαστικές αποφάσεις σε ιδρύματα. Αλλά σε ποια ιδρύματα; Το μόνο κριτήριο «καταλληλότητας» είναι να έχουν θέσεις υποδοχής παιδιών και κανένα άλλο, καθώς κανένα ίδρυμα δεν έχει άδεια λειτουργίας και εγκεκριμένο από δημόσιο φορέα εσωτερικό κανονισμό λειτουργίας, άρα δεν υπάρχει καμιά εγγύηση για το εάν ο φορέας αυτός θα λειτουργήσει τελικά προς το συμφέρον του παιδιού. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι Εισαγγελείς Ανηλίκων ουδέποτε ή ελάχιστες φορές επισκέπτονται ιδρύματα για να ελέγξουν το περιβάλλον ανατροφής των παιδιών, αγνοούν τα συστατικά τους έγγραφα και τους κανονισμούς λειτουργίας, δεν διατηρούν καμιά διασύνδεση με τα ελεγκτικά όργανα (!) για τα ιδιωτικά ιδρύματα που είναι τα τμήματα Κοινωνικών Συμβούλων των Περιφερειακών Ενοτήτων, και οπωσδήποτε γνωρίζουν ότι στέλνουν τα παιδιά κάπου όπου δεν υπάρχει καμιά επίσημη πιστοποίηση καταλληλότητας.

Δεν υπάρχει όμως καμιά εναλλακτική λύση. Οι έλεγχοι στα ιδρύματα από τους κοινωνικούς συμβούλους είναι τυπικοί, βάσει ενός αναχρονιστικού εντύπου και δεν υπεισέρχονται ποτέ στην ουσία ανατροφής των παιδιών αυτών. Ουδέποτε οι κοινωνικοί σύμβουλοι των Περιφερειών διασφαλίζουν μια προσωπική επικοινωνία με τα παιδιά που ανατρέφονται στα ιδρύματα χωρίς την παρουσία υπαλλήλων ή διοικητικών στελεχών, άρα δεν μπορεί να εκμαιευθεί κανένα παράπονο, καμιά δυσλειτουργία.

Η υπόθεση Λαλαούνη αποδεικνύει ακριβώς, και πέρα από τις ευθύνες που μπορεί να αποδοθούν στον Συνήγορο του Παιδιού κ. Μόσχο, γιατί έπρεπε να γνωρίζει από την εμπειρία του ότι κανείς δεν είναι υπεράνω πάσης υποψίας, ότι τα καθ' ύλην αρμόδια όργανα «αγρόν ηγόραζαν», καθώς επέτρεπαν σε μια δομή όπου ανατρέφονταν ανήλικοι να λειτουργεί χωρίς κανένα έλεγχο, πράγμα που δεν δικαιολογεί ούτε η κακώς εννοούμενη συναδελφικότητα με τον Λαλαούνη (ήταν επιμελητής ανηλίκων) ούτε η δήθεν ιδιότητά του ως πολίτη «υπεράνω πάσης υποψίας». Αντίστοιχη άλλωστε φαίνεται να είναι η λογική των ελεγκτικών μηχανισμών απέναντι στο Παπάφειο Ίδρυμα Θεσσαλονίκης, το οποίο ίσως λόγω της ισόβιας προεδρίας του εκάστοτε μεγαλόσχημου ιεράρχη, θεωρείται σχεδόν «ταμπού» ως προς την υποχρεωτικότητα των ελέγχων κάθε μορφής. Πότε ελέγχθηκε τελευταία φορά το Παπάφειο Ίδρυμα και ποιο ήταν το πόρισμα του ελέγχου για τις συνθήκες διαβίωσης και ανατροφής των παιδιών που «περιθάλπει»; Επιτέλους έγινε ένας -τουλάχιστον- βιασμός παιδιού εκεί μέσα. Κανείς δεν θα συγκινηθεί; Ακόμη και ένας ψίθυρος πρέπει να κινητοποιεί τους μηχανισμούς γιατί πρόκειται για προστασία παιδιών.

Ας μην παραλείψουμε και μια ακόμη «σκοτεινή» αλήθεια. Οι εργαζόμενοι στους φορείς αυτούς, ακόμη και αν βλέπουν τρομερά πράγματα δεν τα κοινοποιούν ούτε καν στα αρμόδια όργανα (εισαγγελείς, περιφέρειες, υπουργεία) από τον φόβο της απόλυσης, όπως συνέβη στο Παπάφειο Ίδρυμα που ενώ η κοινωνική λειτουργός ανέφερε το συμβάν του βιασμού του ανήλικου στον διευθυντή και ενώ ο τελευταίος δεν έπραξε το καθήκον του αρχικά, η κοινωνική λειτουργός σιώπησε μέχρι να επαναληφθεί το γεγονός κ.ο.κ. Παράλληλα, οι δήμοι που έχουν την ευθύνη ελέγχου της διοικητικής και οικονομικής λειτουργίας των ιδρυμάτων, ούτε τα προσόντα ούτε τη βούληση έχουν να υπεισέλθουν σε σοβαρά ουσιαστικά θέματα οικονομικής διαχείρισης των μεγάλων πραγματικά περιουσιών ή χρηματικών δωρεών που κληροδοτούνται ή δωρίζονται σε ιδρύματα και ουδείς γνωρίζει αν τηρούνται και σε ποιο βαθμό οι επιθυμίες των κληροδοτών ή των δωρητών, αν όντως αξιοποιούνται οι περιουσίες αυτές προς τον καλύτερο δυνατό σκοπό, αφού οι διοικήσεις τα εκμεταλλεύονται κατά βούληση. Δεν ελέγχονται καν οι συνθήκες τήρησης καταστατικής νομιμότητας, δεν απαιτείται κανένας εκσυγχρονισμός καταστατικών εγγράφων ακόμη και εάν αυτά ανάγονται στις αρχές του 20ού αιώνα.

Το μεγαλύτερο όμως σκάνδαλο στον χώρο της παιδικής προστασίας είναι η σκόπιμη κωλυσιεργία, η αδράνεια και η αδιαφορία στο θεσμό της αναδοχής ανηλίκων. Ενώ το κράτος έχει θεσπισμένη νομοθεσία για την αποϊδρυματοποίηση εδώ και 25 χρόνια με το Π.Δ. 337/1993 που υπογράφει η αείμνηστη τότε υπουργός Μαρία Κυπριωτάκη–Περράκη, στο οποίο προβλέφθηκε αναλυτικά ο τρόπος λειτουργίας των αναδόχων οικογενειών ώστε κανένα παιδί τουλάχιστον κάτω των δέκα ετών να μην τοποθετείται σε ίδρυμα, καμιά από τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες του σχετικού υπουργείου, αλλά και τα ίδια τα ιδρύματα παιδικής προστασίας που με έμμεσο ή άμεσο τρόπο αρνούνται την εφαρμογή του παρά τη νομική τους υποχρέωση, δεν επιδίωξαν την εφαρμογή του.

Τι δουλειά είχε το άτυχο παιδάκι των δυόμισι ετών να βρίσκεται σε ίδρυμα με άλλα πολύ μεγαλύτερά του παιδιά, αντί να το φροντίζει μια ανάδοχη μητέρα σε ένα δικό του σπίτι με τους δικούς του ανθρώπους; Και ποιος τελικά θα δώσει λόγο για τον θάνατο αυτού του παιδιού που οφείλεται σε πολλές και «υψηλόβαθμες» εγκληματικές παραλείψεις; Για την κυρία Φωτίου, οι καλές προθέσεις δυστυχώς δεν αρκούν. Δεσμεύθηκε να προωθήσει το θέμα της αναδοχής και είμαστε ακόμη στο μηδέν. Ανακοίνωσε νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες που δεν χρειάζονται, ενώ αρκούν μερικές διορθώσεις στο ήδη υπάρχον νομοθετικό πλαίσιο και επιτέλους να εκδοθεί η υπουργική απόφαση που να ορίζει το περιεχόμενο της εκπαίδευσης των αναδόχων οικογενειών σύμφωνα με το Π.Δ. 86/2009. Οκτώ χρόνια και δεν έχει ακόμη εκδοθεί. Έλεος! Και η συγκεκριμένη υπουργός πάσχει επίσης δυστυχώς από το σύνδρομο του «αθηναϊσμού», του «ακαδημαϊσμού» και του «επιτροπισμού», δηλαδή της αναποτελεσματικότητας. Μόνο που αυτή η αναποτελεσματικότητα έχει θύματα.

Ας λάβουν επιτέλους μια πρωτοβουλία οι συλλογικοί φορείς όπως ο Σύνδεσμός Κοινωνικών Λειτουργών Ελλάδας και ας ξεκινήσουν σε συνεργασία με εκπαιδευτικούς οργανισμούς την επιμόρφωση και την κατάρτιση των κοινωνικών λειτουργών και ας κινητοποιηθούν φορείς για την ευαισθητοποίηση της κοινής γνώμης στον τομέα της αναδοχής. Για να εφαρμοστεί επιτέλους ο θεσμός των αναδόχων οικογενειών, διαδεδομένος σε όλο τον πολιτισμένο κόσμο, χρειάζεται εκπαιδευμένους επαγγελματίες της κοινωνικής εργασίας, επιμορφωμένες και πιστοποιημένες για την καταλληλότητά τους ανάδοχες οικογένειες και εξασφάλιση του συστήματος ελέγχου και εποπτείας. Ας γίνει επιτέλους κάτι. Ας μας βαρύνει λίγο η συλλογική συνενοχή.

Ελένη Γεώργαρου

νομικός τ. δικηγόρος Θεσσαλονίκης

εμπειρογνώμονας παιδικής προστασίας