Η Αλεξάνδρα είχε €70 στο πορτοφόλι της και με αυτά φιλοδοξούσε να αγοράσει ένα ζευγάρι παπούτσια από την αγορά της Τσιμισκή. Μπήκε στο κατάστημα που ήθελε, βρήκε το ζευγάρι που της άρεσε και κοίταξε την ταμπέλα με την τιμή του. Κόστιζαν €55. Χωρίς να το σκεφτεί πολύ, έδωσε τα χρήματα στο ταμείο και έφυγε. Της είχαν μείνει άλλα €15 για να ένα δείπνο με τον φίλο της.

Τα €15 που της περίσσεψαν, βέβαια, θα μπορούσε να τα είχε ξοδέψει στα παπούτσια της. Αν ο πωλητής, μάλιστα, ήξερε πόσα χρήματα ήταν διατεθειμένη να δώσει η Αλεξάνδρα, το πιθανότερο είναι πως λίγο πριν εκείνη μπει στο κατάστημα θα άλλαζε την ταμπέλα μπροστά από τα παπούτσια από €55 σε €70. Έτσι αυτός θα έβγαζε περισσότερο κέρδος και η Αλεξάνδρα θα μαγείρευε για να φάει σπίτι της. Αυτό δεν έγινε, όμως, γιατί ο πωλητής δεν ήξερε πόσα λεφτά είχε στο πορτοφόλι της η Αλεξάνδρα κι ούτε κι εκείνη μπήκε στο κατάστημα κρατώντας μια ταμπέλα με το ποσό που ήταν διατεθειμένη να πληρώσει. Τι θα γινόταν όμως αν η Αλεξάνδρα «κρατούσε», όντως, μια τέτοια ταμπέλα;

Σήμερα, όταν μια γυναίκα εισέρχεται σε ένα ηλεκτρονικό κατάστημα για αγορές ρούχων, ως διά μαγείας εμφανίζονται στην αρχική σελίδα τα ρούχα που ταιριάζουν στο μέγεθος και τα χρώματα που προτιμά. Κι όσο περισσότερο ερευνά τις αγορές της, τόσο πιο ακριβείς είναι και οι προτάσεις του καταστήματος. Γιατί το κατάστημα ξέρει. Και ξέρει γιατί διαβάζει τα cookies του υπολογιστή της, εκείνες δηλαδή τις πατημασιές που αφήνουμε πίσω μας όσο σερφάρουμε στο διαδίκτυο.

Αυτό τον χάρτη με τις πατημασιές μας τον χαρίζουμε απλόχερα στα sites με το που περνάμε το κατώφλι τους και πατάμε «ΟΚ» στο παραθυράκι που μας λέει ότι τα αποθηκεύει.

Το κατάστημα, όμως, δεν σταματά εκεί. Από την πρώτη στιγμή που θα μπει η γυναίκα του παραδείγματός μας μέσα, ξέρει την καταγωγή, την ηλικία, τον τόπο διαμονής και… τις προτιμήσεις της. Και τα ξέρει όχι μόνο λόγω των cookies της, αλλά και γιατί έχει «αγοράσει» τα δεδομένα της από κάποιον που τα «πουλούσε». Συνηθέστεροι τέτοιοι πωλητές είναι οι καταπληκτικές και δωρεάν εφαρμογές που κατεβάζουμε στο κινητό μας και οι οποίες το μοναδικό που ζητάνε είναι η πρόσβαση σε συγκεκριμένα δεδομένα. Κι εμείς χωρίς να το πολυσκεφτούμε, πατάμε “I Agree” και προχωράμε. «Και γιατί να μη δώσω τζάμπα τα δεδομένα μου, έχω κάνει κάτι παράνομο;» λέμε συνήθως από μέσα μας. Καταλήγει, λοιπόν, ο πωλητής για πρώτη φορά στην ιστορία της αγοράς να ξέρει τόσα πολλά για τον αγοραστή. Κι αυτό για τον τελευταίο δύναται να έχει ολέθριες συνέπειες.

Ο Mankiew, συγγραφέας του εγχειριδίου-βίβλου των οικονομικών, έγραφε πως η διακριτική πολιτική των τιμών, το να χρεώνω δηλαδή διαφορετικά δύο ανθρώπους για το ίδιο αντικείμενο βασιζόμενος λ.χ. στην οικονομική τους δυνατότητα, δεν μπορεί να ευνοήσει πολύ τα μονοπώλια γιατί «όταν μπαίνουμε σε ένα κατάστημα δεν κρατάμε μια ταμπέλα που να λέει πόσο μπορούμε και θέλουμε να πληρώσουμε». Σήμερα αυτή η ελάχιστη συνθήκη έχει αλλάξει.

Σύμφωνα με το ερευνητικό κέντρο I.D.C., τα δεδομένα που θα διαμοιράζονται στο διαδίκτυο το 2025 θα φτάνουν σε όγκο τα 180 Zetabytes. Αν δεν μπορείτε να συλλάβετε το μέγεθος, βάλτε 21 μηδενικά μετά το 180. Αν και πάλι σας είναι δύσκολο, απλώς φανταστείτε ότι τα δεδομένα αυτά για να φορτωθούν σε έναν υπολογιστή σήμερα, θα χρειαστούν 450 χρόνια. Και δε θα είναι μονάχα περισσότερα, αλλά και ποιοτικότερα. Θα είναι δεδομένα που θα αφορούν στα πάντα, από το ονοματεπώνυμό μας μέχρι και στην οικονομική μας δυνατότητα ή στη συνέπειά μας στην εξόφληση λογαριασμών και δανείων μας. Και τα καταστήματα -είτε αυτά που πουλάνε ρούχα είτε εκείνα που πουλάνε σπίτια και αυτοκίνητα- γνωρίζοντας τα πάντα για εμάς, θα μπορούν να μας στερούν όλο και περισσότερο πλεόνασμα, κοστολογώντας τα προϊόντα που επιθυμούμε με χειρουργική ακρίβεια. Θα μπορούν να τα τιμολογούν με βάση τις δυνατότητες που έχουμε σαν καταναλωτές και θα εξαντλούν τα περιθώρια κέρδους τους γιατί… θα μας ξέρουν. Και κάπως έτσι, στο τέλος της ημέρας εμείς θα αντλούμε τη μικρότερη δυνατή ωφέλεια από τα χρήματα που έχουμε στο πορτοφόλι μας, σε αντίθεση με τους παραγωγούς που θα κερδίζουν εις βάρος μας τη μέγιστη.

«Εφόσον το χρήμα παραμένει στην αγορά, δεν με νοιάζει αν το έχει ένας καταναλωτής ή ένας παραγωγός», θα έλεγε ένας οικονομολόγος για να κλείσει βολικά την κουβέντα. Ωστόσο ο κίνδυνος εκτείνεται πολύ πέρα από την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς. Οι επιχειρήσεις που θα κατέχουν τα δεδομένα θα είναι και εκείνες που θα παίζουν στην αγορά με ένα τεράστιο συγκριτικό πλεονέκτημα, καθιστώντας αδύνατη την είσοδο νέων παικτών. Έτσι, λοιπόν, οι νέες επιχειρήσεις ή που θα εγκαταλείψουν νωρίς τον αγώνα ή θα εξαγοραστούν από τα μεγαλύτερα ψάρια, που θα μεγαλώνουν ακόμα περισσότερο. Αυτό για την ακρίβεια δεν είναι σκηνή από το μέλλον. Ήδη γίνεται. Η Facebook, ένα από τα πέντε μεγαλύτερα ψάρια της παγκόσμιας οικονομίας (τα άλλα είναι η Amazon, η Google, η Microsoft και η Alphabet), εξαγόρασε το 2014 την υπηρεσία ανταλλαγής μηνυμάτων Whatsapp με το αστρονομικό ποσό των 22,4 δισ. δολαρίων. Η πράξη αυτή τράβηξε την προσοχή της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ανταγωνισμού εξαιτίας του περίεργα υψηλού ποσού.

Κάπως έτσι λοιπόν, χρόνο με το χρόνο, αφενός εμείς θα αδυνατίζουμε το πορτοφόλι μας στερούμενοι «οικονομική χρησιμότητα», αφετέρου η παγκόσμια αγορά θα γίνεται όλο και περισσότερο ολιγοπωλιακή. Θα βλέπουμε σιγά-σιγά τους πέντε γίγαντες να εξαπλώνουν τη δραστηριότητά τους σε όλο και μεγαλύτερο φάσμα παροχής εμπορευμάτων και υπηρεσιών. Θα τις δούμε να βγάζουν τηλεοπτικές σειρές και να «στήνουν» αλυσίδες σούπερ μάρκετ. Θα μας μαθαίνουν, θα προσαρμόζονται και θα μεγαλώνουν. Κι όλα αυτά γιατί εμείς δεν θα ξέρουμε πόσο κοστίζουμε.

Ένας λόγος που τα δεδομένα ανταλλάζονται με τόση μεγάλη ευκολία και ταχύτητα, είναι επειδή εμείς οι ίδιοι δεν ξέρουμε την αξία τους. Δεν ξέρουμε ακριβώς τι χρησιμότητα παρέχουν στον αγοραστή ούτε φυσικά γνωρίζουμε σε ποια τιμή αυτός τα μεταπωλεί. Εκτός από τιμή, όμως, τα δεδομένα δεν έχουν ούτε «κάτοχο». Μπορούν να τα έχουν χιλιάδες άνθρωποι ταυτόχρονα και εμείς να μην ξέρουμε σε ποιον πραγματικά ανήκουν. Η τοποθεσία μας -για παράδειγμα- όταν ενεργοποιήσουμε το GPS του αυτοκινήτου μας, μπορεί να είναι προσβάσιμη από την εταιρεία του δορυφόρου που μας εντοπίζει, την εταιρεία κινητής τηλεφωνίας που ενδεχομένως παρέχει το δίκτυο, την ίδια την εταιρεία που εμπορεύεται το αυτοκίνητο ή και την εταιρεία που το κατασκεύασε. Κι αν αυτή η ιστορία σάς φαίνεται σκηνή από το μέλλον, ίσως ήδη πήρατε μια γεύση όταν φτάνοντας στον καλοκαιρινό σας προορισμό ανοίξατε το κινητό σας και είδατε «χορηγούμενη» διαφήμιση από μαγαζί της περιοχής.

Χωρίς τιμή και κάτοχο, λοιπόν, τα δεδομένα θα ανταλλάσσονται σχεδόν τζάμπα. Κι αν υιοθετηθεί η λύση που ακούγεται και εφαρμόζεται σε μερικές χώρες για δωρεάν παραχώρηση «κουβάδων» με δεδομένα σε μικρές επιχειρήσεις για να ανταγωνιστούν τις μεγαλύτερες, δεν αποκλείεται να δούμε τα δεδομένα μας να αποκτούν χαρακτηριστικά δημοσίων αγαθών. Γιατί δηλαδή να πληρώσω για αυτά αφού όλοι μπορούν να τα έχουν;

Η λύση είναι πρωτίστως θεσμική. Η προστασία των δεδομένων και η απαγόρευση χρήσης τους για συγκεκριμένους σκοπούς, απασχολεί τα τελευταία χρόνια πολύ έντονα την ευρωπαϊκή –κυρίως- νομολογία. Η αναγόρευση της προστασίας των δεδομένων σε θεμελιώδες δικαίωμα-πυλώνα του ενωσιακού δικαίου, θα είναι το πρώτο βήμα για να προστατευτούν οι πολίτες σαν καταναλωτές και σαν άνθρωποι. Τεχνικές λύσεις με λογισμικά που να μπορούν να εντοπίζουν διακριτική πολιτική τιμών ήδη έχουν αρχίσει να αναπτύσσονται. Αυτό, πάντως, που σε κάθε περίπτωση προέχει, είναι εμείς οι ίδιοι να αρχίσουμε να δίνουμε στα προσωπικά μας δεδομένα την αξία που –δείχνουν να– έχουν.

Εν πάσει περιπτώσει, ας αρχίσουμε να συζητάμε για τις συνέπειες των ανεπαίσθητων «I agree» μας. Γιατί ποτέ στον παρελθόν κάτι τόσο εύκολο και φθηνό δεν απείλησε να μας βλάψει τόσο σοβαρά.

Πέτρος Τερζής