Στη μνήμη του εκλιπόντος Δημήτρη Σταθόπουλου, του θεσσαλονικιού ζωγράφου που έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην Ξάνθη και πέθανε στα 71 χρόνια του μετά από άνιση μάχη με την επάρατη νόσο, παραθέτουμε δύο δημοσιεύματα-συνομιλίες που είχαμε μέσα στα χρόνια.

«Δίνουν περισσότερη σημασία στο design ενός επίπλου παρά ενός πίνακα!»

Γνωστός, καταξιωμένος και ακάματος εργάτης του πολιτισμού της Ξάνθης εδώ και τριανταεπτά χρόνια, ο ζωγράφος Δημήτρης Σταθόπουλος έχει την τιμητική του αυτό τον μήνα. Η έκθεση έργων ζωγραφικής του εγκαινιάστηκε στις αρχές του Σεπτέμβρη, στα πλαίσια των πολιτιστικών και εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων του προγράμματος «Προσεγγίσεις στην εικαστική δημιουργία» και των «Εικαστικών περιπάτων» που διοργανώνει η Φ.Ε.Ξ. Έργα του θα εκτίθενται μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου στον πολυχώρο του βιβλιοπωλείου Παπασωτηρίου, στο Λαογραφικό Μουσείο Ξάνθης, στα καφέ «Αλχημείο», «Κοκόρι» και «Άνω κάτω», καθώς και στο εργαστήρι του ζωγράφου στην παλιά πόλη.

Γνωστός στον φιλότεχνο –και όχι μόνο- κόσμο της πόλης μας, παραγωγικός και χαμηλών τόνων ο κ. Σταθόπουλος, γεννήθηκε το 1946 στη Θεσσαλονίκη και κατοικεί στην Ξάνθη. Από το 1970 έχει πάρει μέρος σε διάφορες ομαδικές και ατομικές εκθέσεις: στο ινστιτούτο «Goethe» της Θεσσαλονίκης και σε Ξάνθη, Πειραιά, Καλαμαριά, Κηφισιά, Κομοτηνή, Στοκχόλμη και Μόναχο. Έχοντας κατακτήσει τα εκφραστικά μέσα του, στα έργα του επιβεβαιώνεται το γεγονός ότι πρόκειται για έναν σημαντικό δημιουργό.

Ο κ. Σταθόπουλος δηλώνει Ξανθιώτης, μετά από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες ζωής και προσφοράς στην πόλη: «Ζωγραφίζω από μικρό παιδί» λέει ξεκινώντας την κουβέντα μας, «αλλά τα έργα μου άρχισαν να διαμορφώνονται μετά τα 22 χρόνια μου. Τότε έπαψα να έχω επιρροές γνωστών ζωγράφων που αγαπώ, όπως οι Παραλής, Μανουσάκης, Βασιλείου, Τσαρούχης κ.α. Περισσότερο μετά το 1976 αρχίζουν να παρουσιάζονται δικά μου έργα που δεν μιμούνται κανέναν στην τεχνοτροπία ή στη θεματογραφία. Είναι θέματα από παλιά σπίτια (κυρίως προσόψεις), μαγαζιά, ξερά τοπία με χαμηλούς ορίζοντες και θάμνους. Στη δεκαετία του ‘80 παρουσιάζονται και πίνακες με παλιές πόρτες ή και ρολά μαγαζιών». Όσον αφορά την τεχνική του, ο ζωγράφος αιτιολογεί τη στροφή και σταθεροποίηση της προτίμησής του στην ακουαρέλα: «Ενώ παλιότερα δούλευα λάδια, πλαστικά και τέμπερες, από τη δεκαετία του ‘80 αφιερώνομαι στην ακουαρέλα, που έχει ένα ελαφρύ συνδετικό υλικό -το αραβικό κόμμι- και δουλεύεται διάφανη. Είναι δύσκολη τεχνική για πολλούς, όμως τα θέματα αυτά αποδίδονται καλύτερα με τη διαφάνειά της. Όσο για τα έργα μου, διακατέχονται από έναν προσωπικό ρεαλισμό που δεν είναι φωτογραφικός. Δεν αποδίδεται κάτι όπως σε φωτογραφία, αλλά πάντα υπάρχει μια μικρή αφαίρεση».

«Πρέπει να βγαίνει από μέσα σου το έργο»

Ρωτώντας τον κ. Σταθόπουλο για τα χνάρια που αφήνει πίσω της αυτή η διαδρομή, δηλώνει ότι το 1972 ήρθε στην Ξάνθη, έγινε υπάλληλος της βιομηχανίας ζάχαρης και συνέχιζε ανεπηρέαστος το έργο του. Το οποίο ακολουθεί τις δικές του συντεταγμένες: «Δεν έκανα ποτέ παραγγελίες κι απέφυγα τον συρμό. Είμαι λίγο εχθρός των γκαλερί γιατί κατευθύνουν τον καλλιτέχνη προς τα εκεί που θέλουν. Παρά την κούρασή μου, έφτιαξα ό,τι έβγαινε μέσα από τον εαυτό μου και το συστήνω στους άλλους: δεν ζωγραφίζω παλιά σπίτια επειδή είναι της μόδας ή θα πουλήσουν. Πρέπει να βγαίνει από μέσα σου το έργο. Από μικρός παρατηρούσα παλιά σπίτια, πεσμένους σοβάδες, χρώματα από βαψίματα που κάλυπτε το ένα το άλλο. Με τα χρόνια, με την επιμέλεια και βλέποντας πολλά έργα, τα σπουδάζουμε και δεν… μαϊμουδίζουμε».

Η Ξάνθη εκτίμησε πάρα πολύ το έργο του, αφού κι ο ίδιος επιβεβαιώνει ότι κάθε φορά που κάνει εκθέσεις υπάρχει μια μεγάλη ανταπόκριση από τον κόσμο. Τον βοήθησε όμως και το σκηνικό: «Πάρα πολύ με βοήθησε η όλη ατμόσφαιρα. Δε χορταίνω να περπατάω μέσα στην παλιά πόλη και συστήνω σε όλο τον κόσμο να νοιώσει αυτό το αίσθημα της ομορφιάς, σ’ αυτό τον διατηρητέο οικισμό που βοηθάει πάρα πολύ έναν καλλιτέχνη». Αναφορικά με τον κύκλο έργων της νέας έκθεσης, ο κ. Σταθόπουλος έκανε λόγο για «μια ενότητα δεκαπέντε έργων από τη Σαμοθράκη» και εξήγησε: «Πρόκειται για κάτι που έπρεπε να είχε γίνει από καιρό, αλλά έβλεπα απλώς τη Σαμοθράκη σαν… τόπο διακοπών. Όλα ήταν πάντα μέσα στο μυαλό μου κι έπρεπε κάποτε να συγκεντρωθούν και να παρουσιαστούν, κάτι που τελικά έγινε μέσα σε έξι-επτά μήνες. Πρόκειται για θέματα σε σκιά, φτιαγμένα με την τεχνική της ακουαρέλας και με διάφανη εργασία χωρίς χρήση λευκού, επάνω σε χαρτί. Δουλειά που κάνω χρόνια, χωρίς να γυρίζω πίσω σε άλλες τεχνικές». Για τη Σαμοθράκη ως πηγή έμπνευσής του, ο ζωγράφος δήλωσε: «Για μένα είναι τρόπος ζωής, για να μην χρησιμοποιήσω την ποδοσφαιρική ορολογία ότι είναι… θρησκεία. Πηγαίνω σε όλη την Ελλάδα, αλλά για να μείνω καιρό είναι μόνο η Σαμοθράκη. Είναι το κάτι άλλο! Εκεί δεν χαλαρώνω, είμαι συνέχεια σε εγρήγορση: περπάτημα, ψάρεμα και δημιουργία…».

«Λυπάμαι πολύ για το πολιτιστικό έλλειμμα»

Απέναντι σ’ έναν καταξιωμένο καλλιτέχνη και με πολύχρονη παρουσία, μοιραία ήρθε το ερώτημα: «Είδατε τον κόσμο ν’ αλλάζει. Ποια είναι άραγε η θέση της τέχνης σήμερα;». κι ο δημιουργός απαντά θαρρετά: «Ελάχιστα επηρεάστηκε από τις πολιτικές καταστάσεις και μεταβολές, υπάρχει όμως τελευταία μια τάση προς την αδιαφορία. Δεν φταίει ο κόσμος, υπεύθυνο είναι το κράτος κι η εκάστοτε κυβέρνηση για το αν θα παρουσιάζονται πολιτιστικές εκπομπές που θα στρέφουν τον κόσμο προς την τέχνη. Επίσης, σήμερα υπάρχει ακόμα περισσότερο ο μινιμαλισμός, σπίτια χωρίς να έχουν τίποτε στους τοίχους, μια παλιά, στραβή αντίληψη. Ακόμα και τότε που ο κόσμος έβαζε πίνακες, το έκανε με γνώμονα αν ταιριάζουν με τον καναπέ τους!... Η ομορφιά δεν πρέπει να επηρεάζεται από αυτά, ο κόσμος παίρνει ένα έργο γιατί θέλει να το έχει μπροστά του και να το βλέπει. Για στραβούς λόγους η μεγάλη μάζα έπαιρνε πίνακες και με το ίδιο σκεπτικό σήμερα αλλάζει κατεύθυνση και στρέφεται προς τον μινιμαλισμό και την αδιαφορία. Δίνουν περισσότερη σημασία στο design ενός επίπλου παρά ενός πίνακα! Όμως ο ζωγράφος δεν απογοητεύεται, κάνει τη δουλειά του κι αφήνει το έργο που πρέπει».

Ζητώντας από τον κ. Σταθόπουλο μια αυθόρμητη κατάθεση-επισήμανση για το τέλος, μας είπε εύγλωττα: «Αυτό που θέλω να κλείσει την κουβέντα μας είναι ότι ένας μεγάλος παράγοντας που κατευθύνει τον κόσμο σήμερα είναι η τηλεόραση, ίσως δευτερευόντως και το ραδιόφωνο. Υπάρχει μια τάση που επηρεάζει ακόμα και την κρατική τηλεόραση: τι έχει ακροαματικότητα και τι όχι. Δεν πρέπει να γίνονται εκπομπές για την ακροαματικότητα, αλλά για να προσφέρουν. Δεν πρέπει ν’ αποφεύγονται εκπομπές για την τέχνη. Λυπάμαι πολύ γι’ αυτό το έλλειμμα και θα ήθελα ν’ ακουστεί αυτό. Είναι υπεύθυνη η πολιτεία, όχι μόνο για την τηλεόρασή της αλλά και για το σχολείο, πρέπει να κάνει τον κόσμο ν’ αγαπήσει την τέχνη. Είναι ένα πασπαρτού, ένα κλειδί για να μπορέσει κανείς να γνωρίσει και ν’ αγαπήσει την τέχνη».

Με το έργο και κυρίως με τα λόγια και την παρουσία του, ο κ. Σταθόπουλος μας αφήνει με την αίσθηση εκείνων των γραφομένων μιας παλιάς πένας: «Η αληθινή αξία είναι σαν τα ποτάμια. Όσο βαθύτερα είναι, τόσο λιγότερο θόρυβο κάνουν»…

 

Δ. Σταθόπουλος: «Στον καιρό της μεγάλης κρίσης που διανύουμε, πρέπει να ανεβαίνει ο πολιτισμός»

Εν μέσω πλήθους φιλότεχνων εγκαινιάστηκε το απόγευμα της Κυριακής το νέο εργαστήρι ζωγραφικής του Δημήτρη Σταθόπουλου, που βρίσκεται πίσω από το ναό των Ταξιαρχών (Καβάκι).

Ο γνωστός και καταξιωμένος ζωγράφος που εδώ και 41 χρόνια επέλεξε να ζει και να δημιουργεί στην Ξάνθη (και επί 36 χρόνια το εργαστήριό του βρισκόταν στον ίδιο χώρο), υποδέχτηκε τους πολυπληθείς παριστάμενους στον πανέμορφο νέο χώρο δημιουργίας του, συζήτησε μαζί τους και τους ξενάγησε στον κόσμο των σπουδαίων έργων του. «Ο πολύ σπουδαίος, σημαντικός και αξιόλογος δημιουργός που έχει κατακτήσει τα εκφραστικά μέσα του και που καταγράφοντας με αγάπη στιγμές και απόψεις του καθημερινού κόσμου, δίνει μια σειρά από έργα δυνατά, λιτά και πάρα πολύ σημαντικά» σημειώνει για τον κ. Σταθόπουλο ο ιστορικός τέχνης Χάρης Καμπουρίδης.

«Το μέλλον είναι δυσοίωνο»

Σε συνομιλία μας στο περιθώριο των εγκαινίων, ο κ. Σταθόπουλος εξηγεί τους λόγους που τον ώθησαν στην αλλαγή έδρας, μετά από 36 ολόκληρα χρόνια. «Αυτή η αλλαγή προέκυψε για πολλούς λόγους» λέει. «Ένας –και κύριος- είναι το οικονομικό ζήτημα, καθώς διανύουμε μια δύσκολη περίοδο που δεν επιτρέπει να διατηρήσω το παλιό εργαστήριο, παρ’ ότι το ενοίκιο ήταν προσιτό. Από την άλλη, υπήρχε μεγάλη φασαρία από τα μπαράκια της περιοχής, τόση ώστε να μην μπορώ να συγκεντρωθώ πια και να δουλέψω μετά από 36 χρόνια εκεί, που μέχρι σχετικά πρόσφατα ήταν ήσυχα. Τέλος, κάθε χρόνο περνάω τέσσερις-πέντε μήνες στη Σαμοθράκη και δεν υπήρχε λόγος να κρατώ το εργαστήριο».

Τον καινούργιο χώρο παραχώρησε στον καλλιτέχνη ο διευθυντής των εκπαιδευτηρίων «Άξιον» Σταύρος Λίτσας, τον οποίο ο κ. Σταθόπουλος ευχαρίστησε και δημόσια. Όπως και «όλους τους παλιούς φίλους που είναι εδώ για να γνωρίσουν τον πολύ ωραίο χώρο του νέου εργαστηρίου». Τόνισε δε ότι «στον καιρό της μεγάλης κρίσης που διανύουμε πρέπει να ανεβαίνει ο πολιτισμός, γιατί αν δεν συμβαίνει αυτό, τότε η κρίση γίνεται πολύ χειρότερη» και πρόσθεσε: «Γι’ αυτό και εργάζομαι συνέχεια, βγάζοντας διαρκώς καινούργια πράγματα. Έμπνευση υπάρχει παρά τις στεναχώριες. Δεν μπορώ να σταματήσω και το περίεργο είναι ότι βγαίνουν και αισιόδοξα πράγματα, έργα που δεν είχα κάνει παλιότερα, δέντρα, θάλασσες, αρχαιότητες…».

Κλείσαμε τη συνομιλία μας, με τον κ. Σταθόπουλο να λέει: «Το μέλλον είναι δυσοίωνο, δεν βλέπω να βγαίνει τίποτε μέσα από αυτή την κατάσταση που επικρατεί και που αναμασιούνται διάφορα πράγματα. Είναι πολύ δύσκολο το πράγμα, πρέπει να αλλάξει κάτι ριζικά».

σ.σ. Πέρυσι (εδώ) έγινε η τελευταία έκθεση έργων του.

 

Mustafa