INDEXANTHI.GR
Αρθρογραφία

Ηχοχρώματα σε καθημερινή διαύγεια

Ηχόχρωμα πρώτο: Το χρώμα της βροχής

Ο δημοσιογράφος περιδιάβηκε τους οικισμούς, έναν-έναν. Βήμα-βήμα τους δρόμους τους, τοίχο-τοίχο τους αυλόγυρους των σπιτιών. Χέρι-χέρι με την ακατάπαυστη βροχή. Είχε ρεπορτάζ να κάνει σήμερα…

Στα καφενεία διακρίνονταν κάποιες ανθρώπινες μορφές. Η βροχή εμπόδιζε να φανούν καθαρά… Η βροχή γέμιζε την ατμόσφαιρα με τους ήχους και τα χρώματά της. Ωστόσο ο δημοσιογράφος μπορούσε να “ακούσει” ανάσες ή να “αντικρύσει” βλέμματα, χωρίς… συγκεκριμένο χρώμα…

Στις πόρτες των σπιτιών, στα καφενεία, στην άκρη των δρόμων… Οι καλημέρες που έδινε και έπαιρνε έπεφταν κάτω στα νερά της βροχής. Έφευγαν μαζί τους σιωπηλά, μαζί με τα άχρωμα χαμόγελα… Μαζί έφευγαν… Άχρωμα χαμόγελα, άχρωμα λόγια, άχρωμος τόνος φωνής…

– Εδώ είναι ο τόπος της σιωπής, κύριε δημοσιογράφε. Τρώω, κοιμάμαι, ξυπνώ, συλλαβίζω τρεις-τέσσερις λέξεις -τις ίδιες καθημερινά- προς τον εαυτό μου πιο πολύ, παρά στους άλλους και σαν ερμητικά κλεισμένο μύδι προσκολλιέμαι στη σιωπή, στην “ησυχία” μου.

– Ναι, κύριε  δημοσιογράφε. Περνάει ολοένα η ζωή μου από μπροστά μου, σαν να είναι η ζωή κάποιου άλλου και χάνεται στη σιωπή… Χάνονται μία-μία οι αιτίες και οι αφορμές γύρω για να ζήσω…

– Δεν μιλώ. Δεν σκέφτομαι. Δεν αντιδρώ, κύριε δημοσιογράφε. Δεν αντιδρώ, λέω. Δεν υπάρχω. Υπάρχω; Κινήσεις σαν ρομπότ. Κινήσεις σαν μαριονέτα.

– Ναι! Ναι! Είμαι προγραμματισμένο κινητό ον. Κύριε δημοσιογράφε, άκου: Δεν σκέφτομαι. Δεν μιλώ. Υπάρχω;

– Ει, εσύ με τον τηλεβόα, κύριε δημοσιογράφε! Πώς τολμάς και μου φωνάζεις να μιλήσω, να σκεφτώ!

– Εγώ αγόρασα αποκωδικο-ποιητή, κύριε δημοσιογράφε! Ακούς; Αγόρασα αμέσως, με κάτι ψιλά που είχα στην άκρη. Ενημερώνομαι, μαθαίνω, διασκεδάζω, έχω συντροφιά κάθε μέρα, όλη μέρα. Κι όλη νύχτα, άμα “θέλω”! Ξέρεις πόσα κανάλια “έπιασα”;

– Μα κι εγώ το ίδιο έκανα! Δύο αποκωδικο-ποιητές πήρα εγώ! Δύο τηλεοράσεις έχω. Μία στο καθιστικό και μία στην κρεβατοκάμαρα. Μεγάλο πράγμα η τηλεόραση! Τόσοι άνθρωποι στο σπίτι σου! Νιώθω θαλπωρή με την τηλεόραση, κύριε δημοσιογράφε. Είναι κακό αυτό;

– Άκου να σου πω, κύριε δημοσιογράφε. Εγώ πληρώνω τους φόρους μου, το νερό, το ρεύμα, το τηλέφωνο. Όλα τα πληρώνω εγώ. Και θέλω την ησυχία μου. Γιατί να γίνομαι κακός; Υγεία και ησυχία να έχω και δεν βαριέσαι…

– Δηλαδή, ενημερώνεστε, διασκεδάζετε, πληρώνετε, ησυχάζετε, δεν μιλάτε, δεν σκέφτεστε, δεν αντιδράτε, δεν λυπάστε για τίποτε. Και δεν αναρωτιέστε μήπως κάτι δεν είναι σωστό σε όλη αυτή τη σιωπή Οι “άλλοι” ακονίζουν τις ιδέες τους, τις γλώσσες τους, τα εργαλεία τους για να στρώνουν και να ξεστρώνουν το πρόγραμμα της ζωής σας! Οι “άλλοι” ξεφυσούν επάνω σας, την ματαιοδοξία τους! Οι “άλλοι” που τους θεωρείτε “θαλπωρή” σας, οργανώνουν ακόμη και το τέλος σας κι εσείς;

– Καλημέρα! Καλημέρα και ώρα καλή, κύριε δημοσιογράφε! Έτσι είναι η ζωή! Δεν βαριέσαι… Έλα να σε κεράσουμε καφέ; Θέλεις;

Ηχόχρωμα δεύτερο: Το χρώμα της σιωπής

Ένα ρεπορτάζ ήτανε και πάει… πέρασε.

Ξανά σιωπή στους δρόμους. Ησυχία νομιμόφρων στους δρόμους. Κανείς στους δρόμους! Και οι πόρτες και τα παράθυρα των σπιτιών, κλειστά!

Φωνή σφραγισμένη στα δόντια.  Ξανά κρύο και αγέρας. Αλλοπαρμένος αγέρας ταρακουνάει τα ξερόφυλλα. Ωστόσο, κανείς!

Και τώρα που μόνο σιωπή “ηχεί” εκεί, στον τόπο του πουθενά, τί θ’ απογίνουν οι άνθρωποι οι καθισμένοι απέναντι στην πολύχρωμη αποκωδικοποιημένη τους τηλεόραση;

Τώρα που δεν θα ακουστεί ήχος ανάσας, που δεν θα φανεί έκφραση στο πρόσωπο παρά μονάχα οι χαρακιές της φθοράς, οι ρυτίδες; Τί άραγε πρόκειται να συμβεί; Πότε πρόκειται να συμβεί;

Εγώ πάντως, θα κλείσω τα μάτια! Θα κάνω ότι δεν βλέπω. Θα κλείσω το στόμα! Θα κάνω ότι δεν έχω φωνή.

Δεν θα δακρύσω από θλίψη περνώντας από δίπλα σου. Δεν θα χλωμιάσω από φόβο περνώντας από δίπλα σου. Δεν θέλω να μου σερβίρεις την καλημέρα σου ούτε το νερό σου θέλω να πιω από τα χέρια σου…

Τη φωνή σου ήθελα. Τον ουρανό στα μάτια  σου ήθελα να δω, ολογάλαζο, ολοκάθαρο, για να πάρει κουράγιο η πικραμένη, η ανάστατη καρδιά μου και να τραβήξει κατά τον ορίζοντα ακάθεκτη, διαδηλώνοντας τα νοήματά σου…

Δεν θέλω το νερό σου ούτε την καλημέρα σου, άφωνε άνθρωπε, της αποκωδικοποιημένης σου τηλεόρασης σύντροφε.

Κι οργίζομαι τόσο πολύ, γιατί νιώθω πως είναι “μοιραίο” για μένα να σε νοιάζομαι και να σ’ αγαπώ ακόμα!

Σουλτάνα Γαλατσίδα-Τριανταφυλλίδου

 

0 Reviews

Write a Review

Σχετικά άρθρα

Σκοτώνουν οι κοινωνικές ανισότητες! – Μια εξαιρετική ανάλυση

Super User

Δημόσιοι λειτουργοί χωρίς σύνταξη…

Super User

Λίγα ξεκάθαρα λόγια

Super User

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Δείτε περισσότερα

Πολιτική απορρήτου και cookies