INDEXANTHI.GR
Κοινωνία

Οι εισηγήσεις Μαρκέτου και Κουρουνδή στο πρόσφατο φεστιβάλ της Ξάνθης

Παραθέτουμε τις πλήρεις εισηγήσεις του καθηγητή Πολιτικών Επιστημών του Α.Π.Θ. Σπύρου Μαρκέτου και του δικηγόρου-μέλους της Κ.Ε.Ε.Ρ.Φ.Α. Μπάμπη Κουρουνδή στο Αντιφασιστικό-Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ που διοργάνωσαν ο Διδασκαλικός Σύλλογος Ξάνθης, ο Σύλλογος Δασκάλων Μειονοτικών Σχολείων Αποφοίτων Ε.Π.Α.Θ. και η Ε.Λ.Μ.Ε. Ξάνθης στις 8-9 Μάη, με τη στήριξη της Κ.Ε.Ε.Ρ.Φ.Α.

Σπύρος Μαρκέτος

Πρέπει πρώτα-πρώτα να ξεκαθαρίσω κάποιους όρους σε σχέση με το φασισμό που πρέπει να τους γνωρίζουμε με την επιστημονική τους σημασία για να μπορούμε να τους χρησιμοποιούμε σωστά και μετά θα μπω στο τι κάνει και τι δεν κάνει και τι μπορεί να κάνει και τι πρέπει να κάνει ένα δημοκρατικό σχολείο ενάντια στη φασιστική απειλή.

Το σημείο από το οποίο θέλω να ξεκινήσω είναι η διάκριση ανάμεσα στο φασισμό και στη δεξαμενή του φασισμού. Η λέξη φασισμός είναι μια λέξη που την ακούμε πάρα πολύ συχνά -και προηγουμένως την ακούγαμε και τώρα- η οποία μερικές φορές χρησιμοποιείται χαλαρά. Καθετί το αυταρχικό, καθετί το στημένο, καθετί που δε μας αρέσει μπορεί κάποιος να πει ότι “αυτός είναι φασισμός”, θέλοντας να στηλιτεύσει μια άδικη, αυταρχική συμπεριφορά. Υπάρχει αυτός ο τρόπος να χρησιμοποιούμε τη λέξη αλλά στην επιστημονική συζήτηση κι όταν θέλουμε να καταλάβουμε τελικά το φαινόμενο -αυτό που όλοι και όλες εδώ πέρα θέλουμε να κάνουμε- ο όρος φασισμός έχει ένα πολύ πιο στενό νόημα. Ο φασισμός είναι μία μορφή πολιτικής συμπεριφοράς. Δεν είναι μια ιδεολογία, αλλά ένας τρόπος πολιτικής συμπεριφοράς. Να μην μπω στα θεωρητικά του χαρακτηριστικά, αυτό που βλέπουμε στη Χρυσή Αυγή είναι η επιτομή του φασισμού. Όποιος φέρεται σαν τους χρυσαυγίτες, φέρεται με φασιστικό τρόπο. Δεν είναι μια ιδεολογία ο φασισμός. Δεν είναι σαν το νεοφιλελευθερισμό, σαν το σοσιαλισμό, σαν το συντηρητισμό, που έχουν ένα σύνολο ιδεών, κάποιες προτάσεις για την κοινωνία και προσπαθούν να στρέψουν ολόκληρη την κοινωνία προς ένα γενικότερο σχέδιο που έχουν στο νου τους. Ο φασισμός είναι μία τεχνολογία εξουσίας, μια πρακτική, μια βία, αυτό που βλέπουμε στη Χρυσή Αυγή. Αυτός είναι ο τρόπος που χρησιμοποιείται στην επιστημονική συζήτηση ο όρος και είναι καλό να τον θυμόμαστε με αυτή τη στενή έννοια. Τα περιγράφει πάρα πολύ καλά αυτά ένας φιλελεύθερος μελετητής του φασισμού, ένας ιστορικός, Ρόμπερτ Πάξτον, σ’ ένα βιβλίο που λέγεται “Η Ανατομία του Φασισμού”, κι έχει εκδοθεί στα ελληνικά εδώ και καμιά δεκαριά χρόνια, και συνιστώ ένθερμα να το διαβάσουμε, αν θέλουμε να μπούμε σε βάθος στο τι σημαίνει φασισμός. Ίσως ένα πρόβλημα του βιβλίου, αυτό που θα εντόπιζα εγώ, είναι ότι δεν συνδέει αρκετά το φασισμό με το φιλελευθερισμό, αλλά αυτό το παρακάμπτουμε. Η οπτική του γενικά νομίζω είναι η πιο συγκροτημένη οπτική απέναντι στο φασισμό.

Τώρα, εκτός απ’ αυτή την έννοια του φασισμού υπάρχει και μια άλλη έννοια που αναπτύχθηκε τις τελευταίες δεκαετίες σ’ αυτό τον επιστημονικό κλάδο που λέγεται φασιστικές σπουδές. Γιατί πραγματικά υπάρχει ένας ολόκληρος επιστημονικός κλάδος. Έχουν γραφτεί βιβλιοθήκες για το φασισμό τις τελευταίες δεκαετίες. Όπως υπάρχει και ένας άλλος κλάδος που λέγεται αντιφασιστικές σπουδές και είναι εξίσου σημαντικός για μας. Λοιπόν, στις φασιστικές σπουδές υπάρχει η έννοια της δεξαμενής του φασισμού. Ποια είναι η δεξαμενή του φασισμού; Είναι ένας ευρύτερος χώρος ανθρώπων οι οποίοι έχουν κάποιες αντιλήψεις και κάποιες συμπεριφορές που διευκολύνουν την εξάπλωση του φασισμού, αλλά οι ίδιοι δεν είναι ενεργοί φασίστες, δεν έχουν φασιστική πρακτική. Ποιες είναι αυτές οι συμπεριφορές; Νομίζω αυτές που όλες και όλοι μας καθώς ζούμε σ’ αυτό τον πλανήτη και σ’ αυτή τη χώρα, πάνω-κάτω τις ξέρουμε. Είναι πάνω-κάτω όλα όσα αναπαράγουν μέχρις αηδίας τα κανάλια, οι τοπικοί τηλεοπτικοί σταθμοί και κάποια έντυπα και κάποια ραδιόφωνα τα τελευταία 25 χρόνια (στην Ελλάδα). Από το 1990 και μετά, οπότε δήθεν απελευθερώθηκαν τα ραδιοκύματα. Αλλά στην πραγματικότητα αυτό που έγινε ήταν ότι επιτράπηκε στους ανθρώπους που εκμεταλλεύονται αυτό τον τόπο -στους διάφορους εργολάβους, εφοπλιστές, Ψυχάρηδες, Μπόμπολες, κτλ- να έχουνε άμεση πρόσβαση στο νου του ανθρώπου. Μέχρι τότε ήτανε δημόσια τα μέσα ενημέρωσης, εκτός από τις εφημερίδες φυσικά. Κάποια στιγμή επιτράπηκε να τα έχουν ιδιώτες. Κι από τότε (που ήταν η εποχή που έπεσαν οι Σοβιετικού τύπου κοινωνίες, και ήρθαν και πολλοί μετανάστες και μετανάστριες στην Ελλάδα, και υπήρχε ένας αέρας θριάμβου μεταξύ των καπιταλιστών: τώρα πια ο κόσμος είναι δικός μας, θα κάνουμε ό,τι θέλουμε, τελείωσε η ιστορία, σύμφωνα με το Φουκουγιάμα…) συνέβη αυτό, το ό,τι τα κανάλια άρχισαν να καλλιεργούν ένα ρατσιστικό μίσος απέναντι στους μετανάστες που έρχονταν σ’ αυτή τη χώρα. Κι όχι μόνο αυτό, αλλά αν θυμάστε και το ’91-’92 καλλιεργήθηκε και το εθνικιστικό μίσος απέναντι στους γείτονες και απέναντι στις μειονότητες στην ίδια την Ελλάδα. Αυτές οι αντιλήψεις έφτιαχναν τη δεξαμενή του φασισμού. Και το άλλο πολύ σημαντικό στοιχείο είναι επίσης και οι αντιλήψεις της πατριαρχίας: ότι οι γυναίκες είναι φτιαγμένες για πολύ κατώτερα και λιγότερα πράγματα απ’ τους άντρες, λίγο-πολύ πρέπει να τις εκμεταλλεύονται οι άντρες και να τις έχουν στο σπίτι. Αυτή ήταν η βασική ιδέα, η οποία επίσης αναπαράχθηκε, μερικές φορές όχι ευθέως, αλλά μέσα από τις εκπομπές αυτών των καναλιών, οι οποίες έδειχναν τις γυναίκες μ’ έναν πολύ υποτιμητικό τρόπο, σαν καθαρά σεξουαλικά αντικείμενα, κι όλ’ αυτά. Δεν είναι τυχαίο ότι τα ΜΜΕ κατά κόρον προπαγάνδιζαν αυτές τις απόψεις οι οποίες δεν ήταν καθόλου πολιτικά ουδέτερες.

Το αποτέλεσμα ήταν ότι μια χώρα που μέχρι το ’90 έκανε εντύπωση στους μετανάστες, αν ρωτήσετε μετανάστες εδώ που έχουν έρθει πριν από τη δεκαετία του ’90 θα σας πουν ότι ήταν μια χώρα τελείως διαφορετική τότε -μας συμπονούσανε, μας βοηθούσανε, μας έδιναν δουλειά, κτλ- ήταν τελείως διαφορετική από την Ελλάδα που ξέρουμε εμείς σήμερα δυστυχώς. Αυτό δεν έγινε από μόνο του. Έγινε με συστηματική πλύση εγκεφάλου και από τα κανάλια και από το κράτος, μη μειώνουμε τις ευθύνες και του κράτους, κι αυτό έχει τεράστιες ευθύνες, και οι πολιτικές του πολύ συχνά ήτανε ακροδεξιές πολιτικές οι οποίες ευνοούσαν τη δεξαμενή του φασισμού, την ανάπτυξη της. Αυτή έφτασε να έχει ένα ποσοστό που εγώ θα το ‘βαζα, τελείως αυθαίρετα, δεν έχω στοιχεία γι’ αυτό, γύρω στο 20-25% του πληθυσμού. Ήταν άνθρωποι οι οποίοι δεν θα κατέβαιναν ποτέ στο δρόμο, δεν θα χτυπούσαν ποτέ κανέναν πρόσφυγα, αλλά θα έλεγαν όλες αυτές τις αηδίες τις οποίες τις ακούμε απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ στα κανάλια. Θα τα σκέφτονταν. Ήταν φασίστες της πολυθρόνας. Έχει μεγάλη διαφορά ο φασίστας της πολυθρόνας από το φασίστα του δρόμου. Επικίνδυνος είναι δέκα φορές περισσότερο ο φασίστας του δρόμου. Αλλά αυτοί που ήταν φασίστες της πολυθρόνας έφτιαξαν το χώρο, τη δεξαμενή, μέσα στην οποία θα μπορούσε κάποια στιγμή να κρυσταλλωθεί ο πραγματικός φασισμός. Δεν ψήφιζαν Χρυσή Αυγή. Η Χρυσή Αυγή μέχρι το Νοέμβριο του 2011 είχε δημοσκοπικά γύρω στο 0,3%. Ψήφιζαν ΠΑΣΟΚ και ΝΔ και ΛΑΟΣ και όλα αυτά τα ακροδεξιά κόμματα, γιατί βεβαίως το ΠΑΣΟΚ και η ΝΔ τους έκαναν τις βρωμοδουλειές -τα ρουσφέτια τους, τις τακτοποιήσεις τους, κι όλα αυτά. Αλλά αυτά που άκουγες ήτανε χαρακτηριστικά αυτού του χώρου. Όταν με τα μνημόνια και με τη συγκυβέρνηση το Νοέμβριο του 2011 ο κόσμος αποκόπηκε από αυτά τα κόμματα, τα μνημονιακά, στράφηκε προς τον αυθεντικό εκφραστή του φασισμού που ήτανε η Χρυσή Αυγή και τη συνέχεια την ξέρουμε, δεν χρειάζεται να επιμείνουμε εδώ πέρα.

Λοιπόν, το πρόβλημα είναι ότι αυτά τα οποία συγκροτούν τη δεξαμενή του φασισμού -ο ρατσισμός, ο εθνικισμός, η πατριαρχία- ήταν επίσης στοιχεία που αναπαράγονται και από την εκπαίδευση. Σε μεγάλο βαθμό. Δεν ήταν δηλαδή μόνο το πρόβλημα με την ελληνική εκπαίδευση ότι δεν μαθαίνονταν στα παιδιά τι είναι ο φασισμός, ο ίδιος ο φασισμός, αλλά ήταν κι ότι η εκπαίδευση καλλιεργούσε με διάφορους έμμεσους τρόπους αυτά τα οποία διευκολύνουν την εξάπλωση του φασισμού. Κι αυτό παρά τις ηρωικές προσπάθειες μεμονωμένων δασκάλων και καθηγητών, ή και πολιτικών χώρων στους δασκάλους και καθηγητές, τις δασκάλες και τις καθηγήτριες που ήταν πολύ συγκροτημένα ενάντια σ’ αυτό. Αλλά ήταν αδύναμα. Η πικρή είναι ότι η επίσημη πολιτική ήταν υπέρ της ανάπτυξης αυτών των στοιχείων. Και σίγουρα δεν έκανε τίποτε πέρα από κάποια ευχολόγια, εντελώς αποκομμένα από την πραγματική ζωή, για να τα καταπολεμήσει αυτά.

Και το πόσο επικίνδυνο ήταν αυτό για κάθε τύπου δημοκρατία φάνηκε μόνο την τελευταία πενταετία, με την οικονομική κρίση, τα μνημόνια και την ανάπτυξη της άκρας δεξιάς. Δεν ήταν δηλαδή μόνο ότι εμποδίστηκε ο κόσμος, εμποδίστηκαν τα παιδιά, να καταλάβουν τι σημαίνει για την ίδια τους τη ζωή αυτό το βαρύ ιδεολογικό σύμπλεγμα -του εθνικισμού, του ρατσισμού και της πατριαρχίας- αλλά δεν διδάσκονταν και το τι ήταν ιστορικά ο φασισμός και το τι έκανε σ’ αυτή τη χώρα και σ’ όλο τον κόσμο. Με διάφορα προσχήματα, φαντάζομαι εσείς το ξέρετε καλύτερα από μένα. Εγώ βλέπω πάντως στο πανεπιστήμιο, είμαι σε σχολή Πολιτικών Επιστημών, τα παιδιά που μας έρχονται, έρχονται τελείως αθώα απ’ αυτή την άποψη. Δεν έχουν ιδέα. Δεν ξέρω ποια είναι η δική σας εμπειρία., όσον αφορά αυτό. Δεν είναι καθόλου τυχαίο, όταν πριν από 15 χρόνια περίπου- Είχανε γίνει τότε, θυμάστε, διαγωνισμοί για τα σχολικά βιβλία της Γ΄ Τάξης. Ήταν ανοιχτοί διαγωνισμοί για το βιβλίο της Γ΄ Λυκείου, Ιστορίας. Μαζί με κάποιους συναδέλφους είχαμε αναλάβει να φτιάξουμε ένα βιβλίο που προτάθηκε. Κάποιος συνάδελφος είχε αναλάβει το 19ο αιώνα, εγώ είχα αναλάβει τον 20ο αιώνα. Και σ’ ένα κομμάτι που είχα γράψει είχα βάλει μια φράση: ότι ο Γρίβας, ο συνταγματάρχης Γρίβας ήταν υπερσυντηρητικός “εθνικιστής”. Δεν θέλησα να τον χαρακτηρίσω φασίστα. Γιατί ήξερα ότι αν πω ότι ήταν φασίστας θα είχαμε προβλήματα με τον υπουργό. Μιλάμε για τις χρυσές εποχές του ΠΑΣΟΚ με υπουργό Παιδείας τον δυσώνυμο Ευθυμίου, το γιουσουφάκι του Ψυχάρη, να το πούμε πολύ απλά. Και τότε, δεν ξέρω αν θυμάστε αυτή την ιστορία, ο Ευθυμίου αποφάσισε να πολτοποιηθούν 134.000 αντίτυπα απ’ αυτό το βιβλίο, το οποίο ήδη είχε διανεμηθεί στα Γυμνάσια. Εντάξει. Δεν μας πειράζει. Είμαστε large, φορτώθηκε στο δημόσιο χρέος το κόστος αυτό. Και μετά από αυτό, αποσύρθηκε το βιβλίο φυσικά γιατί είχε το “θράσος” να πει κάτι που ήταν πολύ στοιχειώδες, με το λιγότερο “επώδυνο” τρόπο. Και μετά απ’ αυτό δόθηκε με απευθείας ανάθεση η συγγραφή του διαδόχου βιβλίου σε διάφορα στελέχη του ιδρύματος Καραμανλή, τα οποία έδωσαν ένα βιβλίο, το οποίο διδασκόταν και νομίζω ότι διδάσκεται μέχρι και τώρα στην Γ΄ Λυκείου που παρουσιάζει το Χίτλερ σαν ένα φιλέλληνα. Ελληνολάτρη, δίκαιο και διάφορα τέτοια. Ήταν κάτι στο οποίο δυστυχώς τότε δεν ξεσηκώθηκε η αριστερά. Εδώ υπάρχει και ένα πρόβλημα που πρέπει να δούμε και τα δικά μας λάθη. Η δεξιά άμα κάποιος τής έθιξε το Γρίβα -αυτόν τον αρχιφασίστα έτσι;- ο Γρίβας ήταν ο Μιχαλολιάκος του ’40. Δεν ήταν ούτε παραπάνω ούτε παρακάτω… Όταν κάποιος της τον έθιξε ξεσηκώθηκε και βεβαίως χρησιμοποίησε το ΠΑΣΟΚ, το δήθεν σοσιαλιστικό κόμμα, για να σβήσει την αλήθεια, μην τυχόν και μάθουνε οι μαθητές και οι μαθήτριες κάτι το στοιχειώδες. Η αριστερά δεν έδειξε την αντίστοιχη ευαισθησία, όταν έδωσαν οι άλλοι ένα βιβλίο που κυριολεκτικά ξέπλενε το φασισμό. Μέχρι τώρα διδάσκεται όμως αυτό το βιβλίο, και αν έχει αποσυρθεί, δεν αποσύρθηκε από την αντίσταση της αριστεράς. Η αλήθεια είναι ότι μέχρι να γίνει ορατή δια γυμνού οφθαλμού η απειλή του φασισμού, μέχρι το 2012, η αριστερά είχε εγκαταλείψει την ιδεολογική μάχη σ’ αυτά τα πεδία. Δεν έδινε τη μάχη. Γιατί τα θέματα αυτά δεν έφερναν άμεσα ψήφους. Ήταν πολύ αφηρημένα σε σχέση με τα επίδικα πολιτικά ζητήματα. Αυτό το πληρώσαμε. Και τώρα θα πρέπει να καλύψουμε το χαμένο έδαφος. Γιατί τώρα έχει φτιαχτεί ένας πυρήνας φασιστικών αντιλήψεων και συμπεριφορών. Και αυτό θα πρέπει και να το απομονώσουμε στα σχολεία και να το περιορίσουμε και με κάθε τρόπο να το ξεριζώσουμε.

Αυτό που θέλω να πω είναι ότι ανάλογα με το πώς αντιλαμβανόμαστε το φασισμό είναι και η πολιτική μας εναντίον του. Αν φανταζόμαστε ότι ο φασισμός είναι κάποιες ιδέες, πλανημένες βεβαίως αλλά ιδέες, τότε προσπαθούμε να το αντιμετωπίσουμε βρίσκοντας κάποιες καλύτερες ιδέες. Αυτό είναι λάθος όμως. Δεν πρόκειται ποτέ να κερδίσουμε σε μία συζήτηση με φασίστες. Ποτέ. Αν έχετε την πρακτική εμπειρία αυτού, καταλαβαίνετε πολύ καλά για τι μιλάω. Οι φασίστες δεν μιλάνε με καλή πίστη. Δεν μιλάνε όπως μιλάμε εδώ αυτή τη στιγμή. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα, σας λέω ένα από τα χίλια, είναι ότι ξέρετε όλοι και όλες την τραγική ιστορία αυτών των ημερών με τους γονείς που σκότωσαν το παιδί τους, κτλ, κτλ. Η Χρυσή Αυγή έσπευσε να βγάλει αυτοκόλλητα με μια αγχόνη και να λένε όποιος αγγίζει ένα παιδί αυτό του αξίζει, κάτι τέτοιο τέλος πάντων, δεν θυμάμαι τι ακριβώς. Λοιπόν. Ξέρουνε πάρα πολύ καλά αυτοί που έβγαλαν αυτή την αφίσα ότι αν υπάρχει ένας χώρος που μαζεύει όλους τους παιδεραστές, τους βιαστές και τους διεστραμμένους είναι η Χρυσή Αυγή. Στα χρόνια που υπάρχει Χρυσή Αυγή έχουνε γίνει άπειρα σκάνδαλα, ακριβώς τέτοιου τύπου. Από την Καλαμάτα με κάποιο κορίτσι που δεν ξέρω αν θυμάστε μέχρι την Ιεράπετρα που γυμνασιάρχης και γυμναστής και υποψήφιος της Χρυσής Αυγής βίαζε επί καιρό μια μαθήτρια που φοιτούσε στο Γυμνάσιο, μια ιστορία που βγήκε στο ραδιόφωνο, μέχρι σε κάποια γειτονιά της Αθήνας που πάλι κάποιος χρυσαυγίτης είχε ένα φορτηγό όπου βίαζε παιδάκια, κτλ. Το ξέρουν πάρα πολύ καλά. Αλλά, ανερυθρίαστα, βγαίνουν και παριστάνουν τους τιμητές τη στιγμή που έχουνε μαζέψει όλ’ αυτά τα φυντάνια οι ίδιοι. Δεν μπορείς να συζητήσεις με τους φασίστες. Αυτό που μπορείς να κάνεις είναι να αποδομήσεις τα συνθήματά τους, να τους καταγγείλεις στον υπόλοιπο κόσμο, να καταλάβει ο κόσμος περί τίνος πρόκειται κι ότι κάνουν τελείως διαφορετικά πράγματα απ’ αυτά που παριστάνουν ότι κάνουν, και τους εμποδίζεις να ασκούν τρομοκρατία στο δημόσιο χώρο. Γιατί ο φασισμός αυτό είναι. Είναι μια πολιτική πρακτική που συμπεριλαμβάνει και την τρομοκράτηση του αντιπάλου, του αδύναμου. Αυτός είναι ο τρόπος για να τους σταματήσουμε. Δεν είναι ο τρόπος να τους μάθουμε ορθογραφία. Γιατί αρχικά ένα από τα στοιχεία που πολύ σκωπτικά έβγαιναν τότε: αυτοί δεν ξέρουν να τραγουδάνε τον εθνικό ύμνο, είναι ανορθόγραφοι, χρειάζονται να εκπολιτιστούν, δεν θα πέσουμε εμείς στο δικό τους επίπεδο, πρέπει εμείς να δείξουμε το ανώτερο πολιτισμικό μας επίπεδο, και διάφορα τέτοια, τα οποία θεωρητικά μπορεί να ήταν πολύ ωραία, αλλά στην πράξη απλώς έκαναν τους φασίστες να μοιάζουνε πολύ συμπαθείς στον απλό κόσμο, ο οποίος επίσης δυστυχώς δεν ξέρει ορθογραφία και δεν ξέρει παραπάνω από τις δύο στροφές του εθνικού ύμνου, αν τις ξέρει κι αυτές και να μας κάνει εμάς να μοιάζουμε οι snob, μικροαστοί και ηθικοπλάστες που περιφρονούμε στην πραγματικότητα τους απλούς ανθρώπους. Ήταν πολύ λάθος αυτό. Δεν χρειάζεται να αποδεικνύουμε την πολιτισμική μας ανωτερότητα. Αυτό που χρειάζεται είναι να σταματήσουμε την τρομοκρατία των χρυσαυγιτών στο δρόμο και στο μυαλό του ανθρώπου. Κι αυτό το κάνουμε όχι συζητώντας μαζί τους, αλλά συζητώντας με τον υπόλοιπο κόσμο.

Μπάμπης Κουρουνδής

Θα ήθελα να ευχαριστήσω πολύ για την πρόσκληση την ΕΛΜΕ Ξάνθης και το Διδασκαλικό Σύλλογο, καθώς και το Σύλλογο των Μειονοτικών Δασκάλων. Είναι τιμή μου να βρίσκομαι σήμερα μαζί σας και να μιλάω για τη σημαντικότερη δίκη στην Ελλάδα από την εποχή της Μεταπολίτευσης και τη δίκη των πρωταίτιων της Χούντας. Θα ξεκινήσω αναφέροντας σας κάποια πράγματα σε σχέση με την ίδια τη δίκη, το πώς συγκροτούνται οι κατηγορίες, το κατηγορητήριο και ποιες ήταν οι εξελίξεις των δύο πρώτων ημερών, προχωρώντας στο χαρακτήρα αυτής της δίκης, τις σχέσεις της Χρυσής Αυγής με το κράτος και στη συζήτηση η οποία ανοίγει σε σχέση με την έκβαση της δίκης, το τι αναμένουμε, το τι μπορεί να σημάνει και το ποια είναι η σημασία που έχει η δίκη για τους απλούς καθημερινούς ανθρώπους όπως είμαστε όλοι.

Συγκεκριμένα λοιπόν, χθες είχαμε τη δεύτερη μέρα της συνεδρίασης της δίκης της Χρυσής Αυγής κι αυτό είναι ένα γεγονός πολύ σημαντικό διότι ακούγαμε από πολλές πλευρές το προηγούμενο διάστημα ότι δεν επρόκειτο ποτέ να φτάσει στο ακροατήριο αυτή η υπόθεση, διότι η ποινική δίωξη δήθεν ήτανε πάρα πολύ αδύναμη, ότι το κατηγορητήριο θα καταπέσει από πριν, κτλ. Αυτό που είδαμε αντίθετα, ήταν ότι τέθηκε και στη δεύτερη μέρα της συνεδρίασης το ζήτημα του συνηγόρου για έναν από τους κατηγορούμενους της Χρυσής Αυγής και η δίκη διακόπηκε ξανά για τις 12 Μάη, αυτό όμως δεν αλλάζει το γεγονός που ανέφερα προηγουμένως ότι η δίκη ξεκίνησε.

Το δεύτερο είναι η απουσία των ηγετών της Χρυσής Αυγής που είναι σημαντικό γιατί όλο το προηγούμενο διάστημα έλεγαν ότι θα δώσουν τη μάχη της δίκης, αλλά στην πραγματικότητα δεν θα το κάνουν, όπως φάνηκε απ’ αυτές τις δύο μέρες.

Το τρίτο, ήταν η σημασία της μαζικής παρουσίας του κόσμου έξω από τα δικαστήρια, μέσα από τη στάση εργασίας της ΑΔΕΔΥ και των σωματείων την πρώτη μέρα, αλλά και των αντιφασιστικών κινήσεων, από την ΚΕΕΡΦΑ, από τις κινήσεις γειτονιάς, στην Αθήνα και σε μια σειρά από πόλεις, αν δεν κάνω λάθος μέσα σ’ αυτό τον αντιφασιστικό χάρτη προστέθηκε και η πόλη της Ξάνθης. Αντίστοιχη κινητοποίηση έγινε και στις 7 Μάη. Αυτή η παρουσία, τουλάχιστον στην Αθήνα, για να είμαστε σαφείς, δεν ήταν μόνο από τη δική μας τη μεριά και αποτελεί μια υπενθύμιση ότι τα τάγματα εφόδου της Χρυσής Αυγής δεν έχουνε διαλυθεί. Ο τραυματισμός δύο αυτοπτών μαρτύρων κατηγορίας και φίλων του Παύλου Φύσσα την πρώτη μέρα της συνεδρίασης κι ο τραυματισμός ενός μετανάστη τη δεύτερη μέρα δείχνει ακριβώς το γιατί δεν χωράει κανένας εφησυχασμός στο πώς αντιμετωπίζουμε τη δίκη και συνολικά τη Χρυσή Αυγή.

Το τελευταίο θέμα απ’ αυτή την «τεχνική», ας το πούμε έτσι, παρουσίαση είναι το ζήτημα της αναχωροθέτησης της δίκης, το οποίο επίσης είναι πολιτικό. Η Πολιτική Αγωγή της δίκης της Χρυσής Αυγής, η πλευρά του αντιφασιστικού κινήματος δηλαδή για το πω με απλά λόγια, έχει ζητήσει το να μη γίνει η δίκη στον Κορυδαλλό, όχι μόνο διότι γενικά δεν πρέπει να γίνονται δίκες στις φυλακές, αλλά και συγκεκριμένα σ’ αυτή τη δίκη, για λόγους δημοσιότητας και προσβασιμότητας. Η επιχειρηματολογία αυτή αγκαλιάστηκε από πολλές πλευρές, και από το Δήμο Κορυδαλλού.

Είναι γνωστά τα προβλήματα που προκύπτουν και σε σχέση με τις εξετάσεις στα σχολεία της γύρω περιοχής. Από τη δική μας την πλευρά αυτό το αίτημα δεν αποτελεί συνηγορία για την αναβολή της δίκης, για ένα πιο αργό ρυθμό. Αντιθέτως, σημαίνει ότι η δίκη, εξαιτίας της σημασίας της θα πρέπει να προτεραιοποιηθεί και να πάει στο φυσικό της χώρο που είναι η αίθουσα του Εφετείου της Αθήνας. Αξίζει πάνω σ’ αυτό, κι αυτό έχει μια σημασία πολιτική, να αναφερθεί ότι στις δίκες για εγκληματικές ή τρομοκρατικές οργανώσεις, από τη 17Ν μέχρι τις Συνωμοσίες των Πυρήνων της Φωτιάς, και όποιες άλλες τέτοιες υποθέσεις ενδεχομένως έχετε στο μυαλό σας, πάντα το ζήτημα της αλλαγής του χώρου το ζητούσε η υπεράσπιση. Είναι πρωτοφανές ότι αυτή τη φορά σηκώνει αυτό το ζήτημα η Πολιτική Αγωγή κι αυτό γίνεται για τον απλούστατο λόγο ότι η Χρυσή Αυγή είναι εκείνη την οποία βολεύει το να γίνει η δίκη στον Κορυδαλλό σε συνθήκες φρουρίου, μειωμένης δημοσιότητας και απόλυτης αποστείρωσης.

Τώρα, τι θα γίνει σ’ αυτή τη δίκη συνοπτικά, για να μη σας κουράζω με τεχνικές λεπτομέρειες. Έχουμε 69 κατηγορούμενους. Οι 66 από αυτούς βαρύνονται με το έγκλημα της ένταξης σε εγκληματική οργάνωση και οι 19 εξ αυτών, δηλαδή η προηγούμενη κοινοβουλευτική ομάδα της Χρυσής Αυγής, και με το αδίκημα της διεύθυνσης εγκληματικής οργάνωσης. Η ένταξη τιμωρείται βάσει του 187 του ΠΚ μ’ ένα πλαίσιο ποινής 5 ως 10 χρόνια κάθειρξης και η διεύθυνση από 10 ως 20 χρόνια κάθειρξης. Επιπλέον υπάρχουν και πάνω από 20 κατηγορούμενοι, οι οποίοι έχουν και επιπρόσθετες κατηγορίες, που σχετίζονται με συγκεκριμένες εγκληματικές πράξεις, δηλαδή συγκεκριμένα, με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, με τη δολοφονική απόπειρα ενάντια στους Αιγύπτιους ψαράδες στο Κερατσίνι, όπου έχουμε 6 κατηγορούμενους, και τη δολοφονική επίθεση ενάντια στους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ, στο Πέραμα, όπου υπάρχουν και άλλοι 10 κατηγορούμενοι. Το υπόλοιπο μέρος της δίκης αφορά στο σύνολο της εγκληματικής δραστηριότητας, αφού θα εκδικαστούν υποθέσεις που ήδη έχουν δικαστεί αυτοτελώς, όπως η επίθεση σε κοινωνικούς χώρους, στο Συνεργείο στην Ηλιούπολη της Αθήνας, στο στέκι Αντίποινα στα Πετράλωνα, η δολοφονία του Πακιστανού εργάτη Σαχζάτ Λουκμάν, και άλλες τέτοιες υποθέσεις.

Αντίθετα με όσα διαρρέουν τα παπαγαλάκια της Χρυσής Αυγής στα ΜΜΕ, θα ήθελα να σας διαβεβαιώσω απόλυτα και υπεύθυνα ότι το κατηγορητήριο σε βάρος των μελών της Χρυσής Αυγής είναι συντριπτικό. Πιο συντριπτικό δε γίνεται. Ειδικά μετά την προφυλάκιση της ηγεσίας της Χρυσής Αυγής, τα στοιχεία που υπήρχαν πριν έγιναν απολύτως αδιάσειστα, διότι οι ίδιοι είχαν στα κινητά τους τηλέφωνα και στους ηλεκτρονικούς τους υπολογιστές πάρα πολλά στοιχεία από την εγκληματική τους δράση. Είχανε δηλαδή έτοιμα γραμμένα, φωτογραφημένα, βιντεοσκοπημένα τους ίδιους καρέ-καρέ, για να το πω απλά, την ίδια τους την εγκληματική δράση. Και οι εντολές που δόθηκαν για συγκεκριμένες πράξεις σε πάρα πολλές περιπτώσεις. Μπορώ αν θέλετε μετά κατά τη διάρκεια της συζήτησης για να μη σας κουράζω, να αναφέρω συγκεκριμένα πράγματα από τη δικογραφία. Είναι καταγεγραμμένα σε μηνύματα στα κινητά τηλέφωνα των δραστών.

Πολλές φορές, αν είδατε και την προηγούμενη εκπομπή του Γιάννη Πρετεντέρη στο Μέγκα, τίθεται το θέμα αν η δίκη είναι πολιτική. Εδώ υπάρχει μια θολούρα σκόπιμη και θέλω να πω ορισμένα πράγματα γι’ αυτή τη θέση τους συγκεκριμένα. Η δίκη είναι πολιτική. Αυτό δεν σημαίνει ότι η δίωξη γίνεται για πολιτικούς λόγους. Με απλά λόγια, όταν λέμε ότι η δίκη είναι πολιτική, εννοούμε ότι αναμφισβήτητα έχει πολιτικά διακυβεύματα. Αυτό θα πει κάποιος ότι είναι στη σφαίρα της πολιτικής, αλλά νομικά αυτό προεκτείνεται ως προς το ότι το κίνητρο των κατηγορούμενων είναι πολιτικό και έχει να κάνει με τη ναζιστική τους κοσμοθεωρία. Δεν ήταν δηλαδή μια εγκληματική οργάνωση, πχ με σκοπό το trafficking και την εκμετάλλευση γυναικών και την πορνεία, ήταν μια εγκληματική οργάνωση η οποία έκανε εγκληματικές πράξεις με κοινό άξονα και κίνητρο τη ναζιστική κοσμοθεωρία των μελών της. Αυτό δεν σημαίνει πολιτική δίωξη όπως ισχυρίζονται οι κατηγορούμενοι. Δεν διώκονται για τις ιδέες τους, ούτε εμείς οι ίδιοι θα θέλαμε να διώκονται για τις ιδέες τους. Για το πω πάλι με απλά λόγια: είναι σοκαριστικό, αλλά στο σκληρό δίσκο του Χρήστου Παππά, του υπαρχηγού της Χρυσής Αυγής, υπάρχουν 5.000 φωτογραφίες του Χίτλερ. Το σπίτι του είναι ένα «μουσείο» Χιτλερισμού. Υπάρχουν όλα τα κειμήλια, ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς στο μυαλό του, από μπρελόκ με το Χίτλερ, φωτογραφίες του Χίτλερ, φωτογραφίες του Παππά στον τάφο του Μουσολίνι, φωτογραφίες τα παιδιά του Παππά 3 και 5 χρονών να χαιρετάνε ναζιστικά πίσω από σβάστικες και να λένε “Χάιλ Χίτλερ”, να διορθώνει το κοριτσάκι που είναι πέντε χρονών το αγοράκι που είναι τριών χρονών και να του λέει: “όχι, το Χάιλ Χίτλερ δεν γίνεται έτσι, γίνεται έτσι”, όλα αυτά τα ανατριχιαστικά υπάρχουν. Αλλά όλα αυτά από μόνα τους δεν είναι αυτά που στοιχειοθετούν την ποινική δίωξη. Είναι απολύτως ειδεχθή για μένα και φαντάζομαι για όλους και όλες που είμαστε εδώ, αλλά δεν είναι αυτά για τα οποία φέρονται στο ακροατήριο.

Φέρονται στο εδώλιο του κατηγορουμένου γιατί προσπάθησαν αυτό τον αρρωστημένο ναζισμό που έχουν στα μυαλά τους να τον επιβάλουν στο δρόμο μέσα από τη συστηματική τρομοκράτηση του πληθυσμού μέσα από συγκεκριμένες πράξεις. Βρίσκονται δηλαδή σε αυτή τη συγκεκριμένη θέση του κατηγορούμενου όχι επειδή είναι ναζί, αλλά κι επειδή έχουν συμμετάσχει σε δραστηριότητες μια ναζιστικής εγκληματικής οργάνωσης, είτε ως μέλη εντεταγμένα είτε ως διευθύνοντες, διότι οι πράξεις όλες αυτές που έγιναν δεν έγιναν κατά παρέκκλιση ή από κάποιους “θερμοκέφαλους”, όπως θέλουν να μας πούνε, αλλά έχουν γίνει από μέλη τους, συντονισμένα και καθοδηγημένα, στα πλαίσια της κύριας δράσης η οποία κορυφώθηκε το Σεπτέμβρη του 2013 με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Γιατί το 2013, είναι ένα ερώτημα. Γιατί δηλαδή ξεκίνησε όλη αυτή η διαδικασία το Σεπτέμβριο του 2013. Και πώς προέκυψε αυτός ο ζωτικός χώρος. Αναφέρθηκε ο Σπύρος προηγουμένως, θα ήθελα να πω κι εγώ δυο λόγια όμως σε σχέση με τους κρατικούς μηχανισμούς. Καταρχήν, να πούμε ότι χωρίς το ρατσισμό και την ισλαμοφοβία που ήτανε κύριοι άξονες της πολιτικής των προηγούμενων μνημονιακών κυβερνήσεων, δεν θα υπήρχε ζωτικός χώρος τόσο για τις ναζιστικές ιδέες όσο και για την εγκληματική δράση της Χρυσής Αυγής, η οποία απολάμβανε μεγάλη ασυλία από τις διωκτικές αρχές και από τις δικαστικές αρχές. Αυτό στην καλύτερη περίπτωση γιατί στη χειρότερη υπήρχε συγκάλυψη και συνεργασία. Παράδειγμα, για να τα λέμε συγκεκριμένα, είναι ο ρόλος που έπαιξε το ΑΤ του Αγίου Παντελεήμονα, για τον εμπρησμό στην Τανζανική κοινότητα πχ, για τον οποίο δεν έγινε καν έρευνα, παρότι πήγαν τα θύματα στην αστυνομία και μετά από λίγο, την επόμενη βδομάδα, είχε πάει ο Άδωνης Γεωργιάδης που είχε πλέον μεταπηδήσει ήδη στη ΝΔ, και είχε κάνει επερώτηση αν τα θύματα είναι νόμιμα στην Ελλάδα. Τα θύματα της επίθεσης, που ήταν ήδη στο νοσοκομείο. Πιο ανατριχιαστικά είναι τα φαινόμενα που συνέβαιναν στο ΑΤ της Νίκαιας. Είχαμε και Πακιστανό μετανάστη νεκρό από ηλεκτροσόκ, το Μοχάμεντ Γκαμπράν, στα κρατητήρια του ΑΤ Νίκαιας. Αυτό το ΑΤ ήταν εκείνο το οποίο λειτουργούσε στην περιοχή που έδρασε το τάγμα εφόδου που δολοφόνησε τον Παύλο Φύσσα. Το ΑΤ της Νίκαιας ήταν εκείνο το οποίο πήρε τηλέφωνο όταν τους δώσανε την εντολή να κάνουν έφοδο στα γραφεία της Χρυσής Αυγής, πήραν τηλέφωνο να ειδοποιήσουν τους χρυσαυγίτες ότι ξέρετε, θα γίνει έφοδος, σε λίγη ώρα στα γραφεία. Σκεφτείτε, έτσι το λέω για ευθυμήσουμε περισσότερο, να γινόταν αυτό σε μία κατάληψη ή σ’ ένα στέκι αναρχικών… Να παίρνει τηλέφωνο ο αστυνομικός διευθυντής του τμήματος και να λέει στον αναρχικό ότι ξέρετε, θα μπούμε στο στέκι, κρύψτε ό,τι έχετε, γιατί αύριο θα έρθουμε… Τέλος πάντων.

Υπήρχανε βέβαια και πολύ πιο κορυφαίες εμπλοκές, πχ από πλευράς ΕΥΠ αρχικά είχε αναλάβει την έρευνα για τη Χρυσή Αυγή ο κύριος Κούζηλος. Αν σας λέει κάτι το όνομα, ήταν ο ξάδερφος του Βουλευτή της Χρυσής Αυγής, του Νίκου του Κούζηλου, αυτός ο οποίος “παρακολουθούσε” εκ μέρους του κράτους αυτή τη δραστηριότητα. Και γι’ αυτό το λόγο καταλαβαίνουμε πόσο δίκιο είχε ο Γιώργος Γερμενής, ο βουλευτής της Χρυσής Αυγής, ο γνωστός Καιάδας, όταν έλεγε ότι χρειάστηκε να ξηλώσουν όλη την ΕΥΠ και την αστυνομία για να μας συλλάβουν. Είχε πολύ μεγάλο δίκιο.

Στη δίκη αυτή λοιπόν, από τη δική μας την πλευρά, θα αποκαλυφτεί μέσα στο δικαστήριο, αλλά κυρίως έξω από αυτό, η ευνοϊκή μεταχείριση της Χρυσής Αυγής από το ίδιο το κράτος, θα απομυθοποιηθεί η δήθεν σκληρή τους αντιμετώπιση, και θα τονιστεί η απαίτηση απαλλαγής της κοινωνίας από τις εγκληματικές τους πράξεις, τα χέρια των οποίων όπλισε το ίδιο το κατεστημένο, με το οποίο δήθεν παρουσιάζονται σαν αντίπαλοι.

Άλλωστε, το αντιφασιστικό κίνημα είναι εκείνο το οποίο επί 25 χρόνια επιμένει στο ότι η Χρυσή Αυγή είναι εγκληματική οργάνωση και εγκαλεί το κράτος για το γεγονός ότι ποτέ δεν έβαλε χέρι στην εγκληματική της δράση, ποτέ δεν έκανε συσχέτιση των πολλών και διαφορετικών εγκληματικών πράξεων που υπάρχουν ήδη από τη δεκαετία του ’90, ακόμα και με τη μορφή καταδικαστικών δικαστικών αποφάσεων. Οι πρώτες αποφάσεις για τέτοιου είδους δράση, των αρχών της δεκαετίας του ’90, ήταν το 1996 για επίθεση που είχε γίνει στις αρχές της δεκαετίας του ’90 όπως είπα απέναντι σε μέλη του ΣΕΚ που πουλούσανε την εφημερίδα Εργατική Αλληλεγγύη στην Κυψέλη. Δεν έγινε τίποτα σε σχέση με τη σύσταση συμμορίας που ήτανε το αδίκημα-προπομπός της εγκληματικής οργάνωσης, κι έτσι φτάσαμε το 1998 να γίνεται η δολοφονική επίθεση κατά του Δημήτρη Κουσουρή, του σημερινού ιστορικού που έγραψε για τις Δίκες των δοσίλογων αν έχετε ακουστά ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Πόλις. Ο οποίος Δημήτρης ευτυχώς επέζησε παρότι μέρες χαροπάλευε στο νοσοκομείο από το χτύπημα του υπαρχηγού της Χρυσής Αυγής, του Περίανδρου το 1998. Καταδικάστηκε ο Περίανδρος, καμία συσχέτιση με το Μιχαλολιάκο που είχε δώσει τη σχετική εντολή. Μόνο μετά τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα έγινε αυτή η συσχέτιση και κινήθηκε το κράτος για να κατηγορηθεί η Χρυσή Αυγή ως εγκληματική οργάνωση και οι ηγέτες της ως οργανωτές όλων αυτών των περιστατικών.

Άρα δεν είναι το αντιφασιστικό κίνημα που κινείται με βάση την πρωτοβουλία του κράτους να κινηθεί κατά της Χρυσής Αυγής, είναι το κράτος το οποίο κινείται με βάση τις καταγγελίες και τη δράση του αντιφασιστικού κινήματος. Και σ’ αυτό το σημείο θα ήθελα να θυμίσω λίγο το πώς κινήθηκαν ακριβώς τα πράγματα το Σεπτέμβριο του 2013. Ως τότε υπήρχε μια συζήτηση ανοιχτή και στους κόλπους του κράτους και στους κόλπους της ίδιας της συγκυβέρνησης της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ σχετικά με την αντιμετώπιση της Χρυσής Αυγής. Υπήρχαν εκείνοι οι οποίοι θέλανε μια πιο δραστική αντιμετώπιση, αλλά είναι σαφέστατο ότι το πάνω χέρι το είχαν οι Μπαλτάκοι. Το είχαν εκείνοι οι οποίοι είχανε ανοιχτούς διαύλους με τη Χρυσή Αυγή. Υπάρχουνε μηνύματα στη δικογραφία, του Μπαλτάκου προς τον Κασιδιάρη που λένε “αύριο έχουμε ψηφοφορία για το τάδε, ελάτε να ψηφίσουμε γιατί το ΠΑΣΟΚ δεν θέλει και θα το ψηφίσουμε μαζί με τους ΑΝΕΛ. Και έγινε: η τροπολογία για την ιθαγένεια των αξιωματικών στο στρατό, αν θυμάστε εκείνη την περίπτωση.

Υπάρχουνε μηνύματα του Μπαλτάκου στο Βουλευτή της Χρυσής Αυγής Ηλιόπουλο μετά τη δολοφονία (του Φύσσα) και (την επίθεση σ)το Πέραμα: “πες μπράβο στους δικούς σου για χθες το βράδυ”. Για να δούμε τι σημαίνει συγκεκριμένα. Οι Μπαλτάκοι είχανε το πάνω χέρι από την πλευρά της ΝΔ και της συγκυβέρνησης συνολικά. Κι αυτό συνεχιζόταν παρότι η Χρυσή Αυγή είχε ήδη αρχίσει να ξεφεύγει και να διεκδικεί την ηγεμονία της συνολικής δεξιάς με την επίθεση στο Μελιγαλά. Η Χρυσή Αυγή λοιπόν κλιμάκωσε τη βία διεκδικώντας πιο ανεξάρτητο ρόλο. Όταν έφτασε σ’ αυτό το σημείο με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα, επειδή είστε και εκπαιδευτικοί, ιδιαίτερα οι καθηγητές, θα θυμάστε ότι μόλις τότε είχε ξεσπάσει η απεργία διαρκείας των καθηγητών. Το θυμάμαι γιατί είναι και η σύζυγός μου καθηγήτρια και ήμασταν σε μια ολόκληρη κινητοποίηση και στις διαδηλώσεις εκείνη τη μέρα στη Θεσσαλονίκη. Το θυμάμαι χαρακτηριστικά γιατί ήτανε δεκάδες χιλιάδες κόσμος, ο οποίος είχε απεργήσει, και ο οποίος μαθαίνοντας το γεγονός της δολοφονίας -όλη αυτή η λαοθάλασσα- είχε κατευθυνθεί προς τα γραφεία της Χρυσής Αυγής και το πρωί και το απόγευμα. Και το ίδιο έγινε και στην Αθήνα και σε μια σειρά από πόλεις.

Ήτανε εκείνη η αντιφασιστική έκρηξη η οποία απείλησε την κυβέρνηση ουσιαστικά ούτε λίγο ούτε πολύ μ’ ένα νέο αντιφασιστικό και εργατικό “Δεκέμβρη”, για να το πω σχηματικά, εκείνη η οποία ανάγκασε το κράτος να άρει την ασυλία της Χρυσής Αυγής και να οδηγηθεί με όλες τις αντιφάσεις στην άσκηση της ποινικής δίωξης.

Υπάρχουν λοιπόν δύο δικαστήρια στην ίδια τη διαδικασία της δίκης. Το δικαστήριο το οποίο εξελίσσεται με την απεύθυνση στην έδρα, στους δικαστές, και το δικαστήριο του ακροατηρίου που μπορεί να μην έχει τη δυνατότητα, στις σημερινές συνθήκες, να πάρει την απόφαση για τη δικαστική εξέλιξη μιας υπόθεσης, αλλά είναι εξίσου υπαρκτό. Γι’ αυτό άλλωστε οι δίκες είναι δημόσιες, γι’ αυτό χρειάζεται να υπάρχει κοινό και να σχηματίζει μια εικόνα. Και έξω από το κοινό, υπάρχει ολόκληρη η κοινωνία, η πλειοψηφία του κόσμου που σχηματίζει άποψη. Κι εμείς θέλουμε να δώσουμε τη μάχη και στα δύο αυτά επίπεδα. Και μέσα, με τις νομικές διατάξεις, τα όρια και τους περιορισμούς των οποίων γνωρίζουμε, το γεγονός δηλαδή ότι το θεσμικό πεδίο δεν είναι εκείνο στο οποίο το κίνημα μπορεί να ξετυλίξει το σύνολο των απαιτήσεων και της δυναμικής του, και έξω, για να κερδίσουμε το δικαστήριο της κοινωνίας, του ακροατηρίου. Και άρα θέλουμε ο κόσμος στο τέλος της δίκης να έχει σχηματισμένη μια πολύ καθαρή αντίληψη, κόντρα στην αντισυστημική θολούρα την οποία προσπαθεί να δημιουργήσει η Χρυσή Αυγή, για το τι είναι ο φασισμός, ποιες είναι οι σχέσεις του με το κράτος και τα επιχειρηματικά συμφέροντα, γιατί δυνάμωσε και πώς παλεύεται. Επειδή μάλιστα βρισκόμαστε σ’ ένα χώρο που μας έχουν προσκαλέσει σωματεία, κι είναι ιδιαίτερη τιμή για μένα αυτό, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι τα εργατικά σωματεία και οι συλλογικότητες, που παλεύουν πάντα για ελευθερίες και δημοκρατία, είναι κρίσιμο να δώσουν τη μάχη σ’ αυτό το πεδίο, για να έχουν ελεύθερο το πεδίο να ξετυλίξουν την ίδια τους τη δράση. Δεν χρειάζεται νομίζω να επιχειρηματολογήσω στο γιατί ο φασισμός είναι μια απειλή απέναντι σε κάθε ελευθερία. Αλλά και στο επίπεδο της ίδιας της ύπαρξης των σωματείων είναι σημαντική η δίκη, γιατί η Χρυσή Αυγή ήταν και είναι μια οργάνωση που ομολογημένος της στόχος είναι να διαλύσει τα σωματεία. Δεν ξεχνάμε ότι το κέντρο της ιστορίας στον Πειραιά ήταν ακριβώς η προσπάθεια της Χρυσής Αυγής να τσακίσει τα σωματεία της Ναυπηγοεπισκευαστικής Ζώνης που δεν συναινούσαν στην κατάργηση των Συλλογικών Συμβάσεων και στη μείωση των μισθών τους. Ήταν η προσπάθεια της Χρυσής Αυγής να στήσει εργοδοτικό σωματείο, σε συνεργασία με τους εργοδότες της Ζώνης, εκείνη η οποία άνοιξε τον κύκλο της βίας στους συνδικαλιστές του ΠΑΜΕ και κορυφώθηκε μετά με τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Τι θα σημάνει λοιπόν η έκβαση της δίκης; Γνωρίζουμε από την ιστορία τέτοιου τύπου υποθέσεων, που το κράτος αναγκάζεται να δικάσει φασιστικές οργανώσεις ή άτομα του παρακράτους, ότι η συνήθης τακτική είναι να την πληρώνουν κάποιοι φυσικοί αυτουργοί, και οι ηθικοί, δηλαδή οι οργανωτές της φασιστικής και ρατσιστικής βίας να πέφτουν στα μαλακά και φυσικά να αποκρύπτεται οποιαδήποτε συμμετοχή ή συνέργεια του κράτους στη δράση αυτή. Είναι μία τεχνογνωσία που την έχει το ελληνικό κράτος από τις δίκες των δοσίλογων της Γερμανικής Κατοχής ως τη δίκη των δολοφόνων του Γρηγόρη Λαμπράκη στη Θεσσαλονίκη το 1963. Η κίνηση του Μιχαλολιάκου και του Κασιδιάρη, του Παναγιώταρου και των συν αυτώ να μην έρθουν τις πρώτες μέρες λογοδοτεί σ’ αυτή την παλιά στρατηγική, να την πληρώσουν δηλαδή λίγα χαμηλόβαθμα ή έστω μεσαία στελέχη, και οι ηθικοί αυτουργοί να απαλλαχθούν. Γι’ αυτό το λόγο είναι σημαντικό να δώσουμε τη μάχη ώστε να την πληρώσει η ηγεσία της Χρυσής Αυγής που για πρώτη φορά λογοδοτεί και κινδυνεύει να καταδικαστεί για τις εγκληματικές της πράξεις. Μια οργάνωση σαν τη Χρυσή Αυγή με τα ιδιαίτερα ναζιστικά χαρακτηριστικά, δηλαδή το Führerprinzip,την Αρχή του Αρχηγού που τη διέπει με βάση το καταστατικό της, θα έχει πολύ μεγάλη δυσκολία να συνεχίσει τη δράση της, αν η ηγεσία της που είναι ο συγκεκριμένος κύκλος ανθρώπων βρεθεί στη φυλακή για τα επόμενα πολλά χρόνια. Και φυσικά δεν μπορεί κανείς να παραλείψει την ευρύτερη πολιτική σημασία αυτής της δίκης, που έχει να κάνει με το ότι η Χρυσή Αυγή μπορεί να φανεί χρήσιμη στην προσπάθεια ανασυγκρότησης του αστικού στρατοπέδου μετά την εκλογή της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ. Στην προσπάθεια δηλαδή ανασυγκρότησης ενός χώρου στα δεξιά της σημερινής κυβέρνησης, που μπορεί να έχει στην ηγεσία του τα κοινοβουλευτικά κόμματα, τύπου ΝΔ, ΠΑΣΟΚ, κτλ, αλλά στη βάση να έχει τα τάγματα εφόδου, που μπορεί μόνο η Χρυσή Αυγή να τα προσφέρει σαν δύναμη στο δρόμο ενάντια στα σωματεία, την αριστερά και το κίνημα γενικότερα. Και άρα το να κόψουμε αυτή τη δυνατότητα σημαίνει ότι πολιτικά αδυνατίζουμε αυτή την προσπάθεια και δυναμώνουμε από την άλλη πλευρά την πτέρυγα που παλεύει ώστε οι πιέσεις προς την κυβέρνηση να είναι από τα κάτω, από τους εργαζόμενους, προκειμένου η νέα κυβέρνηση να υλοποιήσει περισσότερα και όχι λιγότερα από τα αιτήματα και τις προγραμματικές της διακηρύξεις. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι η δίκη αποτελεί ένα σημαντικό σταθμό στην πάλη ενάντια στην προσπάθεια αναβίωσης του Ναζισμού. Είναι μια αναγκαία διαδικασία για να απαλλαγεί η κοινωνία από τις ρατσιστικές δολοφονικές επιθέσεις. Είναι μια προσπάθεια για να δοθεί τέρμα στη συγκάλυψη και την ανοχή. Είναι ένα βήμα για να αποκαλυφθεί ο τρόπος δράσης των νεοναζί και οι διασυνδέσεις τους με το κράτος. Η καταδίκη τους θα σημάνει ότι κλείνουμε το δρόμο στους νοσταλγούς του Χίτλερ και της Χούντας, λέμε ΟΧΙ σε ένα νέο Ολοκαύτωμα σε βάρος των αδύνατων. Η δίκη δεν θα είναι το τέλος αυτής της μάχης, αλλά ένα σημαντικό βήμα καταδίκης της ναζιστικής βίας και απονομιμοποίησής της στα μάτια όλου του κόσμου. Αξίζει να συμμετέχουμε όλοι και όλες σ’ αυτή την προσπάθεια ενισχύοντας οικονομικά την Πολιτική Αγωγή στη δίκη διότι οι Αιγύπτιοι αλιεργάτες δεν έχουν χρήματα, όπως και η οικογένεια του δολοφονημένου Σαχζάτ Λουκμάν, με ψηφίσματα στα σωματεία, με εκστρατείες ενημέρωσης για το τι σημαίνει ναζισμός και Χρυσή Αυγή, με μεγάλα συλλαλητήρια όπως στις 20 Απρίλη που θα διεκδικούν την καταδίκη των νεοναζί.

πηγή: Κ.Ε.Ε.Ρ.Φ.Α. Ξάνθης

 

0 Reviews

Write a Review

Σχετικά άρθρα

Ευχαριστήριο του γηροκομείου Ξάνθης για τον Ιανουάριο

Super User

Πρόγραμμα αιμοδοσιών

Super User

Ευχαριστήριο του γηροκομείου Ξάνθης για τον Μάρτιο

Super User

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Δείτε περισσότερα

Πολιτική απορρήτου και cookies