INDEXANTHI.GR
Τουρκία

Πού το πάει η Τουρκία; – Μια ιστορική αναδρομή στην πρόσφατη ιστορία της

Παραθέτουμε εξόχως ενδιαφέρον άρθρο του δημοσιογράφου Σεΐτ Αλντογάν για τη σημερινή κατάσταση στην Τουρκία, με μια ματιά και στην πρόσφατη ιστορία της χώρας:

Μια σημαντική μερίδα των πολιτών στην Τουρκία αλλά και διεθνώς, παρακολουθώντας την πολιτική που ασκεί η κυβέρνηση Ερντογάν και την οποία στο εσωτερικό της χώρας εφαρμόζει με βία και τρομοκρατία, αποδίδει στον Τούρκο ηγέτη τον χαρακτηρισμό τους αυταρχικού σουλτάνου που δεν διστάζει να προχωράει σε εξωφρενικές δηλώσεις όπως ότι η Τουρκία «θα πάρει ό,τι δικαιούται σε Μεσόγειο, Αιγαίο και Μαύρη Θάλασσα», «αν η Ελλάδα θέλει να πληρώσει το τίμημα, ας έρθει να μας αντιμετωπίσει. Αν δεν έχουν το κουράγιο, να μην μπαίνουν εμπόδιο», κ.α.

Και τα ερωτήματα που πλανώνται είναι: Τι επιδιώκει να κατορθώσει ο Ερντογάν με τις προκλητικές ενέργειες και δηλώσεις του; Ενεργεί έτσι για εσωτερική κατανάλωση στο ακροατήριο της χώρας του; Αισθάνεται πραγματικά κυρίαρχος της πολιτικής κατάστασης, όταν γνωρίζει ότι η λαϊκή αποδοχή στο πρόσωπο του συνεχώς και με ολοένα αυξανόμενους ρυθμούς συρρικνώνεται; Δεν προβληματίζεται ο “σουλτάνος” όταν το τελευταίο του επικοινωνιακό σόου, στο οποίο είχε στηρίξει τόσες ελπίδες, πήγε άπατο και μετά την εξαγγελία του στην οποία ανέφερε ότι ανακαλύφθηκε το «μεγαλύτερο κοίτασμα φυσικού αερίου στην ιστορία της Τουρκίας», το εθνικό νόμισμα της Τουρκίας υποχώρησε ξανά; Αλήθεια, ο ίδιος νιώθει πανίσχυρος ακόμα και μετά τη βουτιά που έχει κάνει η τουρκική οικονομία, τη στιγμή μάλιστα που έχει ανοίξει μέτωπα με τους λαούς της Τουρκίας, τις μειονότητες και πλατιά εργατικά στρώματα, ακολουθώντας παράλληλα μια επεκτατική και επιθετική πολιτική απέναντι στα γειτονικά κράτη;

Για να απαντηθούν σωστά και στον βαθμό που είναι δυνατόν τα παραπάνω ερωτήματα, πρέπει κάποιος να κάνει μια ιστορική διαδρομή για να καταλήξει πώς βρέθηκε ο Ερντογάν να κυριαρχεί σήμερα στο πολιτικό σκηνικό, αναλύοντας παράλληλα τις οικονομικές, πολιτικές και κοινωνικές εξελίξεις στην Τουρκία αλλά και στην ευρύτερη περιοχή. Αφού τονίσουμε ότι σήμερα έχουμε ένα αυταρχικό τουρκικό καθεστώς που η βία και η τρομοκρατία που ασκεί είναι κάτι το αδιανόητο για τον λεγόμενο δυτικό κόσμο, ας κάνουμε μια ιστορική αναδρομή.

Χούντα – 12 Σεπτέμβρη 1980

Στις αρχές της δεκαετίας του ’80 η οικονομική κρίση είχε φέρει σε δύσκολη θέση όλα τα αστικά και φασιστικά κοινοβουλευτικά κόμματα, εκφραστές των κυρίαρχων τάξεων. Η κοινή πολιτική τους θέση μπορεί να πει κάποιος ότι εκφραζόταν συνοπτικά από την πρόταση «χωρίς ουσιαστικά και ριζικά μέτρα δεν μπορεί να σωθεί η χώρα απ’ τον γκρεμό».

Το 1980 η κυβέρνηση του Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ, λίγο πριν το πραξικόπημα των στρατηγών, είχε περάσει από τη βουλή ισοπεδωτικά μέτρα που καταδίκαζαν τους εργάτες και εργαζόμενους σε ανεργία και πείνα, αλλά συγχρόνως μετέτρεπε τη χώρα σε παράδεισο για το κεφάλαιο. Τα μέτρα αυτά είχαν ονομαστεί «οι αποφάσεις της 24 Γενάρη». Η γνωστή έκφραση του Ντεμιρέλ «άνοιγμα προς το εξωτερικό κεφάλαιο», σήμαινε την εφαρμογή μιας πολιτικής καταρράκωσης του βιοτικού επιπέδου των εργαζομένων, με μείωση μισθών και κοινωνικών παροχών προς τα λαϊκά στρώματα και παράλληλα κρατική υποστήριξη στο μεγάλο κεφάλαιο, κάτι που προσέλκυσε ντόπιες και ξένες επενδύσεις. Αυτές οι κυβερνητικές αποφάσεις είχαν παρθεί σε συνθήκες μεγάλων κοινωνικών ταραχών. Μόνο στη Σμύρνη δεκάδες χιλιάδες εργάτες μετάλλου βρισκόντουσαν σε απεργία και σε όλη την Τουρκία και το Κουρδιστάν είχε υπάρξει λαϊκός ξεσηκωμός.

Ο Ντεμιρέλ ύστερα από χρόνια ομολόγησε σε μία συνέντευξη ότι οι «αποφάσεις της 24 Γενάρη» δεν μπορούσαν να υλοποιηθούν χωρίς πραξικόπημα και χούντα. Ο πρώτος στόχος των πραξικοπηματιών της 12ης Σεπτέμβρη ήταν η υλοποίηση αυτών των αποφάσεων. Εμπνευστής και αρχιτέκτονας αυτής της πολιτικής ήταν ο Τουρκγούτ Οζάλ, ο οποίος ήταν έμπιστος άνθρωπος γνωστών επενδυτικών ομίλων, έχοντας και την εμπιστοσύνη των Η.Π.Α. Το 1983 σε συνθήκες φασιστικής δικτατορίας ο Οζάλ δημιούργησε το κόμμα της «Μητέρας Πατρίδας» και με την ευλογία των χουντικών ήρθε στην κυβέρνηση. Ο ίδιος όχι μόνο υλοποίησε τις «αποφάσεις της 24 Γενάρη», αλλά πήρε άλλα τόσα “ευνοϊκά” μέτρα που ζητούσαν το Δ.Ν.Τ., η Παγκόσμια Τράπεζα και ο Παγκόσμιος Οργανισμός Εμπορίου. Δημαγωγώντας ασύστολα ο Οζάλ ζητούσε θυσίες από τον λαό, υποσχόμενος ότι τα επόμενα χρόνια θα υπάρξει «ευημερία και ανάπτυξη για όλο τον κόσμο». «Θα θυσιάσετε τώρα ένα αλλά αργότερα θα κερδίσετε πέντε» ήταν το σλόγκαν που έλεγε απευθυνόμενος στις εργατικές μάζες. Την ίδια στιγμή επέβαλε την κατάργηση του πόθεν έσχες για τους καπιταλιστές, προχώρησε στην έκδοση κρατικών ομολόγων με υπόσχεση το μεγάλο κέρδος, νομοθέτησε τη σημαντική μείωση στην φορολογία των επιχειρήσεων παρέχοντας κρατική εγγύηση και άλλες διευκολύνσεις στους «επενδυτές».

Ιδιωτικοποιήσεις και εργατικός μεσαίωνας

Επικρατώντας -και με κυβερνητική υποστήριξη- μεσαιωνικές συνθήκες εργασίας και με την παιδική εργασία να γνωρίζει άνθιση, ξεκίνησε η συσσώρευση του κεφαλαίου πάντα με εργοδοτική τρομοκρατία και την κρατική βία να κάνει την παρουσία της σε κάθε εργατική κινητοποίηση.

Η Τουρκία ξεκίνησε να γίνει παράδεισος ξέπλυμα μαύρου χρήματος σε διεθνές επίπεδο και ο Οζάλ συνέχιζε την προπαγάνδα ότι το κράτος δεν πρέπει να ασχοληθεί με την οικονομία και οι κρατικές επιχειρήσεις είναι ζημιογόνες επιβαρύνοντας τον κρατικό προϋπολογισμό, γι’ αυτό πρέπει να δοθούν προς εκμετάλλευση στους ιδιώτες. Και αυτή η τακτική υλοποιήθηκε. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα πουλήθηκαν πάρα πολλές κρατικές επιχειρήσεις σε ιδιωτικές εταιρίες. Ένα παράδειγμα: Δέκα υδροηλεκτρικά εργοστάσια πουλήθηκαν, ξεπουλήθηκαν στην ουσία για 1,2 δισ. Το πόσο χαριστική για το μεγάλο κεφάλαιο ήταν αυτή η παραχώρηση, φαίνεται από το γεγονός ότι το ποσό εξαγοράς αυτών των εργοστασίων αντιστοιχεί στο ύψος καθαρών κερδών που είχαν αυτά τα εργοστάσια μέσα σ’ ένα χρόνο! Την ίδια μοίρα είχαν και η καπνοβιομηχανία κ.α.

Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και ένταση της κρατικής καταστολής

Το 1984 η λαϊκή αγανάκτηση-συνέπεια της αντιλαϊκής πολιτικής, άρχισε να παίρνει ολοένα και πιο δυναμική μορφή. Ξαναεμφανίζεται ο Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ και με την στήριξη του τουρκικού κατεστημένου ξεκινάει μια προπαγάνδα «περί ευημερίας και δικαιοσύνης». Ο λαός δείχνει εμπιστοσύνη στις προεκλογικές δεσμεύσεις του, με αποτέλεσμα να βρεθεί στην εξουσία το κόμμα του «Ορθού Δρόμου». Ο Ντεμιρέλ εκλέχθηκε Πρόεδρος της Δημοκρατίας και η Τανσού Τσιλέρ έγινε πρωθυπουργός της Τουρκίας.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτής της περιόδου ήταν το κουρδικό ζήτημα. Οι μάχες μεταξύ ανταρτών και κυβερνητικών στρατιωτικών δυνάμεων είχαν κάθε μήνα εκατοντάδες ή και χιλιάδες νεκρούς και από τα δυο αντιμαχόμενα στρατόπεδα. Την ίδια στιγμή η άγρια εκμετάλλευση των εργαζομένων στους χώρους δουλειάς και η αφόρητη εργοδοτική τρομοκρατία, μόνο με την ένταση της καταστολής από την κυβέρνηση Τσιλέρ μπορούσαν να αντιμετωπιστούν. Σ’ αυτό το σκηνικό το τουρκικό «βαθύ κράτος» κατόρθωσε να γίνει η κύρια δύναμη σε όλα τα επίπεδα, με δυσδιάκριτες διαφορές από το επίσημο κράτος. Κατά την περίοδο διακυβέρνησης Ντεμιρέλ-Τσιλέρ υπήρξαν χιλιάδες αγνοούμενοι και δεκάδες χιλιάδες δολοφονίες από το κράτος και το παρακράτος.

Σημαντικό στοιχείο, ότι κατά την διακυβέρνησή της η Τσιλέρ χρησιμοποίησε μυστικά κονδύλια ύψους πεντακοσίων δισ., με την ίδια να δηλώνει μετά από αρκετά χρόνια και όταν βρισκόταν στο περιθώριο της πολιτικής ζωής ότι «αν αποκαλύψω πού ξόδεψα αυτά τα λεφτά θα γίνει πόλεμος σ’ όλο τον κόσμο».

Μέχρι τις αρχές του 2000 συνέχισε η κυριαρχία του κόμματος του «Ορθού Δρόμου» σε συνασπισμό με το κόμμα της «Μητέρας Πατρίδας», ενώ για κάποιο διάστημα υπήρξε και κυβερνητική παρουσία των ισλαμιστών.

Τα πρώτα βήματα του Ταγίπ Ερντογάν

Ήταν η εποχή που δημιούργησε κόμμα ο Ταγίπ Ερντογάν με μια δυνατή προπαγάνδα που κύριους άξονες της είχε τις «αντιιμπεριαλιστικές» «αντιδικτατορικές» εξαγγελίες. Ο ίδιος και τα στελέχη του κόμματος του –«Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» το ονόμασε- είχαν επιδοθεί σε μια ρητορεία για καταπολέμηση της φτώχειας, της ανεργίας και της μιζέριας που καταδυνάστευαν τα λαϊκά στρώματα. Και αυτή η προπαγάνδα, παράλληλα με τις υποσχέσεις του Ερντογάν ότι θα τερματιστούν τα πραξικοπήματα και οι λαοί της Τουρκίας επιτέλους θα βιώσουν δικαιοσύνη και ελευθερία, βρήκε ανταπόκριση στο εκλογικό σώμα.

Η απέχθεια του τουρκικού λαού προς το στρατιωτικό κατεστημένο και η εμφάνιση του Ερντογάν σαν «καταπιεσμένου» και «διωκόμενου» από τους στρατηγούς, του έδωσε την δυνατότητα να αποκτήσει πλατιά λαϊκή αποδοχή. Λαοπλάνος ο Ερντογάν, σε κάθε ευκαιρία συνέχιζε να κάνει λόγο για δημοκρατία και ελευθερία, ρίχνοντας κροκοδείλια δάκρυα «για τη γενοκτονία του κουρδικού λαού», εκφράζοντας την “αγωνία” του γιατί στη χώρα του δεν υπάρχει ισότητα και δικαιοσύνη.

Εδραίωση και γιγάντωση του κόμματος “Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης”

Η τακτική του αυτή απέδωσε. Τα λεγόμενα του έγιναν πιστευτά από το εκλογικό σώμα και το κόμμα του Ερντογάν βρέθηκε στην εξουσία. Όταν έγινε κυβέρνηση, πράγματι δημιούργησε επιτροπές για τους αγνοούμενους, άνοιξε το δρόμο για να δικαστούν οι στρατηγοί που πρωτοστάτησαν στο πραξικόπημα της 12ης Σεπτέμβρη, ανοίχτηκαν ομαδικοί τάφοι που είχαν γίνει την εποχή της Τσιλέρ και των στρατηγών, περιορίστηκαν τα δικαιώματα του στρατιωτικού κατεστημένου μέσα στην κρατική λειτουργία κλπ. Ταυτόχρονα σχεδόν σε όλη την Τουρκία φτιάχτηκαν δρόμοι και ιδιαίτερα έγιναν αλλαγές βιτρίνας σε μεγάλες πόλεις. Με επικοινωνιακές κινήσεις –μοίρασμα τροφίμων, ηλεκτρικών συσκευών κ.α. στον φτωχό κόσμο- κατόρθωσε να αποκτήσει λαϊκή βάση, δημιουργώντας ταυτόχρονα έναν μηχανισμό που κατόρθωσε να ελέγξει –αν και όχι απόλυτα- τις κυβερνητικές δομές, εξοστρακίζοντας τους πολιτικούς του αντιπάλους.

Όταν ο Ερντογάν και το κόμμα του εδραιώθηκαν στην κυβερνητική εξουσία, προχώρησαν σταδιακά και μεθοδευμένα σ’ αυτό που απαιτούσε το οικονομικό κατεστημένο της Τουρκίας, δηλαδή η αστική τάξη της χώρας και οι πολυεθνικές οι οποίες συνεργάζονταν μαζί της. Χαρακτηριστικό παράδειγμα η εκποίηση της δημόσιας περιουσία που υπήρχε και την οποία καρπώθηκαν τουρκικά και ξένα οικονομικά μεγαθήρια. Τα οικονομικά μεγέθη είσαι ενδεικτικά: Από το 1986 μέχρι το 2002, μέσα σε δεκαεπτά χρόνια δηλαδή, είχαν γίνει ιδιωτικοποιήσεις ύψους οκτώ δισ. δολαρίων.

Στην κυβέρνηση του Ερντογάν τα πρώτα επτά χρόνια έγιναν ιδιωτικοποιήσεις 30,5 δισ. δολαρίων και σήμερα έχουν ξεπεράσει κατά πολύ τα 70 δισ.

Κόμμα «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης». Το ξεκίνημα και η μετεξέλιξή του

Την περίοδο διακυβέρνησης της Τουρκίας από το κόμμα του Ερντογάν μπορούμε να την κατατάξουμε σε δύο περιόδους. Από τη δημιουργία του κόμματος «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης» μέχρι το 2012 ο Ερντογάν παρίστανε τον ηγέτη ενός πολιτικού μορφώματος εκφραστή της δημοκρατίας, που καταπιέζεται και διώκεται από το πολιτικοοικονομικό και στρατιωτικό κατεστημένο της Τουρκίας. Με αυτό τον τρόπο απέκτησε λαϊκή αποδοχή. Σχεδόν όλοι οι ιδιοκτήτες των μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων, μικροί επαγγελματίες που αισθανόντουσαν στο σβέρκο τους την καταπίεση των πολυεθνικών μονοπωλιακών εταιριών, έσπευσαν να υποστηρίξουν το νέο “φιλελεύθερο” κόμμα του Ερντογάν. Παράλληλα, η φιλολαϊκή του ρητορική και τα μεγάλα οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα που αντιμετώπιζαν τα λαϊκά στρώματα στις μεγάλες πόλεις, οδήγησαν λαϊκές μάζες στο να υποστηρίξουν το σημερινό κυβερνητικό κόμμα της Τουρκίας. Ας μην ξεχνάμε ότι είχε προηγηθεί μια στρατιωτική δικτατορία την οποία διαδέχτηκαν αυταρχικές κυβερνήσεις.

Με αυτά τα δεδομένα ο «φρέσκος» πολιτικός και σε πολλά σημεία ριζοσπαστικός λόγος του Ερντογάν, έγινε θετικά αποδεκτός από λαϊκές μάζες, με συνέπεια να γιγαντωθεί το κόμμα «Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης».

Η «μεταμόρφωση» -αν κάποιος μπορεί να τη χαρακτηρίσει έτσι- του Ερντογάν και του αρχηγικού του κόμματος, ξεκινάει από τα μέσα του 2012. Έχοντας δώσει «εξετάσεις» με την πολιτική που εφάρμοζε και κερδίζοντας την εμπιστοσύνη και την υποστήριξη από Δ.Ν.Τ., Παγκόσμια Τράπεζα αλλά και διεθνών μονοπωλιακών ομίλων που έχουν έντονη επενδυτική παρουσία στη χώρα του, ο Τούρκος ηγέτης θεωρεί ότι ήταν δυνατόν να στραφεί σε τμήματα της αστικής τάξης που εκπροσωπούσαν το κεμαλικό αλλά και το στρατιωτικό κατεστημένο. Αναφερόμαστε σε καπιταλιστικούς ομίλους -κάποιοι απ’ αυτούς ελέγχονται από απόστρατους στρατηγούς- οι οποίοι βρίσκονταν σε ενδοκαπιταλιστική αντιπαράθεση με τα συμφέροντα που εκπροσωπούσε ο ίδιος και το κόμμα του. Αυτοί οι ανταγωνισμοί σε μερίδες της τουρκικής αστικής τάξης για τον πλήρη έλεγχο του κράτους, ήταν και η μήτρα από όπου προήλθε το αποτυχημένο πραξικόπημα της 16 Ιούλη του 2016.

Ο Ερντογάν μετέτρεψε την απόπειρα αυτή σε ευκαιρία -“δώρο από τον θεό” ονόμασε την απόπειρα του πραξικοπήματος- για να καθυποτάξει κάθε αντιπολιτευτική φωνή και να εδραιώσει μια δικτατορία με κοινοβουλευτικό μανδύα. Χιλιάδες πολίτες που το καθεστώς της Άγκυρας θεωρούσε πολιτικούς αντιπάλους βρέθηκαν στη φυλακή, άλλοι τόσοι δημόσιοι υπάλληλοι βρέθηκαν απολυμένοι, εκατοντάδες ήταν τα Μ.Μ.Ε. στα οποία η κυβέρνηση έβαλε λουκέτο. Απώτερος στόχος του Ερντογάν φυσικά είναι το κουρδικό και ταξικό κίνημα. Και γι αυτό τον σκοπό χρησιμοποιεί κάθε μέσο που του προσφέρει η εξουσία που κατέχει, για να υπερασπιστεί τα συμφέροντα του μεγάλου κεφαλαίου που εκπροσωπεί.

Η ζοφερή οικονομική πραγματικότητα της Τουρκίας

Πέρα από τα τεράστια προβλήματα που δημιουργεί η εξωτερική πολιτική του Ερντογάν στο μοίρασμα επιρροής της περιοχής με άλλες όμορες ιμπεριαλιστικές χώρες, καλό είναι να σταθούμε στην εσωτερική οικονομική κατάσταση σήμερα στην Τουρκία μιλώντας με αριθμούς. Πέρα από την εικονική κατάσταση που προσπαθεί να παρουσιάσει το καθεστώς, η πραγματικότητα είναι αμείλικτη.

Το δημόσιο χρέος της Τουρκίας έκανε ένα σοκαριστικό άλμα 33,7% σε σχέση με πέρσι τον Μάη, έχοντας φτάσει τα 234 δισεκατομμύρια δολάρια. Το πιο προβληματικό για την κυβέρνηση της Άγκυρας είναι ότι περισσότερο από το μισό χρέος είναι σε ξένο νόμισμα, κάτι που σημαίνει ότι έχουν στερέψει οι επίσημες πηγές διεθνούς συναλλάγματος.

Η αξία της τουρκικής λίρας κατρακυλάει συνεχώς φτάνοντας σε νέο ιστορικό ναδίρ, στις 7,40 έναντι του δολαρίου. Κι αυτό παρά τις προσπάθειες του τουρκικού υπουργείου Οικονομικών, που δια μέσω της εθνικής τράπεζας δαπάνησε 65 δισ. δολάρια για να στηρίξει το εθνικό νόμισμα, μειώνοντας δραματικά τα συναλλαγματικά διαθέσιμα της χώρας.

Η πανδημία του κορωνοϊού σαρώνει την Τουρκία και είναι εντελώς άγνωστος ο αριθμός των νεκρών και των κρουσμάτων του θανατηφόρου ιού. Για να μην της ξεφύγει εντελώς η κατάσταση, η κυβέρνηση έλαβε κάποια μέτρα ενίσχυσης των τουρκικών νοικοκυριών, που όμως είχαν σαν συνέπεια να αυξηθεί κατά 25% στο τελευταίο τρίμηνο το ιδιωτικό χρέος των καταναλωτών και να υπερβαίνει σήμερα τα εκατό δισ. δολάρια.

Το Α.Ε.Π. της Τουρκίας αναμένεται να συρρικνωθεί πάνω από 4% φέτος, σύμφωνα με έρευνα της “Consensus Economics”.

Η ανεργία καθημερινά καλπάζει και είναι πολύ μεγαλύτερη από το επίσημο ποσοστό 12,8%.

Τα έσοδα από τον τουρισμό που αποτελούσαν βασική πηγή ξένου συναλλάγματος έχουν καταποντιστεί εξ’ αιτίας της πανδημίας. Στους πρώτους επτά μήνες του 2020, η Τουρκία υποδέχθηκε 5,4 εκατομμύρια ξένους επισκέπτες, 78% λιγότερους από πέρυσι, όπως δείχνουν τα στοιχεία που ανακοίνωσε το τουρκικό υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού. Αντιλαμβάνεται κανείς τι σημαίνει αυτό για την οικονομίας μιας χώρας στην οποία τα τουριστικά έσοδα αποτελούν βασική πηγή ξένου συναλλάγματος για να ισοσκελίσει το εμπορικό της έλλειμμα. Πέρυσι είχαν επισκεφτεί την Τουρκία πάνω από 45 εκατομμύρια επισκέπτες, αποφέροντας έσοδα 34,5 δισ. δολαρίων.

Η υποτίμηση της λίρας –που από τις αρχές του χρόνου έχει χάσει πάνω από το 19% της αξίας της έναντι του δολαρίου- και η εκτόξευση των τιμών στα εισαγόμενα προϊόντα, έχουν υποβαθμίσει ακόμα περισσότερο τη ζωή εκατομμυρίων πολιτών από τους λαούς που ζουν στην Τουρκία.

Κι’ αυτά συμβαίνουν τη στιγμή που οι συνθήκες εργασίας στην Τουρκία παραπέμπουν στον μεσαίωνα, με αποτέλεσμα κάθε χρόνο κατά μέσο όρο 1.300-1.400 εργάτες να χάνουν τη ζωή τους σε εργατικά ατυχήματα, ουσιαστικά δηλαδή σε εργοδοτικές δολοφονίες.

Ένα από τα στοιχεία που δεν πρέπει να παραλείψουμε, είναι ότι η Τουρκία αποτελεί πια παράδεισο της «μαύρης» και ανασφάλιστης εργασίας. Δημοσιεύματα τα οποία επικαλούνται δημόσιες πηγές, αναφέρουν ότι στην Τουρκία κυκλοφορεί παράνομο κεφάλαιο τετρακοσίων δισ. δολαρίων σε μη καταγεγραμμένες «επενδύσεις» με άγνωστο αριθμό εργατών. οι οποίοι με εξευτελιστικά μεροκάματα χύνουν τον ιδρώτα τους, κάποιες φορές και το αίμα τους για την κερδοφορία των καπιταλιστών.

Σημείο που δεν πρέπει να προσπεράσουμε είναι η τεράστια εσωτερική μετανάστευση που συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στην Τουρκία. Η αφόρητη ζωή συνέπεια και των μόνιμων συγκρούσεων μεταξύ κυβερνητικών δυνάμεων και ανταρτών στην τουρκική επαρχία και το οικονομικό μαράζωμα περιοχών, έχουν οδηγήσει εκατομμύρια εσωτερικούς μετανάστες προς τα αστικά κέντρα, πρώτη ύλη για εκμετάλλευση από τους καπιταλιστές, μια και αυτοί οι μετανάστες αποτελούν στρατό φτηνής και παράνομης εργασίας για το κεφάλαιο. Αν αυτό συνδυαστεί με το ότι στην πραγματικότητα σήμερα στον ιδιωτικό τομέα έχει καταργηθεί το οκτάωρο και κάθε εργαζόμενος –με την απειλή της απόλυσης- είναι έρμαιο στις απαιτήσεις του εργοδότη, μπορεί κάποιος να αντιληφθεί το εργασιακό καθεστώς που υπάρχει σήμερα στην Τουρκία.

Η σημερινή πολιτική κατάσταση στην Τουρκία

Για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια έχουμε τόσο μεγάλη κατάρρευση της δημοτικότητας του Ρετσέπ Ταγίπ Ερντογάν, που συμβαδίζει με την ελεύθερη πτώση στην οποία βρίσκεται και η οικονομία της Τουρκίας.

Είναι πολυσύνθετη η πραγματικότητα στο εσωτερικό της Τουρκίας. Μπορεί να προβάλλεται σαν κύριο πρόβλημα η κατάσταση στο οικονομικό ζήτημα, αλλά υπάρχουν εξ ίσου σημαντικοί παράγοντες που δεν μπορεί να τους προσπεράσουμε και μας δείχνουν ότι κάθε άλλο παρά ομαλή είναι η εσωτερική πολιτική κατάσταση.

Μια πολύ σημαντική μερίδα του τουρκικού λαού, είτε αυτή πρόκειται στους κεμαλιστές, σε τμήμα των «Γκρίζων Λύκων» είτε στο θρησκευτικό κόμμα «Ευημερίας», αποτελεί πολιτικό αντίπαλο του Ερντογάν, υπερασπιζόμενο τα συμφέροντα μια άλλης μερίδας της τουρκικής αστικής τάξης από αυτή που υπερασπίζεται το κόμμα του Ερντογάν. Κι αυτό αποτελεί μια μεγάλη ανασφάλεια για τον Τούρκο ηγέτη. Εκτός από το αστυνομικό σώμα, ο Ερντογάν πιστεύει ότι υπάρχουν θύλακες αμφισβήτησής του παντού. Στις ένοπλες δυνάμεις, στη δικαστική εξουσία, στον κρατικό μηχανισμό. Και αυτή η αντίληψή του έχει σαν αποτέλεσμα να γίνονται συνεχώς «εκκαθαρίσεις» σε όλες τις κυβερνητικές δομές.

Ένα κράτος που κυβερνάται με νόμους έκτακτης ανάγκης και που οι πειθαρχικές και ποινικές διώξεις σε όσους η κυβέρνηση θεωρεί πολιτικούς της αντιπάλους είναι καθημερινότητα, είναι επόμενο να έχει δημιουργήσει αναστάτωση και αρρυθμίες στον κρατικό μηχανισμό. Προκαλεί δυσαρέσκεια ακόμη και σε μέχρι πρότινος υποστηρικτές του Ερντογάν.

Οι εξελίξεις που μπορεί να υπάρξουν ανά πάσα στιγμή πιθανόν να είναι απρόβλεπτες και είναι εντελώς πλασματική η εικόνα του παντοδύναμου Ερντογάν που θέλει να προβάλει η κυβέρνηση της Άγκυρας.

Σχετικά άρθρα

Το Αϊβαλί βάζει πλώρη για την UNESCO

Super User

Ρεκόρ στις αιτήσεις για υποτροφίες σπουδών στην Τουρκία

Super User

Συνέδριο στην Άγκυρα για το ποντιακό ζήτημα

Super User

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Δείτε περισσότερα

Πολιτική απορρήτου και cookies