“Ο λάκκος” – Ντίνος Παπασπύρου, εκδόσεις “Ιανός”, σελίδες 75
“Γύρω στο ’75 ο λάκκος έπαψε να υπάρχει. Πρώτα έζωσαν την κοίτη του με μεγάλες τσιμεντένιες σωλήνες. Τεράστια φορτηγά κουβάλησαν εκατοντάδες κυβικά χώμα, μέχρι που τον σκέπασαν τελείως“.
Μια φράση από την εισαγωγή του Ντίνου Παπασπύρου στο βιβλίο του, το οποίο αποτυπώνει στον τροχό της ιστορίας μνήμες από μια γειτονιά της Θεσσαλονίκης που άλλαξε πρόσωπο και χάθηκε. Κι όμως, σαν κλείσεις τα μάτια, νομίζεις πως ακούς ακόμα τις παιδικές φωνές στους δρόμους. Ακόμα σου έρχονται οι μυρωδιές από τα σπίτια, οι εικόνες του χθες που αποτυπώθηκαν ανεξίτηλα μέσα στον καθένα μας. Γιατί καθένας απ’ όσους έζησαν τα δύσκολα μα γεμάτα εικόνες κι ευωδιές εκείνα χρόνια, είναι καταδικασμένος να κουβαλάει τη νοσταλγία που του γεννά η θύμησή τους. Ευτυχώς είναι πολλοί αυτοί που με ευαισθησία κι ακρίβεια κατέγραψαν αυτές τις εικόνες στο σώμα της μνήμης. Ανάμεσά τους και ο Ντίνος Παπασπύρου, που σ’ αυτή τη σειρά των μικρών πεζογραφημάτων διασώζει στοιχεία ενός μικρού κόσμου που έφυγε ανεπιστρεπτί. Ο πόλεμος και οι γερμανοί, ο εμφύλιος και οι ταραχές, οι ανέμελες μέρες του παιχνιδιού και των ρεμβασμών και τέλος η ανοικοδόμηση που έβαλε την τσιμεντένια ταφόπλακα στη ζωή του χθες. Πολλοί βρίσκουμε κομμάτια του εαυτού μας στις γραμμές αυτού του βιβλίου, κομμάτια από όσα ζήσαμε ή ακούσαμε για κείνο τον αλλιώτικο καιρό, τότε που η πραγματικότητα δεν είχε γίνει ακόμα εικονική και κυλούσε ολοζώντανη μ’ έναν παφλασμό, που χάρη στους ρομαντικούς καταγραφείς σαν τον Ντίνο Παπασπύρου, ακόμα βουίζει μέσα στα σαστισμένα κεφάλια του χονδροειδούς, απρόσωπου πολιτισμού που διαδέχθηκε το χθες.


