INDEXANTHI.GR
Πολιτισμός

Η Βίκυ Τσελεπίδου και το “Ελενίτ”

«Έγραψα όταν κάθισα να γράψω. Έρχεται μια μέρα που λες “εγώ σήμερα θα κάνω αυτό”. Αφήνεις τα άλλα, κάθεσαι και το κάνεις». Έτσι εξηγεί την έκδοση του πρώτου βιβλίου της με τίτλο «Ελενίτ» η Βίκυ Τσελεπίδου που ζει και εργάζεται στην Ξάνθη.

Πρόκειται για μία συλλογή 25 διηγημάτων που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Νεφέλη» και ήδη έχει προσελκύσει το ενδιαφέρον κοινού και μέσων μαζικής ενημέρωσης. «Είκοσι πέντε διηγήματα κάτω από το χαλί, το βάρος του χρόνου, η αιτία, η συνέπεια, η μάταιη αναζήτηση της μεταξύ τους συνάφειας, η σάρκα, η παρακαταθήκη μας» όπως γράφεται σε σχετικό δελτίο τύπου.

Η Βίκυ Τσελεπίδου γεννήθηκε στην Καβάλα το 1975. Σπούδασε Νομικά στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και Επικοινωνία στο London Guildhall University. Τα τελευταία χρόνια ζει στην Ξάνθη όπου και εργάζεται ως συμβολαιογράφος. Το «Ελενίτ» είναι το πρώτο βιβλίο της.

«Γονείς, δάσκαλοι και πολιτεία στήνουν συνεχώς θανατηφόρες στέγες πάνω από τα κεφάλια μας»

Συνομιλώντας μαζί της, δηλώνει ότι την εμπνέει ο άνθρωπος και ό,τι κάνει. Και εξηγεί τα περί τον τίτλο του βιβλίου λέγοντας: «Το ελενίτ αποτελούσε για χρόνια ένα φτηνό οικοδομικό υλικό που το χρησιμοποιούσαν κυρίως στην κατασκευή στεγών. Κάτω από μια στέγη αναπτύσσεται ο ιστός της οικογένειας, καλλιεργούνται οι δεσμοί μεταξύ των μελών της, ακουμπάει κανείς τα όνειρά του, κυλάει η καθημερινότητα. Πριν λίγα χρόνια απαγορεύτηκε η χρήση του, τόσο στην Ελλάδα όσο και σε πολλές χώρες του εξωτερικού επειδή θεωρήθηκε ως ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες καρκινογένεσης. Η στέγη αυτή λοιπόν, αντί να προστατεύει τους ενοίκους της (από διάφορες εξωτερικές απειλές), κρυφά κι αθόρυβα μολύνει η ίδια όσους αναζητούν από κάτω της καταφύγιο. Από άγνοια, δόλο ή αδιαφορία, γονείς, δάσκαλοι και πολιτεία, με το πρόσχημα της επιδιωκόμενης προστασίας μας, στήνουν συνεχώς θανατηφόρες στέγες πάνω από τα κεφάλια μας».

Με πνεύμα (και βλέμμα) διεισδυτικό, απαντά εύστοχα στην ερώτηση γιατί 25 διηγήματα και όχι ένα μυθιστόρημα ή κάτι άλλο, λέγοντας: «Ισχύει, νομίζω, αυτό που λένε ότι οι ιστορίες σε επιλέγουν, δεν τις επιλέγεις. Το ίδιο συμβαίνει και με το λογοτεχνικό είδος που κάθε φορά δουλεύεις, τουλάχιστον με μένα. Δεν ανήκω σε αυτούς που θέτουν αυστηρές γραμμές ανάμεσα στα λογοτεχνικά είδη. Τα όρια κι οι χαρακτηρισμοί είναι δουλειά των θεωρητικών, αυτό που καίει τον συγγραφέα είναι να πει την ιστορία. Κι αν την πει καλά, ακόμη καλύτερα. Δεν τον νοιάζει σε ποιο είδος τελικά θα καταταγεί αυτός ή η ιστορία του».

Όσο για τη σχέση της με τη συγγραφή, λέει: «Η σχέση του κάθε συγγραφέα με την συγγραφή προφανώς δεν είναι κάτι που ξυπνάει μια μέρα και το ανακαλύπτει ξαφνιαζόμενος, αυτό που μπορεί ωστόσο να συμβεί μέσα σε μια μέρα μόνο είναι η απόφασή του να κάτσει να τα γράψει, να σηκώσει τα μανίκια, να πιάσει δουλειά!».

Η Βίκυ Τσελεπίδου δεν φαίνεται να «καίγεται» για τα στοιχεία κυκλοφορίας του βιβλίου, που με χαρά το βλέπουμε να κοσμεί τις προθήκες βιβλιοπωλείων της Ξάνθης. «Κάπου θα υπάρχουν κι αυτά…» λέει μισοαδιάφορα, περιπαικτικά. Και με την ίδια διάθεση απαντά σε σχετική ερώτηση: «Τα μηνύματα που φτάνουν σε μένα από γνωστούς κι άγνωστους, είναι οπωσδήποτε θετικά. Με τα υπόλοιπα, αυτά που δεν φτάνουν σε μένα, δεν ξέρω τι γίνεται…».

«Με στεναχωρεί η άνθηση της παραλογοτεχνίας»

Χαρτογραφώντας το τοπίο που βρίσκει μπροστά του ένας πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας, η Βίκυ Τσελεπίδου το συναρτά με το «ποιες είναι οι προσδοκίες και οι επιδιώξεις του» και σχολιάζει: «Αρχικά, επιθυμία όλων είναι να βρουν έναν εκδότη, πράγμα σίγουρα δύσκολο στις μέρες μας, εκτός αν μιλάμε για αυτοέκδοση. Από εκεί και πέρα όμως, το αν θα τα βρει εύκολα ή δύσκολα στην πορεία του, εξαρτάται από τους στόχους που ο ίδιος έχει θέσει. Άλλος επιζητά δόξα, άλλος χρήμα, άλλος κοινό, άλλος καλές κριτικές, άλλος καταξίωση σε συγκεκριμένους κύκλους ώστε να…, άλλος αδιαφορεί για όλα αυτά. Ανάλογα με τις επιδιώξεις σου λοιπόν, διαμορφώνεται και το συγγραφικό περιβάλλον στο οποίο επιλέγεις να κινηθείς. Κι εκεί μέσα τα πράγματα είναι άλλοτε γοητευτικά κι άλλοτε απογοητευτικά. Σε κάθε περίπτωση, αυτό που μετράει περισσότερο –νομίζω- και παραμένει αναλλοίωτο, ανεξαρτήτως της στάσης και των στόχων του κάθε συγγραφέα, είναι η χαρά της γραφής».

Μπαίνοντας βαθύτερα στον εκδοτικό χώρο, η συνομιλήτριά μας ανατέμνει με ακρίβεια μία έκδηλη ροπή του, που οδήγησε χιλιάδες ανθρώπους στα μπουντρούμια των ρηχών προβληματισμών και συνέβαλε στη διαμόρφωση του ζοφερού τοπίου που διαμορφώνεται σήμερα γύρω. «Με στεναχωρεί η άνθηση της παραλογοτεχνίας, π.χ. της ροζ λογοτεχνίας» λέει. «Δεν πιστεύω αυτό που λένε, ότι έχει το κοινό που της αξίζει, ότι πραγματικά τόσοι πολλοί αναγνώστες μπορούν και αντλούν ουσιαστική απόλαυση από αυτήν. Μεγάλη μερίδα του ίδιου αυτού κοινού αν είχε την ευκαιρία να εκπαιδευτεί αλλιώς, αλλιώς θα διάβαζε -στην πλειονότητα του- σήμερα. Από τους ανθρώπους που δουλεύουν με το βιβλίο χρειάζεται κίνητρο και πρόταση προς τον αναγνώστη. Δυστυχώς όμως, δεν είναι λίγοι οι εκδοτικοί οίκοι που βολεύονται στο εύκολο κέρδος του junkfood».

Η περίφημη «κρίση», σε όλη την έκταση και σε όλες τις μορφές της, δεν θα μπορούσε να μείνει έξω από τη συνομιλία μας. «Από τη μία με ενοχλεί πολύ που η εκ μέρους μας αντίσταση-επανάσταση απέναντι σε όλο αυτό το κύμα που έρχεται κατά πάνω μας, δείχνει να στερείται μέσων, συχνότατα και διάθεσης», σχολιάζει η Βίκυ Τσελεπίδου. «Αναγνωρίζουμε οι περισσότεροι από εμάς πως πράγματι, ως άτομα και ως χώρα σε επίπεδο οικονομίας, δημοκρατίας και αξιοπρέπειας, υφιστάμεθα ισχυρότατη πίεση και έστω θολά διακρίνουμε και την αιτία του κακού. Από εκεί και πέρα τι κάνουμε; Πάλι βολευόμαστε… Από την άλλη, νομίζω πως δεν πρέπει να ταΐζουμε το “θεριό της κρίσης” με περισσότερη σημασία από όση του αξίζει. Εξακολουθούμε να έχουμε τη μία και μοναδική ζωή μας για να ζήσουμε -και τα παιδιά μας το ίδιο».

Η Ξάνθη και μια μεγάλη, αποσιωπημένη αλήθεια

Κλείσαμε τη συνομιλία μας κοιτάζοντας γύρω, αυτή την πόλη που χρόνια τώρα μας φιλοξενεί. Με τη Βίκυ Τσελεπίδου να εστιάζει σε δύο από τα στοιχεία της πόλης των ζωηρών αντιθέσεων. Ένα θετικό και ένα αρνητικό: «Κάτι πολύ αισιόδοξο που παρατηρώ τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο, είναι ότι οι κάτοικοί της τη χαίρονται την πόλη, ζούνε μαζί της, την περπατάνε, την τρέχουν, τη διαβάζουν, τη ζωγραφίζουν, τη φωτογραφίζουν, τη γλεντάνε, την αφουγκράζονται, τη στηρίζουν, έρχονται κοντά ο ένας στον άλλον. Υπάρχει μια συνεχής παραγωγή πολιτισμού σε πολλαπλά επίπεδα. Από την άλλη, κάποια πράγματα, κυρίως σε επίπεδο πολιτικής και νοοτροπίας, παρά τον χρόνο που τρέχει ευθεία μπροστά, μας κρατάνε πάλι πίσω! Λες, “μα είναι ποτέ δυνατόν;”. Κι όμως…».

Και στο τέλος, αφήνει πίσω της μισάνοιχτο ένα άλλο βιβλίο, που σηκώνει πολλή συζήτηση πίσω από τις ανέξοδες, θεωρητικές απαντήσεις μιας συχνά υποκριτικής καθημερινότητας: «Με θυμώνει που αυτή η περιβόητη “πολυπολιτισμικότητα” της Ξάνθης δεν έχει γίνει ακόμη συνείδηση όλων μας, ως πολύτιμο συγκριτικό πλεονέκτημα της πόλης. Και δεν το εννοώ τόσο από πλευράς τουριστικής προβολής, αυτό είναι το τελευταίο. Αλλά ως βίωμα δικό μας, κομμάτι της καθημερινότητάς μας, πλούτο μας».

 

Σχετικά άρθρα

Μάγος, κλόουν και ξυλοπόδαρος στο “Bookfest”

Super User

Η “Λωξάντρα” της Μαρίας Ιορδανίδου στην Ξάνθη και αλλού

Super User

Συναυλία με πιάνο και σαξόφωνο

Super User

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Δείτε περισσότερα

Πολιτική απορρήτου και cookies