XanTheater

  • Και τώρα πάλι μόνοι με τα δικά μας και την αμείλικτη καθημερινότητα...
  • Να και η εξήγηση που απέφυγε να δώσει ο δήμαρχος Μύκης
  • Οι δημότες Ξάνθης έχουν πλέον έξι χώρους για να ξεδίνουν από αυτά που δεν έχουν...
  • Η κακοκαιρία προκλητικά κατά του πολιτισμού...
  • Τελικά δεν συνελήφθη - Παϊδάκια και όχι παιδάκια έτρωγε λόγω τσικνοπέμπτης ο δημοσιογράφος που έσπευσε να το κοινοποιήσει με ανάρτηση. Απλά δεν ήξερε πού μπορεί να βρίσκονται τα διαλυτικά στο πληκτρολόγιο...
  • "Μπαλταφάν" - "Δεν βρίσκεται / λέξη καμία / να 'χει στον ήχο της / τόση αρμονία"
  • Αυτό το κατάπιαν αμάσητο στον Κυνηγετικό Σύλλογο Ξάνθης. Ήρθε όμως και νέο...
  • Οκταήμερη διακοπή ακινησίας επιβλήθηκε στο τουριστικό τρενάκι του δήμου Ξάνθης
  • Habemus παιδικές χαρές! Η Ξάνθη απολαμβάνει πλέον μέρος των αυτονόητων!

Myblogs.gr

Όταν, με το ξημέρωμα της δεκαετίας του '90, ο νεοφιλελευθερισμός του Φρήντμαν σηκώθηκε ξανά απ το κιβούρι του και αναφώνησε «καλωσορίσατε στην κόλαση», λίγοι τον πήραν στα σοβαρά. Οι πολλοί τσαλαβουτούσαν, με χαρά, στη δανεική ευημερία.

Ήταν η εποχή που οι τράπεζες μόστραραν τη «φιλόπτωχη» μούρη τους με διακοποδάνεια, φρουτοδάνεια, πλαστικές κάρτες απεριόριστης καταναλωτικής αυτοϊκανοποίησης και λοιπές «καλόκαρδες» παροχές. Τα χρηματιστήρια έκλειναν το μάτι σε αφελείς και οικειοθελώς λοβοτομημένους, πλασάροντας το μότο «τα λεφτά δεν θέλουν κόπο, θέλουν τρόπο». Τότε πολλοί πίστεψαν πως η τζογαδορία στα χρηματιστήρια αντικατέστησε πια τις κοινωνικές επαναστάσεις. Τι καλά, είπαν, ας μεταπηδήσουμε σε άλλη κοινωνική τάξη, τζογάροντας το πενιχρό κακομοίρικο κομπόδεμα. Αμ δε! Το γυαλιστερό περιτύλιγμα έκλεινε μέσα του την εργασιακή πολτοποίηση και τη μαζική φτωχοποίηση με πάταγο.

Ήταν η εποχή που η οκτωβριανή επανάσταση είχε κιόλας γίνει η γλυκιά ανάμνηση της Ιστορίας, καθώς ο «υπαρκτός» που την είχε ήδη μεταποιήσει, γινόταν ανύπαρκτος. Κάθε έννοια αντίπαλου δέους γινόταν σκόνη και ο δρόμος έμενε ανοιχτός στο «there is no alternative» της κυράτσας Θάτσερ, όπερ εστί μεθερμηνευόμενο, αυτό είναι, σ' αρέσει δεν σ' αρέσει.

Στα δικά μας χωρικά ύδατα, η εξουσία εναλλασσόταν ανάμεσα στα γνήσια μπάσταρδα του Φρήντμαν, Μητσοτάκη και Σημίτη και τους μαθητευόμενούς τους. Αν δεν σας απατά η μνήμη σας, ήταν η εποχή που ο εργαζόμενος βαφτίστηκε απασχολήσιμος, τα ασφαλιστικά ταμεία μπήκαν στη ρουλέτα των χρηματιστηρίων και εξαερώθηκαν. Καθετί κρατικό, όπως υγεία, παιδεία, ναυπηγεία, ορυχεία, αεροπορία κλπ, ακουγόταν ανυπόφορα παλιομοδίτικο στους αναγνώστες του Κωστόπουλου, έπαιρνε ιδιωτικό πρόσημο και πήγαινε στις βαθιές τσέπες καλών φίλων για να νοικοκυρευτούν κι από κει κατεύθυναν σε θυρίδες της Ελβετίας.

Την ίδια εποχή, μάθαμε να μετράμε τη μικροαστική κακομοιριά μας ή τη φτώχεια μας σε euro και λίγο μετά, ως περήφανοι κρετίνοι, επιβιβαστήκαμε στο χάρτινο καραβάκι των ολυμπιακών του 2004, αυτό μούσκεψε, βουλιάξαμε κι επέπλευσαν όλα τα σαπιόξυλα της λαμογιάς και της αρπαχτής. Ήταν επίσης η εποχή που χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά ο όρος «εργασιακός μεσαίωνας». Στο συνδικάτο μου στο δημόσιο σχολείο, διαφώνησα τότε μ' αυτό τον όρο. Όχι γιατί όλη η αθλιότητα που συνοπτικά περιγράφεται πιο πάνω δεν αντανακλούσε αυτή την έννοια, αλλά γιατί ήταν μόνο η αρχή. Πολύ νωρίς για να ξοδέψουμε ακριβές λέξεις.

Ακούγοντας χτες πως ο Σ.Ε.Β., αυτή η δυναμική συλλογικότητα (δεν μπορώ να σταματήσω να γελάω) των Ελλήνων (κι άλλα γέλια) βιομηχάνων (εδώ μου κόπηκε το γέλιο) πρότεινε, όχι πια μισθός αλλά κουπόνια, όχι πια σύμβαση οκταώρου αλλά απεριορίστων διαδρομών (εδώ κλαίω απ τα γέλια), νοιώθω ότι ξεμείναμε από λέξεις.

Αυτό δεν είναι εργασιακός μεσαίωνας. Ψάχνω το λεξιλόγιό μου. Βλέπω κιόλας στα σουπερμάρκετ κρεμασμένο το παλιό κάδρο των μπακάλικων. Χοντρός μπακάλης ο πωλών τοις μετρητοίς, χτικιάρης ο πωλών επί κουπόνια. Όταν θα προτείνουν, αντί ένα κουπόνι το μεροκάματο, μια ρέγγα παστή και μια φρατζόλα κι αντί της ελάχιστης υγειονομικής περίθαλψης που απόμεινε την ευθανασία, ίσως το ονομάσουμε «καλό παράδεισο».

Νίνα Γεωργιάδου