INDEXANTHI.GR
Πολιτισμός

Η Νοέλ Μπάξερ στο “Δύο”

Τη Νοέλ Μπάξερ και το… ολόφρεσκο (κυκλοφόρησε προ πενθημέρου) βιβλίο της “Το χνάρι που δεν έσβησε” παρουσιάζουν στην Ξάνθη το βράδυ (20.00) της Τετάρτης 20 Απριλίου οι εκδόσεις “Διόπτρα” και το βιβλιοπωλείο “Δύο”. Για το βιβλίο θα μιλήσουν η συγγραφέας και ο δημοσιογράφος-διαχειριστής του indexanthi.gr Θοδωρής Μπακάλης.

Παραθέτουμε στοιχεία για το βιβλίο επιλέγοντας απάρτια λεγομένων της συγγραφέως σε μακρά συνομιλία μας.

Στο νέο μυθιστόρημά της, η Νόελ Μπάξερ πλάθει χαρακτήρες που άλλοτε μοιάζει να βγήκαν από παλιούς ξεχασμένους θρύλους και άλλοτε να ζουν δίπλα μας. Η ιστορία της, ένα χρωματιστό κουβάρι, μας υπενθυμίζει την Ελλάδα των προηγούμενων δεκαετιών, τη ζωή στα αστικά κέντρα και τις βαθιά ριζωμένες παραδόσεις της επαρχίας. Η εναλλαγή του απόκοσμου με το οικείο ταξιδεύουν τον αναγνώστη και τον κάνουν συνένοχο στα μυστικά των ηρώων.

Η Νοέλ Μπάξερ γεννήθηκε στην Αθήνα από Ελληνίδα μητέρα και Βρετανό πατέρα. Τα παιδικά χρόνια της τα έζησε στην Καβάλα. Σπούδασε Ελληνική Φιλολογία και Αρχαιολογία (με θέμα την αρχιτεκτονική της κλασικής περιόδου) στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων και στην συνέχεια έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην Αγγλία (University of Birmigham). Από τότε ζει κι εργάζεται στην Αθήνα.

Έχουν δημοσιευτεί ως σήμερα τα μυθιστορήματά της: «Από δρυ παλιά κι από πέτρα», «Τη νύχτα που γύρισε ο χρόνος» και «Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας», από τις εκδόσεις “Ψυχογιός”. Προηγήθηκε μια σειρά διηγημάτων από τις εκδόσεις “Ανατολικός” με τίτλο «Μια φορά κι έναν καιρό… σήμερα». Στα βιβλία της η συγγραφέας δεν κρύβει το ενδιαφέρον της για την ελληνική ιστορία, ούτε το δέσιμό της με την Καβάλα και την ελληνική επαρχία. Και, κυρίως, δεν αποσιωπά πως κατάγεται από έναν φιλέλληνα και μια Ελληνίδα, συνδυασμό για τον οποίο είναι περήφανη. Παράλληλα με την συγγραφή, αρθρογραφεί. Επιφυλλίδες της με θέμα την κρίση, την ανεργία, την ανατροπή στην οικογένεια και τους Έλληνες σήμερα, κυκλοφορούν στο διαδίκτυο.

“Ποιος στην ουσία είναι ο πιο ένοχος; Αυτός με το οπλισμένο χέρι ή αυτός που το όπλισε;”

Είχα κατά νου μια «μαύρη» ηρωίδα βιβλίου, την Υπατία. Το καλύτερο περιβάλλον γι’ αυτήν, για να δράσει γόνιμα, ήταν μια σκοτεινή περίοδος, οπότε ποια καλύτερη από τη συγκεκριμένη. Είχα αποφασίσει να ταξιδέψω με αυτό το βιβλίο σε πιο σύγχρονες εποχές, οπότε έδεσε περίφημα” λέει η συγγραφέας, δίνοντας το πλαίσιο στο οποίο δημιουργήθηκε το νέο βιβλίο της. Και συνεχίζει: “Είχα λοιπόν τον χρόνο και το κεντρικό πρόσωπο. Από την αρχή αναγνώριζα πως την κάθαρση θα την έδινε ένας άλλος ήρωας (ο Άγης), ο οποίος -χωρίς να έχει γελοίο φωτοστέφανο- θα αντιστάθμιζε και θα εξισορροπούσε την κατάσταση ώστε στο τέλος να γείρει καθαρά η ιστορία μου προς το καλό. Θα έριχνε το φως του ο νέος σε ηλικία ήρωας, αλλά θα ήταν σχεδόν ο οποιοσδήποτε Άγης, τόσο «γνωστό» χαρακτήρα τον ήθελα. Ήταν τόσο σημαντικό αυτό για μένα, η κάθαρση, που τον αναβάθμισα σε δεύτερο πρωταγωνιστή. Έτσι, στην κλασική σύγκρουση καλού-κακού προστέθηκε και η σύγκρουση του παλιού με το νέο“.

Η Υπατία μού άρεσε από την αρχή” λέει, εμβαθύνοντας στο πλέγμα των ηρώων αλλά και σε όσα επιχειρεί να πραγματευτεί και να καταδείξει μέσω αυτών. “Μου επέτρεψε να τη χειριστώ έτσι που να αποδείξω πως η κακία είναι σύμπτωμα. Το παρελθόν της τη δικαιολογεί. Πριν γίνει θύτης έζησε ως θύμα. Θέλησα να δείξω πως η εποχή της, τα κλειστά ήθη και οι άνθρωποι που της έτυχαν από τη στιγμή που γεννήθηκε, διέγραψαν την μετέπειτα πορεία της. Είχα ένα ερώτημα κι αναζήτησα την απάντηση: «Ποιος στην ουσία είναι ο πιο ένοχος; Αυτός με το οπλισμένο χέρι ή αυτός που το όπλισε;». Την απάντηση (που αποτελεί την προσωπική μου άποψη) τη δίνω νομίζω ευανάγνωστα. Πλάθεται να είναι αυτή που είναι στο βιβλίο και το τραγικό είναι πως πλάστηκε έτσι από αγάπη (Ευθαλία) και από υποχωρητικότητα (πατέρας της). Σαφώς έπρεπε να υπάρχει μια κορύφωση που να τα βάζει όλα αυτά πάνω στο τραπέζι και διάλεξα τον Σπάρτακο (Μίμης). Επίτηδες πάτησα σε κάτι πολύ οικείο για την εποχή της χούντας (πώς οι αριστεροί έζησαν επί δικτατορίας). Για δύο λόγους: ώστε να κουμπώσουν εύκολα οι αναγνώστες, αλλά και για να μπορούν ελεύθερα να εστιάσουν στη λεπτομέρεια. Καθόλου τυχαία, από την κορύφωση αυτή παίρνει την σκυτάλη του λόγου ο Άγης (ο γιος του Σπάρτακου)“.

Είχα λοιπόν χρόνο και ήρωες, μου έλειπε ο χώρος. Εκεί άφησα και λειτούργησε το φαντασιακό. Κάθε «στρόγγυλο βουνό» είναι ένα βουνό που ξέρει ο αναγνώστης και κάθε «πόλη που ακούμπησε την θάλασσα» μπορεί να είναι η παραλιακή πόλη που έχει επισκεφθεί. Γεωγραφικά έχω την περιοχή στον χάρτη, αλλά δεν την ονοματίζω. Για το σπίτι στο οποίο διαδραματίζεται μεγάλη έκταση της δράσης, έκλεισα τα μάτια και έφερα από το παρελθόν ένα αρχοντικό στην παλιά μου γειτονιά της Καβάλας. Δεν υπάρχει πια αυτό το σπίτι. Συλλέγοντας τα επιμέρους για το βιβλίο, αναζήτησα και βρήκα μια παλιά φωτογραφία του. Τις Καρυάτιδες τις πήρα από αλλού κ.ο.κ. Έτσι φτιάχτηκαν λίγο-πολύ οι χώροι“, εξηγεί η Νοέλ Μπάξερ.

Η ίδια θέλησε να βάλει στο μυθιστόρημά της και λίγο μαγικό ρεαλισμό. “Το είχα δοκιμάσει ως γραφή στο «Ακολουθώντας τη γραμμή της θάλασσας» και είχα ξετρελαθεί. Στους αναγνώστες άρεσε επίσης, σύμφωνα με δηλώσεις τους, οπότε όλα καλά! Με γαργαλούσε κιόλας πώς σε μια μάλλον σκληρή πρωτοπρόσωπη αφήγηση θα σφήνωνα μαγεία. Αν δεν έβρισκα αυτό τον τρόπο, έτσι κι αλλιώς θα έκανα κάτι άλλο ώστε να ξεκουράζω την αφήγηση, τεχνική που κάνω πάντα. Για το «Χνάρι» επέλεξα τον μαγικό ρεαλισμό: εικόνες (κουνέλι), ιστορία (ο χορός της Σαλώμης), ηρωίδα (Λεώνη). Τέλος, με ιντρίγκαρε να έχω άντρα πρωταγωνιστή και μάλιστα να μιλήσω σε πρώτο πρόσωπο, με τη φωνή του. Το έκανα για πρώτη φορά“.

Με αυτό το βιβλίο της, η συγγραφέας θέλησε να δώσει “ένα βαθύ ψυχογραφικό μυθιστόρημα που, με την αλυσιδωτή σχέση δράσης-αντίδρασης, ασχολείται με τα δρώμενα της ανθρώπινης ψυχής όταν πάνω της παίζουν η ιστορία και τα ήθη της εποχής. Δεν γνωρίζω άλλο μυθιστόρημα με συγγενές θέμα, κι οπωσδήποτε όχι στο μυθιστορηματικό σκέλος. Συγκεκριμένα ως πλοκή, ως γραφή και ως εμπλοκή του μαγικού ρεαλισμού σε μια «ζωντανή» πρωτοπρόσωπη υπόθεση“.

Μια ιστορική περίοδο της Ελλάδας που μυθιστορηματικά δεν έχει εξαντληθεί

Αναφορικά με τη σχέση του νέου μυθιστορήματός της με την ιστορία, η συγγραφέας λέει: “Το ιστορικό υπόβαθρο φυσικά είναι δεδομένο αφού πρόκειται για καταγεγραμμένα ιστορικά γεγονότα, όμως δεν είναι χιλιοειπωμένη ιστορία, θεωρείται μια από τις λιγότερο διαβασμένες σελίδες της ελληνικής ιστορίας. Κάποιες (όπως η δικτατορία του ‘67) ακόμη γράφονται, ενώ άλλες (Μεταξάς) ξαναγράφονται με καινούργια και πιο ξεκάθαρη οπτική. Έτσι, «Το χνάρι που δεν έσβησε» αναφέρεται σε μια ιστορική περίοδο της Ελλάδας που μυθιστορηματικά δεν έχει εξαντληθεί, σε σύγκριση οπωσδήποτε με τις χαμένες πατρίδες. Η ιστορία πάνω στην οποία πατάει το μυθιστόρημα και με την οποία έχει υφανθεί, σε άλλους αναγνώστες θα είναι ένα ενδιαφέρον ταξίδι επιστροφής σε παλιούς καιρούς τους οποίους λογοτεχνικά δεν είχαν πολλές ευκαιρίες να επισκεφθούν, ενώ σε άλλους αναγνώστες -νεώτερης ηλικίας- θα αποτελούν άγνωστες σελίδες, άρα κάτι νέο. Είναι σημαντικό που ένα βιβλίο ψυχαγωγίας θα τους μεταφέρει στο παρελθόν της οικογένειάς τους και του τόπου τους. Λέω της οικογένειας τους γιατί κάθε ελληνική οικογένεια συνδέεται στην πλοκή με τον έναν ή τον άλλον τρόπο (αριστεροί-δεξιοί, φιλοβασιλικοί ή μη κ.α.)“.

Τρία χρόνια διαβάζει ιστορία για την περίοδο στην οποία αναφέρεται η πλοκή. Προσέθετε, έψαχνε, βρήκε σχετικούς ανθρώπους και πήρε μαρτυρίες, αναζητώντας τα στοιχεία «ανάμεσα στις γραμμές» και την αύρα της εποχής. “Έφτασα τόσο μακριά πίσω στον χρόνο, που συνομίλησα με ένα τότε μικρό αγόρι που συμμετείχε στην εκπαίδευση της 4ης Αυγούστου του καθεστώτος Μεταξά. Άκουσα ξανά διαγγέλματα του Παπαδόπουλου της χούντας, είδα φωτογραφίες της εποχής, ταινίες στο YouTube με τις κοινωνικές εξεγέρσεις στη Νομική κλπ, μίλησα με τη μαμά μου, με ηλικιωμένους θείους, γενικά τρία ολόκληρα χρόνια συνέλεγα και κατάπινα πληροφορίες” λέει χαρακτηριστικά, προσθέτοντας: “Την επταετία της χούντας, ως αίσθηση κοινωνίας, τη θυμάμαι. Τη μεταπολίτευση ακόμη πιο καλά. Τα χρόνια του δεύτερου πρωταγωνιστή πια τα ξέρω και από «πρώτο χέρι». Παρ’ όλα αυτά έγινε ιστορική έρευνα και γι’ αυτή την περίοδο“.

Και κλείνει τη συνομιλία μας λέγοντας: “Για μένα (αυτό αφορά κάθε βιβλίο και όλους τους συγγραφείς, χωρίς να παραγκωνίζω το θέμα της πρωτοτυπίας), το διαφορετικό είναι ο τρόπος που θα αφηγηθεί ο συγγραφέας την ιστορία του. Ο τρόπος που θα πει αυτά που έχει στο νου του“.

 

Σχετικά άρθρα

Τα εγκαίνια των “σημάτων καπνού” – παράταση της έκθεσης μέχρι τις 9 Οκτωβρίου

Super User

Βιβλιοπαρουσίαση στο “Δύο”

Super User

Ο Ιάκωβος Μαρτίδης στην καπναποθήκη “Π”

Super User

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Δείτε περισσότερα

Πολιτική απορρήτου και cookies