XanTheater

  • Ένα εξαίσιο κείμενο ξανθιώτισσας προς υποψήφιους των δημοτικών εκλογών
  • Τώρα επισημαίνουν όλοι (μα όλοι, ακόμη και οι αμίλητοι των τελευταίων χρόνων) κάθε λακκούβα και κάθε ατέλεια της πόλης
  • Για γέλια και για κλάματα: Σιωπή ή μετρημένες κουβέντες ολόκληρων χρόνων μετατράπηκαν σε φλογερό ενδιαφέρον και βομβαρδισμό ιδεών και προτάσεων!
  • ...και ξαφνικά εμφανίζονται από το πουθενά διάφοροι απίθανοι και... πιθανοί τύποι φωνάζοντας "φύγετε όλοι, ήρθαμε εμείς και θα κάνουμε τους δήμους της Ξάνθης παραδείσους"!
  • Δεν έχουν ώρα ανάρτησης (πονηρά σκεπτόμενοι), γράφουν όμως "συμβαίνει αυτή την ώρα"! Κι ο αναγνώστης συγχύζεται (και με τις δύο έννοιες της λέξης)...
  • Το είδαν στο indeXanthi.gr και τους άρεσε. Προσέτρεξαν στην πηγή, το έκαναν copy-paste αλλά... ξέχασαν να την αναφέρουν. Όπως κάνουν καθημερινά...

Myblogs.gr

Αδελφοί

Μέσα εις όλα όσα μας κατατρύχουν, έχομε και αυτό που θα μπορούσε εμμέτρως να περιγραφεί ως «το αεροπλάνο χάθηκε, το αεροπλάνο πάει». Παράξενο, όταν με εν κινητό που έχομε, κάποιοι γνωρίζουν πού ευρισκόμεθα ανά πάσα στιγμή! Κι εδώ εχάθη το στίγμα από διακόσια και βάλε κινητά, από ραντάρ, από μαύρα κουτιά και πάει κλαίγοντας! Παράξενο στ’ αλήθεια…

«Λες έχω αμπέλια και χωράφια και σπίτια και γης. Κουράδες έχεις. Κανένας άνθρωπος δεν έχει γη. Η γης έχει εμάς και σπάει κέφι μαζί μας, άσε που την ενοχλάμε κάθε λίγο σαν κοτόψειρες. Δύναμη; Μπούρδες. Ίδρωσες να κάνεις μια πολυκατοικία 46 διαμερίσματα και πλακώνει ένας σεισμός και στην κάνει λιάδα. Πήρες παρασήματα και χειροκροτήματα και ζήτω και έρχεται αδερφάκι μου ένα τόσο δα μικρόβιο από συνάχι και σε κάνει μια πτωματάρα χωρίς να το καταλάβεις. Έβαλες παρά στην μπάντα και διέταξες κόσμο κάντε έτσι ρε μερμήγκια ασήμαντα, και σε πιάνει ένα κόψιμο και είσαι ρεζίλης στην λεκάνη του καμπινέ. Κάνεις το δυνατό κι έτσι και πιάσει μια παγωνιά τρέμεις σαν παλιόσκυλο και από την άλλη μεριά μια μολόχα, ένα χορταράκι ασήμαντο, κάθεται όλη νύχτα και τρώει τους αέρηδες και το χιονιά και το πρωί είναι φρέσκο και δεν τούγινε τίποτα. Πού ‘ναι η δύναμή σου ρε φιόγκο κάτου από τούτο εδώ το Σύμπαν που μας πλακώνει με το βάρος του; Πού ‘ναι τα μεγαλεία σου και το τουπέ σου; Μια ανάποδη να πάρουνε τα πράματα, στα λεφτά, στα πολιτικά, στην υγεία, στα όλα που την βασίζεις, πας, ξεγράφτηκες και μήτε που θέλουνε να σε θυμούνται οι άλλοι. Πέθανες και περάσανε πενήντα χρόνια και μήτε κανένας ξέρει αν υπήρξες και αν έκανες και σε φοβηθήκανε και σε λογαριάσανε» (Νίκος Τσιφόρος - "Τα παιδιά της πιάτσας").