XanTheater

  • "Φίδι στα καμαρίνια του ανοιχτού δημοτικού θεάτρου Ξάνθης" λέει είδηση της 1ης Αυγούστου. Πού είναι το περίεργο;
  • Το... καλοκαιράκι φέρνει συνεχείς αναβολές συνεδριάσεων δημοτικών οργάνων σε δήμους της Π.Ε. Ξάνθης
  • Η ρήση "δρυός πεσούσης πας ανήρ ξυλεύεται" βρήκε εφαρμογή (και) στον ΣυΡιζΑ Ξάνθης
  • Δεν έχουν ώρα ανάρτησης (πονηρά σκεπτόμενοι), γράφουν όμως "συμβαίνει αυτή την ώρα"! Κι ο αναγνώστης συγχύζεται (και με τις δύο έννοιες της λέξης)...
  • Το είδαν στο indeXanthi.gr και τους άρεσε. Προσέτρεξαν στην πηγή, το έκαναν copy-paste αλλά... ξέχασαν να την αναφέρουν. Όπως κάνουν καθημερινά...

Myblogs.gr

Νίκος

Στο κείμενο παρατίθενται οι νόμοι περί βιασμού από την εποχή της αρχαιότητας ως τις μέρες μας και πώς αυτοί αντανακλούσαν τις κοινωνικές και ιστορικές συνθήκες της κάθε εποχής. Σκοπός μας είναι να κατανοήσουμε την αλληλεπίδραση μεταξύ νόμου-κοινωνίας και να κατανοήσουμε μύθους γύρω από τον βιασμό που αναδύθηκαν μέσα από αυτή τη σχέση και μας συνοδεύουν μέχρι σήμερα.

Με αφορμή τη συζήτηση σχετικά με τις αλλαγές στο Ποινικό Κώδικα, άνοιξε και ένα σημαντικό θέμα ταμπού. Ο βιασμός αποτελεί ιδιαίτερο έγκλημα λόγω της εμπλοκής της σεξουαλικής πράξης μέσα σε αυτό. Από το 1900 π.Χ. που οι Βαβυλώνιοι θέσπισαν νόμους εναντίον του, τον βιασμό τον ακολουθούσαν μύθοι όπως η ακόρεστη σεξουαλικότητα των γυναικών, οι ακαταγάλιαστες ορμές των ανδρών που "σαν άνδρες τι να έκαναν;" και πολλές δοξασίες και προκαταλήψεις, τόσο από τον χώρο της θρησκείας όσο και από τον χώρο της επιστήμης.

Ξεκινώντας από τον πρώτο καταγεγραμμένο νόμο κατά του βιασμού, θα πιάσουμε το νήμα βλέποντας πώς η ανδροκρατούμενη κοινωνία της εποχής εξυπηρετούσε τα συμφέροντά της μέσω του νόμου και πώς δημιουργήθηκαν οι μύθοι και η γενικότερη κουλτούρα του βιασμού που μέχρι σήμερα την συναντούμε γύρω μας.

Οι αρχαίοι νόμοι και αρχαίοι μύθοι γύρω από τον βιασμό

Οι περισσότεροι αρχαίοι νόμοι βασίζονταν στην λογική του lex talionis, δηλαδή οφθαλμός αντί οφθαλμού και οδόντας αντί οδόντος. Από αυτή τη λογική, σε συνδυασμό με το ό,τι οι κοινωνίες στην αρχαιότητα ήταν πατριαρχικές και ιεραρχικά δομημένες, γίνεται σαφές πως ο ελεύθερος άνδρας της εποχής είχε περισσότερα δικαιώματα απέναντι στο νόμο από ένα σκλάβο ή γυναίκα. Οι σκλάβοι και οι γυναίκες δεν ήταν τίποτα παραπάνω από τα υπάρχοντα του πατέρα ή του συζύγου και ο νόμος όφειλε να αποκαθιστά την αδικία απέναντι στο "πλήγμα" που δεχόταν ο ελεύθερος άνδρας.

Σύμφωνα με το νόμο του Χαμουραμπί το 1780 π.Χ, ο πατέρας του οποίου η παρθένα κόρη βιαζόταν έπρεπε να πληρωθεί από τον δράστη γιατί έπεφτε η "τιμή" πώλησής της στον μελλοντικό σύζυγο της… Ακόμα καλύτερα αν δεχόταν ο βιαστής να την παντρευτεί. Αν ο πατέρας δεν δεχόταν την παντρειά ή την πληρωμή από το δράστη (ή δεν μπορούσε εκείνος να πληρώσει το αντίτιμο) τότε θανατωνόταν.

Ο νόμος αδιαφορούσε για την προσωπική δικαίωση των θυμάτων. Στην περίπτωση των παντρεμένων γυναικών της Βαβυλωνίας τα πράγματα ήταν πιο δύσκολα. Ο νόμος όριζε τα εξής: αν βιάζονταν ήταν ένοχες για απιστία! Δένονταν μαζί με τον βιαστή τους και τους πέταγαν σε ένα ποτάμι, ενώ ο μόνος που θα μπορούσε να σώσει τη βιασμένη του σύζυγο ήταν ο ίδιος ο άνδρας εφόσον το επιθυμούσε.

Γιατί μια παρθένα που βιάζεται έχει διαφορετική μεταχείριση από το νόμο σε σύγκριση με μια παντρεμένη γυναίκα; Η απλή εξήγηση της εποχής ήταν πως μια παρθένα δεν είχε ποτέ της σεξουαλική ζωή, άρα δεν θα επιθυμούσε ποτέ να της συμβεί σεξουαλική πράξη και μάλιστα με τη βία, ενώ μια παντρεμένη γυναίκα ξέρει τις ηδονές της σάρκας και ίσως… να προκάλεσε και η ίδια τον βιαστή της, θέλοντας να απατήσει τον σύζυγό της.

Και ναι, μόλις συναντήσαμε τον πρώτο μύθο γύρω από τον βιασμό. Η εμπειρία στη σεξουαλική πράξη καθιστούσε τη γυναίκα αυτομάτως όχι θύμα, αλλά συνένοχη με τον θύτη. Σήμερα η γυναίκα που βιάζεται και είχε προηγουμένως σεξουαλική ζωή, αυτόματα μπαίνει στη διαδικασία να αποδείξει πως ναι μεν δεν ήταν παρθένα, αλλά παραμένει εγκρατής στην ερωτική της ζωή ώστε να θεωρηθεί αθώα για τον βιασμό της! Όσο πιο εγκρατής τόσο πιο αθώα θα θεωρηθεί. Η σεξουαλική απελευθέρωση των δεκαετιών ’60-’70 οδήγησε την κοινωνία να κουνά το δάκτυλο λέγοντας την ατάκα "τα ‘θελες και εσύ", αφού το να απολαμβάνει το σώμα της μια γυναίκα έχοντας περισσότερες από δύο-τρεις σχέσεις στη ζωή της θεωρείται μέχρι και σήμερα ταμπού. Είναι γνωστό άλλωστε το αστείο με την ατάκα που λέγεται ως και σήμερα "εγώ εσένα αγάπη μου γνώρισα και δύο ακόμα". Λίγες γυναίκες παραδέχονται πάνω από δυο-τρεις εραστές στην ζωή τους…

Ένας ακόμα μύθος που προέρχεται από κείνη την εποχή ήταν γύρω από την αντίσταση που πρέπει να δείχνουν οι γυναίκες απέναντι στον βιαστή τους. Αν δεν θέλεις να βιαστείς πρέπει να παλέψεις με τον βιαστή σου, να ουρλιάξεις, να εκλιπαρήσεις και να κλάψεις μπροστά του. Αν δεν τα έκανες όλα αυτά, τότε μάλλον ήθελες να βιαστείς, με βάση τη λογική των νόμων περί βιασμού των Χετταίων το 1.500 π.Χ.

Μια γυναίκα που βιαζόταν σε αγροτική περιοχή αραιοκατοικημένη, ήταν πολύ πιο εύκολο να αποδείξει πως αντιστάθηκε, αλλά δεν μπόρεσε να σωθεί από τον βιαστή της εφόσον δεν την άκουσε κανείς, αλλά μια γυναίκα που βιαζόταν σε πόλη έπρεπε να φέρει σημάδια έντονης πάλης για να γίνει πιστευτή. Αν μια γυναίκα βιαζόταν στο σπίτι της ήταν συνυπεύθυνη για τον βιασμό της όπως και αν είχε και έπρεπε να εκτελεστεί.

Μέχρι και σήμερα ο μύθος αυτός της "αντίστασης" και της συναίνεσης, γίνεται η κύρια κατηγορία απέναντι στις βιασμένες γυναίκες. "Αν είχες αντισταθεί αρκετά… αν τον είχες κλωτσήσει ή φωνάξει αρκετά δυνατά ώστε να σε ακούσει κάποιος, τώρα μπορεί αν μην ήσουν βιασμένη" ή "αφού δεν αντιστάθηκες αρκετά πάει να πει ότι σ’ άρεσε". Ο κάθε άνθρωπος αντιδρά διαφορετικά σε κατάσταση φόβου. Εύκολα κάποιος εκ του ασφαλούς μπορεί να πει ό,τι θέλει, αλλά κανείς δεν μπορεί αν ο/η ίδιος/ίδια βρεθεί σε παρόμοια θέση να ξέρει πώς θα αντιδράσει απέναντι σε αυτή.

Η αρχαία μας ελληνική μυθολογία

Ο βιασμός νέων γυναικών στην ελληνική μυθολογία ήταν ένα συχνό θέμα στους μύθους. Ο Δίας, πατέρας των θεών και των ανθρώπων, μεταμορφωνόταν συχνά σε διάφορα ζώα ή κοινούς θνητούς ξεγελώντας νεαρές, συνήθως, παρθένες γυναίκες κάνοντας παιδιά μαζί τους.

Επαναλαμβάνονται τα μοτίβα του "ξεγελασματος" των νεαρών γυναικών, της σθεναρής τους αντίστασης και της μεταμόρφωσής τους σε δέντρα, πέτρα ή τον θάνατο, με σκοπό να αποφύγουν την ατίμωσή τους. Δημιουργώντας την "αγνή" εικόνα πως μια γυναίκα, αν δεν θέλει να βιαστεί πρέπει να κάνει τα πάντα, ακόμα και να πεθαίνει οικειοθελώς.

Στην Ιλιάδα παρακολουθούμε ένα αλισβερίσι μεταξύ των ανδρών για το ποιος θα πάρει σεξουαλική του σκλάβα ποια. Ο βιασμός χρησιμοποιείται εκτεταμένα σε περιπτώσεις πολέμου ως τρόπος γελοιοποίησης και καθυπόταξης των αντίπαλων ανδρών που όχι μόνο νικήθηκαν στην μάχη, αλλά θα υποστούν την ταπείνωση να δουν τις γυναίκες και τις κόρες τους να βιαστούν και να πουληθούν ως σκλάβες από τον αντίπαλο. Ο βιασμός χρησιμοποιείται ως όπλο εκδίκησης απέναντι στον άνδρα με τον οποίο συνδέεται η γυναίκα που βιάζεται, ώστε να αποδείξουν οι βιαστές πως δεν μπορεί ή δεν είναι αρκετά άνδρας να προστατέψει τη γυναίκα ή την κόρη του.

Ο βιασμός χρησιμοποιείται και ως όπλο πολέμου απέναντι στον εχθρό και μέχρι σήμερα χρησιμοποιείται εκτεταμένα ώστε να "λερώσει" την εθνική καθαρότητα μιας χώρας. Παρ' ότι είναι αναγνωρισμένο ως έγκλημα πολέμου και κατά συνολικά της ανθρωπότητας και όχι μιας συγκεκριμένη χώρας, η πρακτική του βιασμού συνεχίζει να αποτελεί καθημερινότητα στις εμπόλεμες ζώνες.

Στη νομοθεσία, τον πρώτο νόμο για τον βιασμό τον διαβάζουμε στους νόμους του Σόλωνα, όπου ο βιαστής πρέπει να πληρώσει πέντε δραχμές αν αποδειχτεί ένοχος. Ο νόμος της Γόρτυνας βρέθηκε στην Κρήτη στα τέλη του 19ου αιώνα και αποτελείται από δώδεκα στήλες, πάνω στις οποίες χαράχτηκε η πρώτη νομοθεσία σε ευρωπαϊκό χώρο. Μέσα σε αυτές τις στήλες υπάρχει για πρώτη φορά η αναγνώριση του βιασμού και για τα δύο φύλα και η ποινή του θανάτου για τον δράστη της πράξης. Μέχρι εκείνη την εποχή ο βιασμός σαν πράξη αφορούσε μόνο στις γυναίκες, ενώ θα χρειαστεί να φτάσουμε στα μέσα του 19ου αιώνα ώστε να αναγνωριστεί ξανά ο βιασμός ως πράξη εναντίον των δύο φύλων.

Η αρχαία Ρώμη ακολουθώντας πιστά τα βήματα της αρχαίας Ελλάδας, υιοθέτησε τόσο τη θρησκεία της όσο και τη στάση της απέναντι στον βιασμό. Η λέξη "raptus" στο ρωμαϊκό δίκαιο σημαίνει "αιχμαλωσία με τη βία" και αναφερόταν σε σύνηθες φαινόμενο της εποχής, αυτό της απαγωγής γυναικών από άνδρες. Τις περισσότερες φορές οι απαγωγές γίνονταν σε συνεννόηση με το θύμα, ώστε να αναγκάσουν την οικογένειά της να αποδεχτεί τον δράστη ως σύζυγό της. Η απαγωγή γυναικών θεωρείτο ιδιωτικό έγκλημα που στρεφόταν κατά της περιουσίας του πατέρα και η ποινή ήταν ο θάνατος του δράστη, ενώ δεν τιμωρούταν για τη σεξουαλική πράξη αυτή καθαυτή.

Στο Βυζάντιο ο Ιουστινιανός αυστηροποίησε τους νόμους για το "raptus" και πέρα από τον θάνατο του δράστη, υπήρχε κατάσχεση της περιουσίας προς όφελος των δημόσιων ταμείων, εφόσον επί Βυζαντίου ο βιασμός θεωρείται δημόσιο έγκλημα. Ο Ιουστινιάνειος Κώδικας αναγνώριζε ως βιαστή εκείνον που ασελγούσε σε παρθένες, χήρες ή καλόγριες. Εννοείται πως ένας σύζυγος ποτέ δεν θα μπορούσε να είναι βιαστής της γυναίκας του.

Η μη ύπαρξη συζυγικού βιασμού, εφόσον η γυναίκα ήταν παντρεμένη με τον άνδρα της άρα του άνηκε δικαιωματικά, είναι από τις πιο παραμελημένες περιπτώσεις βιασμού. Μόλις το 2006 η Ελλάδα αναγνώρισε το δικαίωμα της γυναίκας να μπορεί να αντισταθεί απέναντι στην επιθυμία του άνδρα της εντός γάμου και να προστατεύεται από την εξαναγκαστική συνεύρεση μαζί του. Σε χειρότερη θέση και εντελώς αγνοημένες από τον νόμο ήταν οι γυναίκες ιερόδουλες. Μια γυναίκα δεν μπορούσε να θεωρηθεί βιασμένη από τη στιγμή που άνηκε σε όλους τους άνδρες και εκείνοι χρησιμοποιούσαν το σώμα της για τη σεξουαλική πράξη. Μέχρι και σήμερα, οι γυναίκες που εξασκούν το επάγγελμα της ιερόδουλης δύσκολα μπορούν να πείσουν το δικαστήριο πως αυτή η πράξη ήταν βιασμός και όχι κάποιου είδους συναινετικό βίαιο σεξ.

Οι θρησκείες ενισχύουν τους μύθους γύρω από τον βιασμό

Τόσο στη Βίβλο όσο και σε άλλα θρησκευτικά βιβλία παρουσιάζονται ιστορίες βιασμών γυναικών. Ο εβραϊκός και ο μουσουλμανικός θρησκευτικός νόμος για την τιμωρία του βιασμού επιφυλάσσουν –παρόμοια- ποινές για τους βιαστές, αλλά και για τις βιασμένες γυναίκες αν αυτές κριθούν ένοχες.

Αναπαραγωγή των μύθων περί αγνότητας, αντίστασης και συναίνεσης, βλέπουμε σε διάφορες περιπτώσεις. Έχοντας περιχαρακώσει τη σεξουαλική πράξη μέσα στον γάμο και μόνο για λόγους αναπαραγωγής, οι θρησκείες δαιμονοποίησαν τις σεξουαλικές επαφές, αναγνωρίζοντάς τες ως πράξη του διαβόλου, ενώ το γυναικείο σώμα παρουσιαζόταν πιο επιρρεπές στις σεξουαλικές απολαύσεις.

Για τη χριστιανική εκκλησία, ο μόνος τρόπος να σωθεί η γυναίκα από τη φυσική της κατωτερότητα έναντι του άνδρα, ήταν να απορρίψει τις ηδονές της σάρκας της και να αφοσιωθεί στον Θεό, διαφορετικά ήταν καταδικασμένη. Το γυναικείο σώμα ήταν αμαρτωλό και αν ένας άνδρας βίαζε μια πολύ όμορφη γυναίκα, θεωρείτο αδύναμος να παραβλέψει την σεξουαλική έλξη. Το αμάρτημα του βιασμού βάρυνε εκείνη που ήταν τόσο όμορφη και δημιούργησε στον άνδρα αυτή την αδυναμία. Αν ένας άνδρας βίαζε μια άσχημη γυναίκα, τότε με βάση την εκκλησία διέπραττε το αμάρτημα της λαγνείας ο ίδιος.

Ο μύθος της γυναικείας ομορφιάς που ερεθίζει τον άνδρα να πράξει βιασμό, υπάρχει μέχρι και σήμερα και εφαρμόζεται σαν δικαιολογία, ενώ η ασχήμια μιας γυναίκας συχνά υπογραμμίζεται ως στοιχείο αναξιοπιστίας της, αν ο δράστης κριθεί με "αντικειμενικά κριτήρια" ως ομορφότερος του θύματος. Οι γυναίκες στιγματίστηκαν ως περισσότερο φιλήδονες και ακόρεστες, πειρασμοί που επιθυμούσαν να προσελκύσουν τον άνδρα και να τον πλανέψουν.

Μεσαιωνικοί νόμοι και ο μύθος "το θύμα φταίει"

Το 1275 (13ος αιώνας) εμφανίζεται στο αγγλικό δίκαιο γραπτώς η αναγνώριση του βιασμού ως έγκλημα, τόσο για τις ανύπαντρες όσο και για τις παντρεμένες γυναίκες. Εκείνος που θα βρισκόταν ένοχος (σε περίπτωση μη συναινετικής επαφής και σθεναρής αντίστασης του θύματος βεβαίως) τιμωρούταν με δύο χρόνια φυλακή. Δέκα χρόνια αργότερα, ο νόμος προέβλεπε ότι ο ένοχος για βιασμό ήταν πάλι αντιμέτωπος με θάνατο.

Παρά τους αυστηρούς νόμους περί βιασμού, πολλοί ήταν εκείνοι που εκμεταλλευόμενοι την κοινωνική τους θέση μπορούσαν να ξεφύγουν των κατηγοριών. Αν και το "droit de seigneur" δεν έχει αποδειχτεί παρά ένας μύθος, αυτό που είναι αληθές και καταγεγραμμένο σε πολλά απομνημονεύματα του μεσαίωνα είναι περιπτώσεις βιασμών γυναικών, κυρίως ευγενικής καταγωγής (γιατί ποιός νοιαζόταν για τις φτωχές γυναίκες;).

Μια τέτοια περίπτωση καταγράφτηκε τον 14ο αιώνα από τον Jean Froissant και αφορούσε τη λαίδη Carrouges και τον βιασμό της από τον ευγενή LeCris. Εκείνος, εκμεταλλευόμενος την απουσία του συζύγου της την επισκέφτηκε και τη βίασε, εκβιάζοντάς την πως αν μιλήσει, απλά θα χάσει την ηθική της η ίδια και όχι εκείνος. Εκείνη, όταν επέστρεψε ο σύζυγός της, μάζεψε το κουράγιο της να του μιλήσει. Στην αρχή δεν την πίστεψε και όταν τελικά το έκανε, της είπε πως αν αποδειχτεί πως λέει ψέματα θα τη χωρίσει.

Ο μύθος της ακόρεστης γυναικείας λαγνείας και η αναξιοπιστία της γυναίκας, καταδίκαζε πολλές γυναίκες στο να μη μιλούν για τον βιασμό τους σε κανένα, πιστεύοντας πως οι ίδιες φταίνε γι’ αυτόν εξαιτίας της γυναικείας τους φύσης. Αν αναρωτιέστε ποιο ήταν το τέλος της ιστορίας της λαίδης, ο άνδρας της ρώτησε ευθέως τον ευγενή LeCris μπροστά στον άρχοντα της περιοχής τους στον οποίο και οι δύο ήταν υποτελείς, αν όντως έπραξε κάτι τέτοιο. Όταν η αυλή άκουσε την ομολογία της λαίδης θεώρησε τον LeCris αθώο και πως η λαίδη τα είδε όλα σε ένα πολύ κακό όνειρο. Αυτό εξόργισε τον άνδρα της, ο οποίος αποφάσισε να μεταφέρει την υπόθεση μπροστά στη βουλή του Παρισιού. Μετά από ενάμισι χρόνο δίκης το δικαστήριο αποφάνθηκε πως δεν υπήρχαν αρκετά στοιχεία ενοχής του ευγενή LeCris και αν ήθελαν να λύσουν οι δύο ευγενείς τη διαφορά τους εκτός δικαστηρίου, μπορούσαν να κάνουν μια μονομαχία μεταξύ τους. Πράγμα το οποίο έγινε. Ο LeCris σφαγιάστηκε από τον σύζυγο της λαίδης και όλοι γύρισαν στα σπίτια τους, εν προκειμένω στα κάστρα τους.

Ζώντας σε εποχές που ο διάβολος ήταν μια δικαιολογία για όλα, πολλοί ισχυρίστηκαν πως ο LeCris ίσως είχε κυριευτεί από μια δαιμονική οντότητα ή πως το παράφορο πάθος του για τη λαίδη τον έκανε να πατήσει τους όρκους του σαν ευγενής. Ξέπλυμα θύτη από τον μεσαίωνα.

Ο μύθος της αντίστασης καλά κρατεί. Όταν οι υπηρέτες εξετάστηκαν ενώπιον της βουλής, είπαν πως δεν είδαν τη λαίδη να είναι χτυπημένη μετά τον βιασμό, υπονοώντας πως μάλλον "τα ‘θελε". "Απλά εκείνη έκλαιγε" είπαν…

Ο μύθος του παράφορου πάθους είναι ένας ακόμα μύθος που κρατά μέχρι σήμερα. Πολλοί θεωρούν τον βιασμό όχι ως πράξη βίας απέναντι στο θύμα, αλλά έκφραση ακραίων ερωτικών συναισθημάτων. Με αυτό τον τρόπο δικαιολογούν τον θύτη πως αν επιθυμούσε τόσο το θύμα ώστε να του επιτεθεί ενώ το αγαπούσε, δεν έφταιγε ο ίδιος γι’ αυτό. Αντίθετα, η ερωτική αγάπη "εξαγνίζει" τον θύτη από τον βιασμό και τον φέρει σε θέση "ευάλωτου" απέναντι στο γυναικείο ποθητό σώμα. Στην περίπτωση του LeCris, ο οποίος υπήρξε και ιππότης στην εποχή του και όφειλε να υπηρετεί πιστά ένα κώδικα τιμής που περιλάμβανε την προστασία των αδύναμων μελών της κοινωνίας όπως γυναικόπαιδα και ηλικιωμένους, μόνο αν ο σατανάς τον είχε κυριέψει ή πραγματικά ο ερωτικός πόθος θα ξέπεφτε τόσο χαμηλά…

Ένας ακόμα μύθος που παράγεται μέσα από αυτή τη λογική, είναι πως στο βιασμό υπάρχει ταξικότητα. Ένας ευγενής της εποχής δε θα μπορούσε να 'ναι πραγματικά υπεύθυνος για τον βιασμό ή να το έκανε μόνο για την ηδονή της σάρκας, αντίθετα ένας χωριάτης προφανώς είναι πιο επιρρεπής σε κάτι τέτοιο.

Αγνοώντας τις χιλιάδες υποθέσεις ευγενών στα δικαστήρια της εποχής, ο μύθος πως οι κατώτεροι κοινωνικά άνδρες έχουν περισσότερες πιθανότητες να γίνουν βιαστές, είναι μια πολύ βολική θέση ακόμα και στην σύγχρονη κοινωνία. Ένας αμόρφωτος και φτωχός άνδρας έχει περισσότερες πιθανότητες να καταδικαστεί για βιασμό και σε περίπτωση μαύρου μπροστά σε αμερικάνικο δικαστήριο να φορτωθεί ακόμα και χωρίς αποδείξεις σωρεία βιασμών), παρά ένας πλούσιος και μορφωμένος "κύριος" που η κοινωνία μας προσπαθεί πάντα να του αποδώσει ελαφρυντικά. Αρκεί να θυμηθούμε υποθέσεις κολεγιόπαιδων στην Αμερική σε σύγκριση με υποθέσεις φτωχών αφροαμερικάνων.

Οι ιστορικοί του μεσαίωνα ένιωθαν αποτροπιασμό για τους βιασμούς των φτωχών χωρικών, όταν ξέσπαγε μια τοπική εξέγερση στην περιοχή και μέσα σε όλα γυναίκες ευγενική καταγωγής βιάζονταν από χωρικούς, αλλά δεν είχαν τέτοια συναισθήματα φρίκης όταν ιππότες και ευγενείς βίαζαν αγρότισσες ή υπηρέτριες κάτω από τη δούλεψή τους. Λίγες υποθέσεις έφταναν στα δικαστήρια, ακόμα λιγότερες στο να μην αθωωθεί ο ένοχος και ελάχιστες να τιμωρηθεί, συνήθως με ένα χρηματικό πρόστιμο. Σε Γαλλία, Αγγλία, Ιταλία και Ισπανία, χιλιάδες ήταν οι ευγενείς που ούτε καν έφτανε η υπόθεση τους ενώπιον του δικαστή, γιατί οι χωριατοπούλες ήταν για "ξόδεμα" και παρ' ότι το "droit de segnieur" δεν υπήρξε ποτέ, δηλαδή το δικαίωμα να κοιμάται ο ευγενής με την γυναίκα του χωρικού του την πρώτη νύχτα του γάμου τους, οι ευγενείς είχαν τη δυνατότητα οποιαδήποτε άλλη νύχτα -από ό,τι φαίνεται- να πράξουν ότι θέλουν.

Σε ό,τι αφορά στους κοινούς θνητούς, η απόδειξη του βιασμού στηριζόταν ακόμα σε απαρχαιωμένους νόμους, αφήνοντας πολλά περιθώρια οι άνδρες να αθωωθούν, εκτός από περιπτώσεις παρθένων, καλογριών ή εγκύων γυναικών όπου συνήθως η ποινή μπορεί να όριζε και θάνατο. Σε διαφορετικές περιπτώσεις εκτός των άνω κατηγοριών, οι γυναίκες για να σύρουν τους βιαστές τους στα δικαστήρια θα έπρεπε να υποστούν μια σειρά από εξευτελιστικές διαδικασίες για την εποχή, σε ό,τι αφορά στην τιμή τους και έπρεπε να στήσουν δημόσιο show. Να τριγυρίζουν στην πόλη ή στο χωριό φωνάζοντας το όνομα του βιαστή τους, να κλαίνε και να κυλιούνται στο χώμα. Όλα αυτά γιατί η κατάθεση μιας γυναίκας στο δικαστήριο είχε λιγότερη αξιοπιστία από αυτή ενός άνδρα.

Αν οι ευγενείς άνδρες μπορούσαν να ξεφύγουν από την κατηγορία του βιασμού, δεν συνέβαινε το ίδιο με τις γυναίκες. Συχνά μια βιασμένη αρχόντισσα ξέπεφτε κοινωνικά, ενώ μια βιασμένη φτωχή αντιμετώπιζε την κοινωνική κατακραυγή, η τιμή της στο νυφοπάζαρο έπεφτε, η οικογένεια της δυσφημιζόταν και η μεταχείρισή της κάποιες φορές ήταν να θεωρείται πόρνη για την πόλη ή το χωριό που ζούσε. Τις περισσότερες φορές καμία δεν τολμούσε να σύρει στα δικαστήρια τον βιαστή της και αν το έπραττε δεν το εμφάνιζε σαν βιασμό, αλλά σαν απλή απόπειρα που μείωνε ακόμα περισσότερο την ποινή του θύτη.

Σε εποχές που η σεξουαλικότητα ήταν ταμπού και η ερωτική ζωή των ανθρώπων καλά κρυμμένη, πολλές λανθασμένες αντιλήψεις με "επιστημονικό" μανδύα έβρισκαν τη δυνατότητα να ριζώσουν μέσα στο νόμο και στην μεσαιωνική κοινωνία. Η σύνδεση μεταξύ οργασμού και τεκνοποίησης έδωσε την δυνατότητα σε πολλούς βιαστές της εποχής να ξεφύγουν των κατηγοριών τους. Αν μια βιασμένη γυναίκα έμενε έγκυος από τον βιαστή της, σήμαινε πως είχε οργασμό, άρα πως της άρεσε η σεξουαλική πράξη και άρα δεν ήταν βιασμός αλλά… συναινετική ερωτική συνεύρεση ή ηθελημένη απιστία αν ήταν παντρεμένη όταν βιάστηκε. Σε αυτή την περίπτωση η γυναίκα κρινόταν ένοχη για λανθασμένες κατηγορίες εναντίον του βιαστή της και αντιμετώπιζε από χρηματικό πρόστιμο ως φυλακή. Πέρα από διασυρμό…

Σήμερα, η σύνδεση οργασμού και σύλληψης μπορεί να φέρει μειδίασμα στα χείλη μας, όμως εκείνη την εποχή αποτελούσε τρανή απόδειξη συνενοχής του θύματος με τον δράστη. Παρ' ότι επιστημονικά αυτή η σύνδεση έχει καταρριφθεί, υπάρχει ακόμα η πεποίθηση πως αν μια βιασμένη γυναίκα έχει οργασμό κατά τη διάρκεια του βιασμού της, τότε προφανώς επιθυμούσε την συνουσία.

Πέρα από την "επιστήμη" της εποχής και η λογοτεχνία είχε περιπλέξει τα πράγματα σχετικά με το αν οι γυναίκες ως αμαρτωλές και φιλήδονες από τη φύση τους εννοούσαν το "όχι" που έλεγαν, καθώς οι γενναίοι ιππότες και ευγενείς εξέφραζαν τον παράφορο πόθο τους για αυτές. Πολλά λογοτεχνικά έργα της εποχής δείχνουν πως μια γυναίκα μπορεί να αντισταθεί στην αρχή, αλλά αν ο άνδρας καταφέρει με τα λόγια και τα χάδια του να την πείσει τελικά, θα αποδειχτεί πως στην πραγματικότητα ήθελε και "το έπαιζε". Ο γνωστός μας μύθος "λέει όχι, αλλά στην πραγματικότητα εννοεί ναι"… Το μοτίβο του άνδρα που αρπάζει και φιλά με βία τη γυναίκα ενώ εκείνη αντιστέκεται και ξαφνικά χαλαρώνει τις αντιστάσεις της για τον να αποδεχτεί, έχει δημιουργήσει τόσες λανθασμένες αντιλήψεις για το πάθος, που μέχρι και σήμερα σκηνές όπως της Βουγιουκλάκη να χαστουκίζεται και μετά να φιλιέται με τον Παπαμιχαήλ αναφωνώντας "μ’ αγαπάει", έχουν περάσει κάτω από το δέρμα μας με ένα χιουμοριστικό τρόπο και ασυνείδητα έχουν προσθέσει ένα μικρό λιθαράκι μέσα μας πως οι γυναίκες άλλα λένε και άλλα κάνουν και πως οι άνδρες με χαστούκια και… φιλιά μπορούν να τις συνεφέρουν.

Η πίστη πως η γυναίκα στην πραγματικότητα διασκεδάζει τον βιασμό της, έχει να κάνει και με την αντίληψη πως το γυναικείο κορμί ηδονίζεται με την άσκηση βίας πάνω του. Πολλοί συγγραφείς και ποιητές στον μεσαίωνα ισχυρίζονταν με τα γραπτά τους πως οι γυναίκες μπορεί να αντιστέκονται ή να φωνάζουν αλλά στην πραγματικότητα επιθυμούν κάποιον να "φανεί αρκετά άνδρας ώστε να τις πάρει με την βία". Το θέμα περιπλέχτηκε περισσότερο όταν πολλούς αιώνες αργότερα ο Φρόιντ μίλησε για τον μαζοχισμό των γυναικών. Λέγοντας πως οι γυναίκες έχουν μια τάση να ζητούν να υποφέρουν.

Από το 14ο αιώνα και μετά, εμφανίζεται πιο έντονα στις υποθέσεις βιασμών ο όρος "συναίνεση" ή όχι. Η ανάγκη να αποδειχτεί αν το σεξ ήταν συναινετικό ή όχι, ήταν μείζονος σημασίας για την καταδίκη του θύτη. Μέχρι και σήμερα αποτελεί σημαντικό στοιχείο πάνω στο οποίο στηρίζεται η κατηγορία του βιασμού, γι’ αυτό και η πίεση εκ μέρους αρκετών νομικών κατά την εξέταση του θύματος σχετικά με τι ρούχα φορούσε, πόσο ήπιε, αν αντέδρασε και με ποιο τρόπο. Στην προσπάθεια να εκμαιευτεί έστω και μια υπόνοια συναίνεσης στη βίαιη σεξουαλική πράξη, έχουν ακουστεί απίθανα πράγματα σε δικαστικές αίθουσες και έχουν παρουσιαστεί διάφορα τεχνάσματα. Όπως μια περίπτωση μπροστά σε αμερικάνικο δικαστήριο όπου συνήγορος του κατηγορουμένου έφερε ως παράδειγμα πως το θύμα ήθελε στην πραγματικότητα να βιαστεί από το δράστη γιατί έμεινε ακίνητο. Έκανε επίδειξη με ένα περιστρεφόμενο μπουκάλι κόκα-κόλα και ένα καλαμάκι για να το αποδείξει τα λεγόμενα του, λέγοντας πως αν ο στόχος κουνιόταν δεν θα μπορούσε να επέλθει συνουσία.

Και ενώ τέτοια περιστατικά μάς ακούγονται γελοία και ο δράστης καταδικάστηκε, σε μια άλλη πρόσφατη περίπτωση το θύμα δεν δικαιώθηκε γιατί το δικαστήριο αποδέχτηκε τον ισχυρισμό του δράστη πως φορούσε ένα προκλητικό εσώρουχο άρα… προκαλούσε για βιασμό…

Ματριόσκα η κόκκινη – "Κατιούσα"

 

Καλαϊδόπουλος