XanTheater

  • Απέραντος σκουπιδότοπος είσοδοι πολυκατοικιών, καταστήματα και δρόμοι, από εκείνους που θέλουν να... νοικοκυρέψουν την πόλη
  • Στην τελική ευθεία μπαίνουν οι εκδηλώσεις με τίτλο "Σκίζομαι για την πόλη μου", στο πλαίσιο του πανελλαδικού προγράμματος "Εκλογές είναι, θα περάσουν"
  • Ένα εξαίσιο κείμενο ξανθιώτισσας προς υποψήφιους των δημοτικών εκλογών
  • Δεν έχουν ώρα ανάρτησης (πονηρά σκεπτόμενοι), γράφουν όμως "συμβαίνει αυτή την ώρα"! Κι ο αναγνώστης συγχύζεται (και με τις δύο έννοιες της λέξης)...
  • Το είδαν στο indeXanthi.gr και τους άρεσε. Προσέτρεξαν στην πηγή, το έκαναν copy-paste αλλά... ξέχασαν να την αναφέρουν. Όπως κάνουν καθημερινά...

Myblogs.gr

Νίκος

Υπάρχουν λέξεις αλλά και φράσεις που πολλοί χρησιμοποιούμε λάθος στην καθημερινή ζωή μας. Το αστείο είναι πως κατά πάσα πιθανότητα δεν θα μάθουμε να τις λέμε σωστά και στο μέλλον, γιατί η δύναμη της συνήθειας καμιά φορά είναι ισχυρότερη ακόμα κι από τη διάθεσή μας για μάθηση.

Το άρθρο δεν είναι οδηγός γραμματικής, απλά επιλέξαμε κάποιες από τις πιο συνηθισμένες φράσεις που μας παγιδεύουν και τις παρουσιάζουμε. Ας ελπίσουμε πως την επόμενη φορά που θα τις ξεστομίσουμε, θα έχουμε τουλάχιστον σκεφτεί καλύτερα!

«Χαίρετε!»

Είναι ευχή. Δηλαδή "να χαίρεστε". Γράφεται με έψιλον και όχι «χαίρεται» (ό,τι θυμάται).

«Κύριε, κυρία, δεσποινίς»

  • Προσφωνούμε πάντα "κύριο" και "κυρία" κάποιον που δεν γνωρίζουμε. Τον ζητάμε πάντα έτσι στο τηλέφωνο, σε τρίτους, ακόμα κι αν είναι κολλητός μας και παίζουμε μαζί σφαλιάρες. Το «δώσε μου τον Μανώλη» όταν τηλεφωνούμε στη δουλειά του, δεν δείχνει οικειότητα αλλά αγένεια.
  • Επίσης, δεσποινίδες λέμε μόνο τα κορίτσια από 16 χρονών και κάτω. Από 17 χρονών και πάνω όλες οι γυναίκες αποκαλούνται (και είναι) κυρίες.
  • Αντιθέτως, δεν αποκαλούμε ποτέ κύριο τον εαυτό μας! Λέμε «είμαι ο Γιώργος Νταλάρας» και όχι «είμαι ο κύριος Νταλάρας». Τέλος, δεν αποκαλούμε ποτέ κύριο κάποιον που έχει φύγει από τη ζωή, γιατί έχει πάψει να είναι κύριος του εαυτού του.

«Με γεια!»

Ευχή. Δύο λέξεις. Με υγεία και όχι μεγιά.

«Εξ απαλών ονύχων»

Το χρησιμοποιούμε λανθασμένα όταν θέλουμε να πούμε ότι κάτι έγινε ή το γνωρίζουμε πολύ επιδερμικά, ξώφαλτσα. Όμως σημαίνει ακριβώς το αντίθετο! Σημαίνει «από τότε που ήμουν μωρό και τα νύχια μου ήταν μαλακά, απαλά», δηλαδή από πάντα. Και δείχνει την εξοικείωση με κάτι. Είναι συνώνυμο του “παιδιόθεν” (από παιδί). Και μια και είπαμε «παιδιόθεν»:

«-θεν»

Όλα αυτά τα επιρρήματα με κατάληξη «θεν» λέγονται σκέτα! Το «θεν» δείχνει κατεύθυνση και σημαίνει “από”. Έτσι είναι πλεονασμός να ξαναβάζουμε το “από”. Δεν λέμε από ανέκαθεν, απλά ανέκαθεν. Ομοίως, λέμε «έμπροσθεν», «όπισθεν», «άνωθεν», «κάτωθεν», «έξωθεν», «δεξιόθεν», «εκατέρωθεν», «πόθεν», «μακρόθεν», αλλά –προσοχή- δεν υπάρχει κοντόθεν! Εκεί αν δεν θέλουμε να πούμε «από κοντά», μπορούμε να κοτσάρουμε το «εκ του σύνεγγυς». Επισημότητες!

«Ελαφρά τη καρδία»

Δηλαδή με ανάλαφρη καρδιά, άνετα, χωρίς να το πολυσκεφτώ. Τσιριμπίμ, τσιριμπόμ (μπορείτε να το χρησιμοποιείτε εκεί που θα βάζατε λανθασμένα το «εξ απαλών ονύχων»…).

«Αβρόχοις ποσί»

Χωρίς να βρέξω τα πόδια μου. Ο λαός μας λέει «αν δεν βρέξεις κώλο, ψάρι δεν τρως» που σημαίνει ότι πρέπει να εμβαθύνεις σε μια δουλειά για να έχεις αποτέλεσμα και όχι να την κάνεις επιδερμικά.

«Άνοιξε τον ασκό του Αιόλου»

Ακούμε συχνά λανθασμένα από διάφορους να λένε “τους ασκούς τους Αιόλου”. Ο ασκός του Αιόλου -σύμφωνα με τη μυθολογία- ήταν ένα σακούλι από δέρμα ζώου, που ο Αίολος, ο θεός των ανέμων ,είχε φυλακίσει μέσα όλους τους αέρηδες. Συνεπώς είναι λάθος να λέμε «άνοιξαν οι ασκοί του Αιόλου» γιατί ήταν μόνο ένα. Όπως και το κουτί της Πανδώρας.

«Υπέρ το δέον»

Και όχι υπέρ του δέοντος! Είναι το δέον (αυτό που πρέπει να γίνει) και κάνουμε κάτι, παραπάνω κι από αυτό.

«Ον ου τύπτει λόγος, ουδέ ράβδος»

Και όχι «εκεί που δεν πίπτει λόγος πίπτει ράβδος». Σημαίνει φυσικά ότι αυτόν που δεν παίρνει από λόγια, ούτε και το ξύλο μπορεί να τον συγκινήσει.

«Προπηλακίζω»

Σημαίνει βρίζω χυδαία κάποιον, τον μπινελικώνω. Δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση ότι του επιτίθεμαι σωματικά.

«Επί τούτω»

Και όχι «επί τούτου», «εξεπιτούτου» και άλλα τέτοια χαριτωμένα, που τα λέμε για αστείο και κοντεύουν να ενσωματωθούν στη γλώσσα μας. Ομοίως και το «επί τω έργω».

«Ζην»

Από τον καιρό που το «ζη» (η παλιά υποτακτική) έγινε «ζει», συμπαρέσυρε και το απαρέμφατο. Το απαρέμφατο όμως είναι τύπος της αρχαίας ελληνικής, οπότε καλό είναι να το αφήσουμε έτσι όπως ήταν. Άρα: Στον πατέρα μου χρωστώ το ζην, στο δάσκαλό μου το ευ ζην. Ή "βγάζω τα προς το ζην", το ζην επικινδύνως (vivere pericolosamente) κ.α.

«Μέτρον άριστον»

Και όχι «παν μέτρον άριστον». Σημαίνει ότι είναι καλό να έχουμε μέτρο σε όλα. Βάζοντας όμως μπροστά το «παν», αλλάζει αμέσως το νόημα και σημαίνει «μέτρο να’ ναι κι ό,τι να ναι!»

Στρατιωτικά παραγγέλματα

  • Μερικές εκφράσεις είναι από στρατιωτικά παραγγέλματα και αυτές πάλι τις λέμε ως έχουν, αλλιώς λέμε μπούρδες:
  • Δίνω το «παρών». Δηλαδή σε μια εκδήλωση, στο αγγελτήριο με κάλεσαν και δήλωσα «παρών». Και όχι δίνω το «παρόν» δηλαδή το… τώρα!
  • Με το όπλο «παρά πόδα». Δηλαδή με το όπλο δίπλα από τον πόδα μου και φυσικά όχι «παρά πόδας». Σημαίνει είμαι σε προσοχή. Και δεν το μπερδεύουμε με το «κατά πόδας» που σημαίνει παίρνω κάποιον στο κατόπι, τον ακολουθώ κατά βήμα.
  • «Εφ’ όπλου λόγχη». Και όχι «εφ' όπλου λόγχης». Ομοίως, σημαίνει προσαρτώ στο όπλο μου τη λόγχη και είμαι ετοιμοπόλεμος.
  • «Έρπειν». Και όχι έρπινγκ. Είναι ομολογουμένως απολαυστικό γιατί οι φαντάροι του κόλλησαν την αγγλική κατάληξη -ing (erping), αλλά δεν υπάρχει! Είναι κι αυτό απαρέμφατο του ρήματος έρπω.

«Εκ των ων ουκ άνευ»

Και όχι σκέτο«εκ των ουκ άνευ». Δηλαδή από αυτά που δεν μπορείς να κάνεις χωρίς.

«Του λόγου το ασφαλές»

Και όχι το αληθές. Είναι από το απολυτίκιο των Φώτων (Θεοφανείων) και δεν του αλλάζουμε τα φώτα!

"Δεν έχει πού την κεφαλή κλίνη"

Δεν έχει «πού την κεφαλή κλίνη». Και όχι «κλίναι». Δεν έχει δηλαδή που να γείρει το κεφάλι του, να ακουμπήσει. Είναι αυτό που λέμε «δεν έχει μαντήλι να κλάψει!» Είναι από τα Ευαγγέλια κι αυτό και το κρατάμε ως έχει.

Πχ και π.Χ.

  • π.Χ.: «προ Χριστού» με κεφαλαίο το Χ.
  • π.χ.: «παραδείγματος χάριν» με μικρό το χ.
  • μ.Χ.: «Μετά Χριστόν» και όχι μετά Χριστού.

Πώς αποκαλούμε έναν ιερέα

«Πάτερ Γεώργιε» (κλητική) όταν του απευθύνουμε το λόγο. Πώς όμως μιλάμε για κάποιον ιερέα; Τον «πατέρα Γεώργιο» και όχι τον… πάτερ Γεώργιο. Γράφεται πάντα με μικρό γιατί "Πατέρας" με κεφαλαίο είναι μόνο ο Θεός. Ο πατήρ/πατέρας Γεώργιος, του πατρός/πατέρα Γεωργίου, τω πατρί (δεν έχουμε πια δοτική) Γεωργίω, τον πατέρα/πατέρα Γεώργιο, ω! πάτερ!/πατέρα Γεώργιε.

Επίσης λέμε:

  • Ο συνήθης ύποπτος, αλλά το σύνηθες φαινόμενο
  • Ο ευμεγέθης κύριος Πάγκαλος, αλλά το ευμέγεθες πακέτο
  • Η αυτάρκης Κρήτη, αλλά το αύταρκες νησί
  • Ο κακοήθης άνθρωπος, αλλά το κακόηθες μελάνωμα κλπ.
  • Όμως, προσοχή: Ο φιλοθεάμων άνθρωπος και το φιλοθεάμον (και όχι φιλοθέαμον) κοινό.

Ώρες και χαιρετισμοί

  • π.μ. («προ μεσημβρίας»), αλλά μ.μ. «μετά μεσημβρίαν» (κατά το προ Χριστού / μετά Χριστόν).
  • Από τις 12.01 π.μ. (προ μεσημβρίας) είναι πρωί και λέμε «καλημέρα» μέχρι τις 12.00 (το μεσημέρι). Από τις 12.01 μ.μ. (μετά μεσημβρίαν) είναι απόγευμα και λέμε «καλησπέρα» μέχρι τις 12.00 τα μεσάνυχτα.
  • Όταν φεύγουμε από κάπου, καλό είναι να αποφεύγουμε το «αντίο» γιατί σημαίνει “θα τα πούμε στον άλλο κόσμο” (στο Θεό) και δεν είναι κι ελληνικό! Μπορούμε όμως με άνεση να χρησιμοποιήσουμε το «εις το επανιδείν», μια ευχή για να ξαναϊδωθούμε.

πηγή: Πένα

 

Καλαϊδόπουλος