XanTheater

  • "Η πολλή αγάπη βλάπτει" ενίοτε και τις πόλεις. Απόδειξη η κατάσταση της Ξάνθης, που ανά τετραετία-πενταετία εμφανίζονται πολλοί που τη λατρεύουν...
  • Ήταν ολοφάνερα πρωταπριλιάτικο
  • Συνεχίζονται και πυκνώνουν οι "βομβαρδισμοί"
  • Ένα εξαίσιο κείμενο ξανθιώτισσας προς υποψήφιους των δημοτικών εκλογών
  • Δεν έχουν ώρα ανάρτησης (πονηρά σκεπτόμενοι), γράφουν όμως "συμβαίνει αυτή την ώρα"! Κι ο αναγνώστης συγχύζεται (και με τις δύο έννοιες της λέξης)...
  • Το είδαν στο indeXanthi.gr και τους άρεσε. Προσέτρεξαν στην πηγή, το έκαναν copy-paste αλλά... ξέχασαν να την αναφέρουν. Όπως κάνουν καθημερινά...

Myblogs.gr

Νίκος

«Μη χάνεις το θάρρος σου, εμείς πάντα το ξέραμε πως δεν χωράει μέσα στους τέσσερις τοίχους το μεγάλο μας όνειρο».

Συμπληρώνονται σήμερα (30 Οκτωβρίου) τριάντα χρόνια από τον θάνατο του Τάσου Λειβαδίτη και το indexanthi.gr παραθέτει αποσπάσματα των γραφομένων του, τον σύνδεσμο για ένα ταξίδι στη ζωή και στο έργο του και μία ακόμη αναφορά.

Είμαστε εμείς που ζυμώνουμε και δεν έχουμε ψωμί.

Εμείς που βγάζουμε το κάρβουνο και κρυώνουμε.

Είμαστε εμείς που δεν έχουμε τίποτα

κι ερχόμαστε να πάρουμε τον κόσμο.

 

Μας φοβούνται και μας σκοτώνουν

φοβούνται τον ουρανό που κοιτάζουμε

φοβούνται το πεζούλι που ακουμπάμε

φοβούνται τα λόγια που λέμε οι δυο μας με φωνή χαμηλωμένη

φοβούνται τα λόγια που θα λέμε αύριο όλοι μαζί

μας φοβούνται αγάπη μου

κι όταν μας σκοτώνουν

νεκρούς μας φοβούνται πιο πολύ.

 

Το βράδυ έχω βρει έναν ωραίο τρόπο να κοιμάμαι.

Τους συγχωρώ έναν-έναν όλους.

Άλλοτε πάλι θέλω να σώσω την ανθρωπότητα

αλλά εκείνη αρνείται.

 

Προσπαθεί να φαίνεται ήρεμος. Να μοιάζει με τους άλλους. Κι είναι στιγμές που το κατορθώνει.

Όμως τις νύχτες δε μπορεί να κοιμηθεί. Οι μεγάλες φτερούγες του δε χωράνε μέσα στον ύπνο.

 

Μεγάλα λόγια που φωνάξαμε στους δρόμους

μικρές αλήθειες που αποσιωπήσαμε στον εαυτό μας...

Γι’ αυτό σου λέω

πρέπει να βρεις έναν άλλο τρόπο να ξεχωρίζεις τους ανθρώπους

όχι να περιμένεις την πράξη -είναι τότε αργά.

 

Πάνω στα ματωμένα πουκάμισα των σκοτωμένων

εμείς καθόμασταν τα βράδια

και ζωγραφίζαμε σκηνές από την αυριανή ευτυχία του κόσμου.

Έτσι γεννήθηκαν οι σημαίες μας.

Κι όταν πεθάνω και δε θα ‘μαι ούτε λίγη σκόνη πια

μέσα στους δρόμους σας

τα βιβλία μου, στέρεα και απλά

θα βρίσκουν πάντοτε μια θέση πάνω στα ξύλινα τραπέζια

ανάμεσα στο ψωμί

και τα εργαλεία του λαού.

Κατά πού πέφτει, λοιπόν, ο κόσμος;