INDEXANTHI.GR
e-Ξανθη-ματα

72 χρόνια από μία ακόμη πολιτική δολοφονία

Όπως μπορεί να δει κανείς και στο καθημερινό επετειολόγιο του indeXanthi.gr, συμπληρώνονται σήμερα (20 Αυγούστου) 72 χρόνια από τη δολοφονία του δημοσιογράφου Κώστα Βιδάλη. Παραθέτουμε πληροφορίες που συλλέχθηκαν από δημοσιεύματα και φωτίζουν το χρονικό των σκοτεινών ημερών…

Ένα παλιότερο σημείωμα

Τιμάμε και θυμόμαστε πάντα τον αξέχαστο σύντροφο, το δάσκαλό μας, τον Κώστα Βιδάλη σαν κληρονομιά ακριβή και σαν θυσία. Σαν μήνυμα αγώνα. Και σαν εντολή. Ο μάρτυρας δημοσιογράφος δε χωρά σε προθήκες και δεν είναι μνήμη μουσειακή.

Πενήντα τέσσερα χρόνια είναι, που ο άτρομος δημοσιογράφος, ο κομμουνιστής δημοσιογράφος, αψηφώντας τον κίνδυνο, αγνοώντας όλες τις συστάσεις να μην επιχειρήσει το ρεπορτάζ στη μαρτυρική Θεσσαλία, που κολυμπούσε στο αίμα, έφυγε, για να δει, για να γράψει το στερνό ρεπορτάζ, που θα το ‘γραφε με το αίμα του.

Ήταν ο φοβερός Αύγουστος του 1946. Καλοκαίρι καταματωμένο, που έφτανε και στις σελίδες μας. Ο Κ. Βιδάλης, πολιτικός συντάκτης του «Ρ» και της «Ελεύθερης Ελλάδας», έβλεπε πως το κακό φούντωνε κι απαιτούσε μια επιτόπια έρευνα για την τραγωδία που ζούσε τότε όλη η Ελλάδα και ιδιαίτερα η Θεσσαλία. Παρακολουθούσε, μέρα με τη μέρα, τα γεγονότα κι έβλεπε πως έπρεπε ο ίδιος να επιχειρήσει αυτό, που ακούραστα δίδασκε στους νέους δημοσιογράφους: «Πρέπει να μάθωμεν».

Ασυγκράτητος προς όλους, που, βλέποντας τον θανάσιμο κίνδυνο που τον απειλούσε, θέλησαν να τον αποτρέψουν, κι από την άποψη αυτή είναι χαρακτηριστικά τα λόγια της συντρόφου της ζωής του, της Κάτιας Βιδάλη, που στα 40χρονα της θυσίας του, έλεγε πάνω ακριβώς σ’ αυτό το θέμα.

«…Κανείς δεν τον έστειλε στη Θεσσαλία, στο στόμα του λύκου. Πήγε μόνος του. Θεληματικά. Και ο Καραγιώργης (διευθυντής τότε του «Ρ») και οι συνάδελφοί του προσπάθησαν να τον συγκρατήσουν, να μην τον αφήσουν να φύγει. Δεν άκουγε, όμως. Μέρες είχε μείνει άγρυπνος με φουρτουνιασμένη καρδιά, με την αγωνία πως οι Σούρληδες καίγαν τα χωριά, άρπαζαν το βιος του κοσμάκη, έδερναν μέχρι θανάτου τους αγρότες, βίαζαν γυναίκες, σκότωναν αγωνιστές…».

Κι η δική του στερνή απόφαση… «Δεν πρόκειται ν” ακούσω πια κανέναν. Η Θεσσαλία έχει γίνει ένα απέραντο σφαγείο. Όσοι γλίτωσαν από των Γερμανών το βόλι, σφάζονται σαν αρνιά». Και βεβαίωνε στέρεα την απόφασή του: «Είμαι δημοσιογράφος, πρέπει να κάμω τη δουλειά μου, να καταγγείλω όλο αυτό το όργιο της τρομοκρατίας… Ν’ αποκαλύψω τους δράστες».

Ολοφάνερο πως το δημοσιογραφικό χρέος έσπρωχνε αβάσταγα τον Κ. Βιδάλη να πάει στη Θεσσαλία. Και να αγνοήσει όλες τις συστάσεις και τις προσπάθειες που έγιναν για να τον αποτρέψουν. Κι έφυγε σαν σίφουνας, όπως θα το δώσει η γυναίκα του. Ένα απόγιομα κυριακάτικο (Αύγουστος 1946) έφευγε για τη Λάρισα, αφού λίγο πιο πριν είχε πάει σ’ ένα γάμο δυο αγαπημένων φίλων του. «Χαιρέτησέ τους κι από μένα», είπε στην Κάτια. Που προσθέτει: «Πήγε στο σπίτι του, πήρε το βαλιτσάκι του. Κι έφυγε σαν σίφουνας για τη Θεσσαλία».

Ο «Ριζοσπάστης», στις 18 Αυγούστου 1946, δημοσίευε τις πρώτες ειδήσεις για το μαρτύριο, τα βασανιστήρια, για τη μεγάλη δοκιμασία που υπέστη ο μάρτυρας της ελληνικής δημοσιογραφίας Κώστας Βιδάλης. Είδηση συγκλονιστική, που έπεσε σαν αστροπελέκι.

Έχουν όλη τους την επικαιρότητα, αλλά, πέρα απ” όλα, το βαθύ νόημα και μήνυμα στο σήμερα τα λόγια που ακούστηκαν στο πολιτικό μνημόσυνο του αγωνιστή δημοσιογράφου. Όλοι τον θρήνησαν. Κι όλοι είπαν το γενναίο λόγο για τον ενάρετο συνάδελφό τους, που όλους τους αγαπούσε, αλλά κι όλοι τον αγαπούσαν. Εξαίρεση, ένα-δυο δοσιλογικά καθάρματα της δημοσιογραφίας.

Είναι έτσι και σήμερα, στα 54 χρόνια από τη στερνή μέρα, που αποχαιρετούσε τη ζωή και τον αγώνα πάνω στη θεσσαλική γη (στην τοποθεσία Κούμια, κοντά στο χωριό Μελία) με τη ζητωκραυγή «Το Ε.Α.Μ. θα νικήσει», ολοζώντανα τα όσα είπε για το δημοσιογράφο και μαχητή ένας κορυφαίος τότε δημοσιογράφος, ο Μιχ. Ροδάς, που ήτο και πρόεδρος της επιτροπής που οργάνωσε το πολιτικό μνημόσυνο του Κ. Βιδάλη, που έγινε μπροστά σε μια κοσμοπλημμύρα στο θέατρο «Κεντρικό», στις 8 Σεπτέμβρη 1946. Είχε πει στην ομιλία του ο Μιχ. Ροδάς, από τα ιδρυτικά μέλη της σημερινής Ενώσεως Συντακτών – από το 1914 – “εγνώρισα όλους τους συναδέλφους και μπορώ να διακηρύξω ότι ο Κώστας Βιδάλης ήταν από τους πιο σεμνότερους, με το χαμόγελο που άνθιζε σαν λουλούδι πάντα στα χείλη του… Ο Κώστας Βιδάλης“, θα προσθέσει, τέλος, ο Μιχ. Ροδάς, “ήταν ένα μεγάλο πρόσχαρο παιδί μπροστά όχι μονάχα στους ομοϊδεάτες του, αλλά και σ” αυτούς που είχαν αντίθετες μ” αυτόν ιδέες και αισθήματα. Μια ψυχή καθάρια ελληνική με τον πόθο και την ορμή για την πρόοδο και τον πολιτισμό της χώρας“.

Ο δάσκαλος μένει πάντα –δίχως κώδικες και τεφτέρια– μια αγωνιστική παρουσία. Κρυστάλλινο, αγωνιστικό κάλεσμα πράξης για τους συναδέλφους και ιδιαίτερα τους νέους. Και τα κοφτά δωρικά λόγια, που τους έλεγε: «Να γράφετε απλά και τίμια για τον λαό. Λόγια σταράτα χωρίς περικοκλάδες, που με αμπελοφιλοσοφία μπόλικη σερβίρονται. Η πένα μας να γράφει απλά και τίμια για το λαό. Λόγια που αχτινοβολούνε και σήμερα πάνω στο γρανιτένιο βράχο στον τόπο της θυσίας του».

Νίκος Καραντινός

Το χρονικό

Ο Κώστας Βιδάλης γεννήθηκε το 1904 στην Αθήνα. Εργάζονταν στον Ριζοσπάστη απο το 1924 ενώ βρέθηκε ανταποκριτής του και στον ισπανικό εμφύλιο το 1937. Αφού επέστρεψε απο την Ισπανία, εξορίζεται στα Κήθυρα. Αργότερα, το 1941 γίνεται μέλος του Κ.Κ.Ε. ενώ πήρε μέρος και στην κατοχική αντίσταση τασσόμενος στην κεντρική διαφώτιση του Ε.Α.Μ.

Ο Κώστας Βιδάλης αναχώρησε για την Λάρισα πρωί στις 8:30 της 11ης Αυγούστου του 1946 με το λεωφορείο. Σκοπός του ήταν να φέρει στο φως και την εφημερίδα του ντοκουμέντα και συνεντεύξεις απο τις συμμορίες του παρακράτους και την διαβόητη Ε.Β.Ε.Ν. που δρούσαν στην περιοχή.

Από μέρες έλεγε στον διευθυντή του “Ρ” Κώστα Καραγεωργή: – Θέλω να πάω στην Θεσσαλία, να μάθουμε τι γίνεται εκεί. – Όχι, να μην πας, του απάνταγε κοφτά εκείνος. Ο Βιδάλης δεν ησύχαζε, κάθε φορά που έρχονταν νέα ή φήμες για τα όργια και τις ωμότητες στην Θεσσαλία, εκείνος επαναλάμβανε την πρότασή του και ο Καραγιώργης, έχοντας βέβαια ακέραιο το αισθητήριο της κατάστασης, εκεί τον απέρριπτε.

Το Σάββατο 10-08-1946, ο Βιδάλης πρότεινε για τέταρτη φορά στον Καραγιώργη να πάει στην Θεσσαλία. Του είπε: “Δεν είναι τίμιο αυτό που κάνουμε. Δεν μπορεί να γίνονται αυτά που γίνονται και εμείς να περιμένουμε τις μπούρδες του Θεοτόκη. Επιμένω να φύγω αύριο“. Ο Καραγιώργης αυτή τη φορά και με πολλές επιφυλάξεις υποχώρησε. Τον χαιρετάει και ο Βιδάλης χαμογελάει, λίγα λεπτά μετά κατεβαίνει τις σκάλες απο τα γραφεία του “Ρ”, πετυχαίνει πρόσωπο με πρόσωπο τον Θανάση Τσουπαρόπουλο, απόφοιτο Νομικής διευθυντή πριν δύο μήνες στην “Αναγέννηση” του Βόλου, που τώρα ήταν και αυτός συντάκτης του “Ρ”. Εκείνος τον ρωτάει: – Πού πας Κώστα; – Θανάση γεια σου, φεύγω, πάω στη Θεσσαλία. – Πού πας Κώστα; Η Θεσσαλία ληστοκρατείται! – Το ξέρω αλλά πάω. – Κώστα πρόσεχε!

Το πρωί της Κυριακής, ο Βιδάλης βρίσκονταν ήδη στο λεωφορείο. Η παρουσία του εκεί επισημάνθηκε κατά τον έλεγχο στο λεωφορείο στη Θήβα από μέλη της Ε.Β.Ε.Ν. και στα Φάρσαλα από έλεγχο των Σούρληδων. Το βράδυ στην Λάρισα ο Βιδάλης έμεινε στο ξενοδοχείο ”Ολύμπιον”. Την επόμενη το πρωί πηγαίνει στο πρακτορείο εφημερίδων του Σ. Δημητρακόπουλου όπου βρίσκει τον υπάλληλο Παντελή Αντωνιάδη. – Είμαι δημοσιογράφος από την Αθήνα. Θέλω να βρω τον κύριο Περραιβό. Μπορείτε να με βοηθήσετε παρακαλώ; – Πολύ ευχαρίστως! Ο κύριος Περραιβός από τότε που έκλεισε την εφημερίδα του περνά τον καιρό στο καφενείο ” Πανελλήνιο”, μάλιστα τώρα ίσως τον βρείτε εκεί. Ο Βιδάλης βρήκε πράγματι τον Περραιβό, παλιό δημοσιογράφο και κάθονται μαζί στο καφενείο. Μιλούν αρκετά αλλά με επιφύλαξη. Ο Περραιβός τον ενημερώνει “Ο Σούρλας σφάζει στους κάμπους , η χωροφυλακή κοιμάται. Στις πόλεις σφάζουν άλλοι. Στα βουνά έχει εξαπολυθεί ο στρατός και από στρατηγούς που έρχονται εδώ έμαθα ότι πρόκειται για οργανωμένη επίθεση με σκοπό να νοθεύσουν το δημοψήφισμα και να μας παραδώσουν υποταγμένους στον Γεώργιο. Έχει ανοίξει εμφύλιος πόλεμος“. Μετά τον ρώτησε: – Πότε ήρθες εσύ; Χθες το βράδυ. – Σήκω και φύγε αμέσως, πριν σε επισημάνουν!

Ο Βιδάλης δεν έφυγε. “Δεν ξεκόλλαγε από το καφενείο” αναφέρει ο Περραιβός που περίμενε να τον ξαναδεί από το καφενείο για να τον φυγαδεύσει από το μέρος αλλά δεν τον ξαναείδε ποτέ. Την ίδια συζήτηση του έκανε και ο Τάκης Γεωργίου όταν ο Βιδάλης τον συνάντησε αργότερα. “Μάζεψέ τα γρήγορα” του είχε πει. Αργότερα ο Κώστας Βιδάλης πήγε στα γραφεία του “Ημερήσιου Κήρυκα” στην γωνία Κούμα και Σκαρλάτου Σούτσου. Εκεί γνωρίζει τον διευθυντή Μιχάλη Χαδέλλη, τον αρχισυντάκτη Μήτσο Ξενάκη και τους δημοσιογράφους Γραμματίδη και Βαρθαλήτη. Του σύστησαν να εγκαταλείψει την πρόθεσή του να συναντήσει τον Σούρλα και να επιστρέψει όσο πιο γρήγορα μπορεί στην Αθήνα. Τα μέλη της εφημερίδας, αν και η γραμμή της ήταν δεξιά, πλαισίωσαν με συμπάθεια τον Βιδάλη και προσπάθησαν να τον βοηθήσουν όσο μπορούσαν. Την ίδια ημέρα ο Βιδάλης επισκέφθηκε και την χωροφυλακή. Τότε διοικητής Θεσσαλίας ήταν ο Μ. Μαντόυβαλος και υποδιοικητής ο αντισυνταγματάρχης Π Κουμάνταρος. Τις δύο επόμενες μέρες επισκέφτηκε διάφορους δικηγόρους και πολιτευόμενους. Από την πρώτη μέρα, ο Βιδάλης παρακολουθείται ανοιχτά από χωροφύλακες με πολιτικά. Οι χωροφύλακες ρωτάνε όποιον ο Βιδάλης συναντά για το τι ειπώθηκε ανάμεσά τους. Διενεργούνται αρκετές ανακρίσεις. Οι επαφές του Βιδάλη αναγκάζονται να του μιλάνε πολύ συγκρατημένα.

Το μεσημέρι της 3ης Αυγούστου του 1946, ο Βιδάλης γευμάτισε με τον Τάκη Γραμματίδη και τον Σ. Ρουμάνο στο εστιατόριο “Ερμής”. Τους χαιρετά για να φύγει με το τραίνο των 15:30 για τον Βόλο και από εκεί για την Αθήνα. Πηγαίνει στο “Ολύμπιον” για να ετοιμάσει τα πράγματά του. Στον δρόμο ξανασυναντά τυχαία τον Τάκη Γεωργίου. – Ακόμα εδώ είσαι εσυ; Σου είπα φύγε θα σε σκοτώσουν. – Φεύγω το απόγευμα, απαντά ο Βιδάλης με χαμόγελο και χαιρετιόνται. Το ποιός ειδοποίησε τους χωροφύλακες για την αποχώρηση του Βιδάλη δεν είναι γνωστό. Ο Πέτρος Βαρθαλήτης γνώριζε το όνομα και το είχε αναφέρει στον Κώστα Περραιβό ο οποίος όμως πεθαίνοντας αιφνίδια δεν πρόλαβε να το αποκαλύψει. Η χωροφυλακή αφού ειδοποιείται από τον εν λόγω άνδρα ειδοποιεί τους Σούρληδες.

Οι Σούρληδες πήδησαν στο τραίνο στο διάστημα μεταξύ Λάρισας και Αθήνας στην στάση Πλατύκαμπος (Χάλκη) για έλεγχο. Ήταν 12 με 14 σε αριθμό. Το τί συνέβη το ξέρουμε από επιβάτη του συρμού που είδε την απαγωγή του Βιδάλη και δέχθηκε να καταθέσει τα όσα είδε στον “Ρ”. Στο ίδιο βαγόνι με τον Βιδάλη επέβαινε και ένας κατώτερος και ένας ανώτερος αξιωματικός του στρατού όπως και αρκετοί συνάδελφοί τους σε άλλα βαγόνια. Αυτοί δεν έκαναν καμία κίνηση και απλά παρακολουθούσαν την απαγωγή. Από το τραίνο κατέβασαν τον Βιδάλη και έναν ακόμα. Ο άλλος δεν είναι γνωστό για το αν ήταν “καρφί” του Σούρλα ή κάποιο άτυχο θύμα του. και η μοίρα του παραμένει άγνωστη. Με τους ένοπλους είναι και ο Σπύρος Τριτάρης και αυτός είναι που αφηγήθηκε τα γεγονότα στον Λάζαρο Αρσενίου, την πηγή μας. Ο Βιδάλης παραμένει ήρεμος και αξιοπρεπής. Οι Σούρληδες κάνουν χωρατά και αστεία για να τον ξεγελάσουν. Εκείνος ρωτάει: – Γιατί με πιάσατε και που με πάτε; – Δεν είναι τίποτα, στον αρχηγό σε πάμε για ανάκριση, απαντούν οι δήμιοί του.

Φθάνουν στο χωριό “Μέλια” όπου στρατοπεδεύουν οι Σούρληδες, με δύναμη περίπου 200 ανδρών. Ο “στρατός” είναι μια συμμορία ληστών, βιαστών, βίαια στρατολογημένων και τραμπούκων. Ο “αρχηγός” τους Γρηγόρης Σούρλας, ένα ακατέργαστο, άξεστο γομάρι που του αρέσει να έχει εξουσία και να χύνει αίμα. Όλο το μπουλούκι τους οι Σούρληδες το ‘χουν μοιρασμένο σε ομάδες με έναν-δυο ψημένους αρχηγούς και μάζα τους φοβισμένους υπόλοιπους. Υπαρχηγός είναι ο αδερφός του Γρηγόρη, Χρήστος Σούρλας. Στην Μέλια η συμμορία πηγαίνουν τον Βιδάλη στο μοναδικό μαγαζί του χωριού, το μικτό μπακάλικο-καφενείο του Χαρ. Τσιτσικλή. Πριν μπούνε ο Βιδάλης ρωτάει δείχνοντας στο βουνό βόρεια. – Ποιό βουνό είν’ αυτό; – Ο Κίσαβος, του απαντάνε. – Αυτός είναι λοιπόν ο Κίσσαβος που βγάζει τις νόστιμες πατάτες.

Ο Βιδάλης πια ξέρει πού βρίσκεται. Στην περιοχή έχει ξαναέρθει τον Αύγουστο του 1944 σε ομιλία του Ε.Α.Μ. Οι ένοπλοι τον μπάζουν στο μαγαζί και κάθονται μαζί του στο τραπέζι της αριστερής γωνίας. Παραγγέλνουν για τους εαυτούς τους ούζα και για τον Βιδάλη “λουκούμι με νερά”. Αρχίζουν να μιλάνε στους γύρω για το κατόρθωμά τους και για τον ίδιο τον Βιδάλη λένε: “Είναι δημοσιογράφος του Ριζοσπάστη, τον λένε Βιδάλη, τον πιάσαμε με εντολή από την Αθήνα“. Ο Βιδάλης μένει ακίνητος και σκεπτικός. Μόνο εκείνος γνωρίζει τις σκέψεις του, που είναι οι σκέψεις ενός μελλοθάνατου… Οι κάτοικοι της Μέλιας με διάφορες προφάσεις πηγαίνουν να τον δουν, λένε ότι από την αρχή το κατάλαβαν ότι θα τον σκοτώσουν. Ήταν ευνόητο από τα φερσίματα των Σούρληδων. Ούτε τον είχαν ακούσει τότε σαν όνομα αλλά τον συμπάθησαν έτσι όμορφος που ήταν και σοβαρός. Το χωριό ακόμα και σήμερα τον θυμάται. Κανείς δεν τολμάει να τον βοηθήσει, τότε ακόμα και οι δεξιοί το τρέμανε το παρακράτος.

Τα υπόλοιπα γεγονότα μάς είναι γνωστά απο αυτόπτη μάρτυρα, ιδιοκτήτη λεωφορείου που το είχαν επιτάξει οι Σούρληδες και η μαρτυρία του έγινε στην Ένωση Συντακτών Ημερησίων Εφημερίδων Αθηνών.

Κατά τις εννιά παίρνουν τον Βιδάλη από το καφενείο και τον πηγαίνουν προς τον σιδηροδρομικό σταθμό, είκοσι λεπτά από το χωριό. Λίγο πιο μετά είχανε το αρχηγείο τους. “Είχαμε κατασκηνώσει στα Αλώνια ανάμεσα Μελιά-Χάλαη, 700 μέτρα από τη σιδηροδρομική γραμμή. Εγώ δεν τον είδα τον Βιδάλη άκουσα όμως ότι φέρανε έναν δημοσιογράφο του Ριζοσπάστη και ότι θα τον περάσουνε μαχαίρι. Ήταν κοντά δέκα η ώρα. Αυτό που ξέρω είναι ότι ο άνθρωπος μαρτύρησε μέχρι να πεθάνει. Τον πήγανε στα χωράφια, τον γδύσανε και του πήραν τα παπούτσια. Είχε μείνει μόνο με τη φανέλα. Την βαλίτσα του την πήρε ο Τζωρτζ, όπως και τις σημειώσεις του, και τα ρούχα ο Κωσταντάρας. Ο Τζωρτζ ανάκρινε πάντα όσους πιάνανε. Ήτανε από την Κύπρο και μορφωμένος. Ήξερε και τα αγγλικά. Ο Βιδάλης υπέφερε βάναυσα, στην αρχή άρχισαν να τον χτυπάνε με ρόπαλα και τελειώσανε τα βασανιστήρια στις τέσσερις το πρωί όταν ήταν πια νεκρός. Τον ρώταγαν διάφορα, δεν άκουσα τι, αλλά εκείνος δεν είπε τίποτα. Μετά τραβήχτηκαν λίγο παρά πέρα και αργότερα ένας, αφού είδε ότι δεν είχε συνέρθει πια, του έριξε τρεις-τέσσερις σφαίρες. Μετά βάλανε το πτώμα σε ένα αυτοκίνητο και το πέταξαν στην θέση Κούμια ανάμεσα στα χωράφια Δρίβα και Χονδρινάσιου. Για μέρες έμενε άταφος ο Βιδάλης καθώς όλοι φοβόντουσαν αν τον πλησιάσουν. Μόνο ένας πιτσιρικάς που πέρναγε από εκεί τυχαία είδε ένα σώμα που φόραγε μια ματωμένη φανέλα. Το χέρι του ήταν κομμένο στον καρπό και πεσμένο παραδίπλα. Μέρες τρώγανε το σώμα τα σκυλιά και σκόρπισαν τα κόκαλά του, ώσπου η γριά τότε Σουλτάνα Τζουβάρα τα μάζεψε και τα έθαψε σε άγνωστο μέχρι σήμερα τάφο κοντά στην Κούμια. Αργότερα αρκετές γυναίκες του χωριού του κάνανε τρισάγιο, ενώ πρόσφατα και επιτροπή του Κ.Κ.Ε. και του δημοσιογραφικού κόσμου κατάθεσε στεφάνι σε λειτουργία που έγινε στο όνομά του“.

 

0 Reviews

Write a Review

Σχετικά άρθρα

Είναι δυνατόν;

Super User

Έναν αιώνα πριν, ο Lenin προβλέπει με ακρίβεια τον ουτοπικό και αντιδραστικό χαρακτήρα της ευρωπαϊκής ένωσης

Super User

Ευχαριστήριο

Super User

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Δείτε περισσότερα

Πολιτική απορρήτου και cookies