INDEXANTHI.GR
Κοινωνία

Η Κοττάνη, τα τηλέφωνα και μια παλιά παρουσίαση

Μπορεί η Κοττάνη -ένα χωριό στην εσχατιά της Ξάνθης και της Ελλάδας, “μια ανάσα” από τη Βουλγαρία- να έχει μια ταβέρνα-κόσμημα, πασίγνωστη και με διαρκή ροή επισκεπτών από όλη την Ελλάδα, αλλά εδώ και καιρό δεν έχει τηλέφωνο. Σταθερό, γιατί τα κινητά έτσι κι αλλιώς δεν έχουν σήμα εκεί…

Υπάρχουν άρρωστοι άνθρωποι, ενώ ένας κτηνοτρόφος κατέβηκε στη Μέδουσα για να επικοινωνήσει για ζωοτροφές και να σώσει τα ζώα του” λένε οι πληροφορίες που μας έρχονται από τους αποκλεισμένους μιας άλλης Ελλάδας.

Εμείς παραθέτουμε τις απαντήσεις, όπως ακριβώς τις λάβαμε από τον Ο.Τ.Ε.:

Υπάρχει μια εναέρια γραμμή που είναι ευάλωτη στις καιρικές συνθήκες και παρουσιάζει βλάβες. Αυτή η γραμμή θα έπρεπε να έχει καταργηθεί με τα σημερινά δεδομένα, καθώς είναι πρωτόγονη. Αν μας ζητούσαν σήμερα τηλέφωνο εκεί, θα δηλώναμε αδυναμία, είμαστε πλέον μια ιδιωτική εταιρεία, τα όπλα μας είναι συγκεκριμένα και για να κάνουμε μια σύνδεση κοιτάμε και το κόστος. Παλιότερα που ο Ο.Τ.Ε. ήταν μονοπώλιο έκανε συνδέσεις όπου ζητούσαν οι συνδρομητές. Σήμερα κοιτάμε και για το αν έχουμε τη δυνατότητα να πάμε με σύγχρονα μέσα, αλλιώς λέμε στον πελάτη ότι δεν μπορούμε να τον ικανοποιήσουμε. Άλλωστε εκεί δεν υπάρχει και ζήτηση, μιλάμε για δύο-τρία άτομα. Κάθε εταιρεία το σκέφτεται να κάνει μια επένδυση εκεί. Το έχουμε εξηγήσει και εξυπηρετούμε, αλλά… Το λέμε ακόμη και σε επιχειρηματίες που πάνε σε δυσπρόσιτα μέρη, ότι δεν μπορούμε να τους ικανοποιήσουμε. Δεν μπορούμε να κάνουμε μια επένδυση χιλιάδων ευρώ για κάποιον που θέλει να πάει στην κορυφή ενός βουνού ή… στην άκρη του κόσμου.

Αφού όμως έχουμε φορτωθεί μια τέτοια προβληματική σύνδεση, πηγαίνουμε κάθε λίγο και επιλύουμε τα προβλήματα, που επανέρχονται λίγο καιρό μετά. Είναι κι άλλοι οικισμοί που έχουν αυτό το πρόβλημα. Υπάρχουν και χιόνια, πολλά προβλήματα για να πάει συνεργείο και να αποκαταστήσει τη βλάβη.

Μέσα στην εβδομάδα θα αποκαταστήσουμε το πρόβλημα, αλλά δεν μπορεί να γίνει κάτι περισσότερο.

Αναδημοσίευση για αρχειακούς λόγους

Αφορμής δοθείσης και μετά την αναφορά στην ταβέρνα της Κοττάνης, αναδημοσιεύουμε σχετική παρουσίαση που κάναμε πριν από μερικά χρόνια στον τύπο της Ξάνθης και της Κομοτηνής.

Μεταμόρφωση του τοπίου με σεβασμό στην παράδοση – Ο Τζεμίλ Χαλίλογλου και το θαύμα της Κοττάνης

Ένα άρθρο του πολιτικού μηχανικού Τριαντάφυλλου Σφυρή για την Κοττάνη, μας έδωσε το έναυσμα πριν από δυόμισι χρόνια να περιηγηθούμε στην απόμακρη περιοχή, με άξονα αναφοράς την ταβέρνα που κάποιος… τόλμησε να φτιάξει εκεί.

Μεράκι; «Τρέλα»; Αγάπη για τον τόπο; Όλα αυτά μαζί και πολλά άλλα ακόμη, συνθέτουν την ευπροσήγορη και φιλική προσωπικότητα του Τζεμίλ Χαλίλογλου που πήρε τότε τη γενναία απόφαση να δώσει ζωή στην εσχατιά της Ξανθιώτικης γης, στο πιο απομακρυσμένο Πομακοχώρι του νομού! Η όαση που αντικρίζει όποιος περάσει τον παράλληλο με τον ποταμό Κομψάτο χωματόδρομο μετά τη Μέδουσα, τον αποζημιώνει πλήρως. Το τοπίο και το εγχείρημα γοήτευσαν τον κ. Σφυρή και το μεράκι με το οποίο επισκευάστηκε το παλιό σπίτι και προστέθηκε κι η ταβέρνα καταπλήσσει καθέναν που θα το δει. Όπως και ο «οικολογικός» και υποδειγματικός μηχανισμός με τον οποίο γυρίζουν οι σούβλες, καθώς και τα υφαντά, το ξύλο και η πέτρα, το μεράκι και ο σεβασμός στη φύση και στην παράδοση. Δεν είναι απλά μια ταβέρνα (πώς θα μπορούσε να είναι «απλά» κάτι στην εσχατιά του ελληνικού χάρτη;) μα ένα ζωντανό μουσείο…

«Το ξέρω ότι είναι δύσκολη αυτή η απόφαση που πήρα» έλεγε τότε χαμογελώντας ο κ. Χαλίλογλου. «Ήμουν χρόνια σ’ αυτή τη δουλειά, σε ταβέρνες. Ξεκίνησα από την “Ξανθίππη”, ήμουν στη “Ραμόνα” με τον μπαρμπα-Φώτη, στη “Νεφέλη” κι έβλεπα ότι ο κόσμος ζητάει κάτι διαφορετικό και του αρέσει το παλιό. Έμενα στην παλιά Ξάνθη και έβλεπα τα παλιά κουτουκάκια, όλα κάθε βράδυ να έχουν τον κόσμο τους και σκέφτηκα: “Έχω κι εγώ το σπίτι του παππού στο χωριό, δεν πάω να το φτιάξω;” κι έτσι ξεκίνησα».

Όσο για βοήθεια; «Σε πρόγραμμα δεν μπόρεσα να μπω» λέει: «Όταν ήταν να ενταχθώ είχα κάνει κάτι χαρτιά, φτάσαμε στο τέλος και μου είπαν να παρουσιάσω ρευστό. Εγώ τότε δεν είχα, αργότερα πούλησα ένα ακίνητο, αλλά τότε μου είπαν ότι χάθηκαν τα προγράμματα και θα ξανάβγαιναν μετά από τέσσερα χρόνια. Οπότε δεν περίμενα, σιγά-σιγά ξεκίνησα κι όπου βγάλει».

Το μαγαζί άνοιξε την πρωτομαγιά του 2008 (εμείς το είχαμε πρωτοεπισκεφτεί και κάναμε την πρώτη συζήτηση με τον κ. Χαλίλογλου τέσσερις μήνες μετά) ύστερα από πολύ κόπο: «Το δούλευα πέντε χρόνια, ήταν γκρεμισμένο κι όλη αυτή η πέτρα που το ομόρφυνε είναι μαζεμένη από το δρόμο. Εγώ κι ένας τσοπάνος τα κάναμε αυτά γύρω και -δόξα τω θεώ- σιγά-σιγά τα ‘χουμε βγάλει εις πέρας». Όσο για την κίνηση σ’ ένα απομακρυσμένο και τόσο ιδιαίτερο μέρος, ο κ. Χαλίλογλου χαμογελάει με συγκατάβαση αλλά και σιγουριά! «Το πρώτο καλοκαίρι, παρόλο που δεν το ήξερε ο κόσμος, ερχόταν. Ειδικά τα Σαββατοκύριακα κινιόταν κάτι, είχε ικανοποιητική κίνηση για ένα τέτοιο μαγαζί που είναι εδώ στην άκρη και με τέτοιο δρόμο. Από κει και πέρα άρχισε η κίνηση».

Ξεχασμένοι από τις αρχές, αλλά όχι από τον κόσμο

«Όταν ξεκίνησα μου έλεγαν όλοι “καλά χαζός είσαι; Πού πας να πετάξεις τα λεφτά σου;” λέει χαμογελώντας ο Τζεμίλ και συνεχίζει: «Εγώ έλεγα ότι θα το κάνω και το πολύ-πολύ στο τέλος να μείνουμε εκεί, τουλάχιστον είναι δικό μου σπίτι. Τώρα που είδαν να έρχεται κόσμος, μου λένε “πώς τους κουβάλησες εδώ στην άκρη;”. Βέβαια, δουλεύουμε κυρίως τα Σαββατοκύριακα και τις γιορτές, με τη γυναίκα και τον γιό μου, αλλά όσο πάει το μαθαίνουν όλο και περισσότεροι. Καθημερινές εδώ είμαστε πάλι, αλλά περνάνε μόνο σποραδικά κάποιοι ταξιδιώτες. Υπάρχουν και τα λουτρά των Θερμών που είναι κοντά και βοηθάει κι αυτό, αφού ο κόσμος μάς συνδυάζει. Το καλοκαίρι –που τα πράγματα είναι σαφώς καλύτερα- έρχονται καμιά φορά και γκρουπ ξένων με μικρά λεωφορεία που νοικιάζουν από το ΚΤΕΛ. Πάντως τα πράγματα πηγαίνουν όλο και καλύτερα, όσο πάει το μαθαίνει ο κόσμος και ευχαριστιέται όταν έρχεται, τόσο ώστε ξαναέρχεται».

Όσο γι’ αυτούς που προτιμούν την Κοττάνη, «πέρα από τους Ξανθιώτες, έρχονται τακτικοί πελάτες από Κομοτηνή, Αλεξανδρούπολη και Καβάλα, ενώ έρχονται και κάποιοι Βούλγαροι. Βέβαια, οι περισσότεροι είναι φτωχοί αγρότες, όπως συμβαίνει και με τα δικά μας τα χωριά. Υπάρχουν όμως και μερικές παρέες που είναι σε κάπως καλύτερη οικονομική κατάσταση και έρχονται και από δω» λέει ο δυναμικός ακρίτας, η σπουδαία πρωτοβουλία του οποίου μαθεύτηκε κυρίως από δημοσιεύματα: «Με βοήθησαν οι δημοσιογράφοι» λέει: «Ήρθε ο «Σκάι», η Ν.Ε.Τ. («Μένουμε Ελλάδα»), τα «Αληθινά σενάρια» της Ε.Τ.3, το «Αθηνόραμα», έγιναν αναφορές σε λευκώματα κ.α. Έτσι μαθαίνεται κι έρχονται παρέες, αλλιώς πού να το μάθει ο κόσμος;».

Όσο για τη ζωή εκεί, είναι σκληρή και γίνεται ακόμη σκληρότερη από την παντελή έλλειψη οποιασδήποτε υποδομής. Μεγαλύτερο πρόβλημα ο δρόμος, με τον Τζεμίλ να λέει: «Προσπαθώ να φέρω κόσμο προς τα εδώ, σ’ ένα απομακρυσμένο μέρος όπου τελειώνει και ο δρόμος που είναι το μεγάλο πρόβλημά μας. Είχε γίνει μελέτη αλλά με την κρίση χάθηκε… Καλά θα ήταν να γίνει ο δρόμος, γιατί ειδικά το χειμώνα οι συνθήκες είναι πολύ δύσκολες. Με την παραμικρή βροχή ή με τα χιόνια είμαστε αποκλεισμένοι, όπως έγινε για μια ολόκληρη βδομάδα πριν από λίγο καιρό. Στο χωριό μένουν πέντε οικογένειες ηλικιωμένων συνταξιούχων τις οποίες εξυπηρετώ αφού δεν έχουν αυτοκίνητα. Τους πηγαίνω εγώ στον γιατρό ή όπου χρειαστεί. Ο νέος δήμαρχος Μύκης ήρθε, συζητήσαμε και υποσχέθηκε με την πρώτη ευκαιρία να αναφέρει στον περιφερειάρχη το ζήτημα του δρόμου, αφού υπάρχει και η μελέτη».

Κατά τα λοιπά, «κινητό δεν πιάνει, τηλεόραση βλέπουμε μέσω δορυφόρου και ενώ στο λογαριασμό της Δ.Ε.Η. μας βάζουν να πληρώνουμε για την Ε.Ρ.Τ., δεν τη βλέπουμε…» λέει ο συνομιλητής μας. Παρ’ όλα αυτά, μια ακόμη φιλοδοξία του είναι να φτιάξει ένα μικρό ξενώνα: «Πολλοί είναι αυτοί που θέλουν να μείνουν όταν έρχονται, έχω δυο παλιά κτίρια δίπλα αλλά χρειάζονται χρήματα» λέει και προσθέτει «Χρόνια παλεύω μόνος χωρίς να έχω μπει σε κανένα πρόγραμμα. Προσπαθούμε και όσο αντέξουμε, με τη γυναίκα και τον γιο μου (σσ. έχει και μια κόρη που παντρεύτηκε και εργάζεται στο Λονδίνο). Η γυναίκα είχε μαγαζί στην Ξάνθη αλλά το έκλεισε, θύμα της κρίσης κι αυτή… Χρειαζόταν όμως να είναι εδώ, αφού δεν γίνεται να λειτουργήσει τέτοιο μαγαζί χωρίς γυναίκα».

Όσο για τις απαιτήσεις του απ’ τη ζωή, «να βγαίνουν τα έξοδα, ένα χαρτζιλίκι για τον γιο που είναι άνεργος. Εμείς μαθημένοι είμαστε, τη βγάζουμε και με μια φασολάδα…».

Άνθρωποι από όλη τη χώρα, που δεν θέλουν να φύγουν

Όποιος πάρει την απόφαση να διανύσει τα τελευταία πέντε χιλιόμετρα του χωματόδρομου μετά τη Μέδουσα, δεν θέλει να φύγει. Το διαπιστώνουμε κάθε φορά, όπως τις προάλλες με τις μεγάλες παρέες από την Αθήνα και τα Γιάννενα που τριγυρνούσαν μαγεμένες μέσα κι έξω από την εκπληκτική ταβέρνα-μουσείο.

Δίπλα στο τζάκι και στις ανταύγειες του κρασιού, ο Τζεμίλ θυμάται: «Ήμασταν εννιά-δέκα παιδάκια απ’ αυτόν τον μαχαλά και πηγαίναμε απέναντι κάθε πρωί. Δύσκολες συνθήκες φυσικά ούτε ρεύμα ούτε δρόμοι τότε. Από εδώ έφυγα 15 χρόνων, αφού τελείωσα το σχολείο, μ’ έναν καταπληκτικό Ηπειρώτη δάσκαλο που έμεινε εδώ, τον Χρήστο Οικονόμου, που αγωνίστηκε και μας έμαθε γράμματα. Οι γέροι έμειναν εδώ, μετά συγχωρέθηκαν, συγχρόνως εγώ προσπαθούσα να διατηρήσω το σπίτι μην πέσει, μην στάξει. Κατεβήκαμε στην Ξάνθη και ξεκίνησα από μπασματζής (πουλούσαμε υφάσματα). Τους προηγούμενους χειμώνες και πριν πάρω την απόφαση, ερχόμουν απλώς για κυνήγι και καθόμουν. Μετά, ήταν οι κυνηγοί που με πίεζαν ν’ ανοίγω και τον χειμώνα. Αυτοί συνήθως έχουν τζιπάκια 4Χ4 και δεν έχουν πρόβλημα, αλλά με τα ΙΧ ο κόσμος δίσταζε να έρθει».

Έχουμε χρήσει «ανταποκριτή» του χειμώνα και των κακοκαιριών τον κ. Χαλίλογλου, αφού του τηλεφωνούμε και μαθαίνουμε για την κατάσταση στις εσχατιές του νομού. Κι όταν ο καιρός ανοίγει, αναζητούμε την ευκαιρία να ξαναβρεθούμε σ’ εκείνη την ασύλληπτη ομορφιά με τα ροδοκόκκινα, χαμογελαστά πρόσωπα.

Αποχαιρετίσαμε για άλλη μια φορά τον φιλόξενο και ευπροσήγορο Τζεμίλ, αφήνοντάς τον στο γαλήνιο σκηνικό, ευχόμενοι να γίνει σύντομα ο πολυπόθητος δρόμος κι ακούγοντας τα τελευταία λόγια του: «Το ποτάμι κάτω έχει μπριάνα, έτσι λέγεται ένα ψαράκι ωραίο που τρώγεται κι είναι νόστιμο. Με μικρό διχτάκι μπορείς να πιάσεις. Βρισκόμαστε και με Βούλγαρους κυνηγούς, πίνουμε και τσιπουράκι. Πίσω από το βουνό είναι το Zlatograd, τώρα δεν είναι όπως παλιά που δεν άφηναν να ζυγώνουμε».

 

Σχετικά άρθρα

Ρέκβιεμ για το Δίκτυο Γυναικείων Αγροτουριστικών Συνεταιρισμών

Super User

Η παράσταση διαμαρτυρίας της Λαϊκής Επιτροπής Ξάνθης στην εφορία

Super User

Νέα προώθηση προϊόντων την Κυριακή στην Ξάνθη

Super User

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Δείτε περισσότερα

Πολιτική απορρήτου και cookies