INDEXANTHI.GR
e-Ξανθη-ματα

Κυνήγι: Οικολογία ή αντίφαση;

Κάθε χρόνο όταν ανοίγει η κυνηγετική περίοδος, επαναλαμβάνεται η ίδια συζήτηση. Από τη μια οι κυνηγοί που υποστηρίζουν ότι δεν είναι εχθροί της φύσης αλλά άνθρωποι που γνωρίζουν και προστατεύουν καλύτερα την άγρια ζωή κι από την άλλη οι πολέμιοι του κυνηγιού που θεωρούν οξύμωρο να παρουσιάζεται ως οικολογική δραστηριότητα μια πρακτική που καταλήγει στον θάνατο άγριων ζώων.

Και οι δύο πλευρές διαθέτουν επιχειρήματα. Το πρόβλημα είναι ότι συχνά χρησιμοποιούν επιλεκτικά τα δεδομένα για να επιβεβαιώσουν αυτό που ήδη πιστεύουν, απέναντι σε μια πολυσύνθετη πραγματικότητα.

Είναι το κυνήγι οικολογική δραστηριότητα;

Η σύντομη απάντηση είναι «όχι από μόνο του». Το γεγονός ότι ένας κυνηγός αγαπά τη φύση, περνά πολλές ώρες στην ύπαιθρο, γνωρίζει τα ζώα και ενδιαφέρεται για τη διατήρηση των βιοτόπων, δεν μετατρέπει αυτομάτως το κυνήγι σε δραστηριότητα προστασίας της φύσης. Αλλά και το αντίστροφο: Το γεγονός ότι η δραστηριότητα περιλαμβάνει τη θανάτωση ζώων δεν αποδεικνύει από μόνο του ότι είναι οικολογικά καταστροφική.

Αυτό ακριβώς είναι το σημείο όπου βρίσκεται η επιστημονική συζήτηση. Για παράδειγμα, η Ευρωπαϊκή Ένωση δεν θεωρεί ασύμβατο το κυνήγι με την προστασία της βιοποικιλότητας. Η Οδηγία για τα Πτηνά αναγνωρίζει ρητά τη θήρα ως μορφή βιώσιμης χρήσης και επιτρέπει το κυνήγι συγκεκριμένων ειδών, υπό την προϋπόθεση ότι δεν τίθεται σε κίνδυνο η επιβίωσή τους. Ωστόσο, η ίδια ευρωπαϊκή νομοθεσία αναγνωρίζει ότι η μη βιώσιμη θήρα και η παράνομη θανάτωση αποτελούν πιέσεις για τα άγρια πτηνά. Με άλλα λόγια, το κυνήγι μπορεί να είναι βιώσιμο, αλλά δεν είναι εξ ορισμού βιώσιμο και αυτή η διάκριση είναι καθοριστική.

Οι κυνηγοί έχουν πράγματι συμβολή στην προστασία της φύσης;

Εδώ οι κυνηγοί έχουν ένα ισχυρό επιχείρημα που δεν μπορεί να αγνοηθεί. Οι ευρωπαϊκές κυνηγετικές οργανώσεις έχουν καταγράψει εκατοντάδες δράσεις που αφορούν σε αποκατάσταση βιοτόπων, διαχείριση υγροτόπων, παροχή νερού και τροφής στην άγρια πανίδα, παρακολούθηση πληθυσμών και άλλες παρεμβάσεις. Η ευρωπαϊκή ομοσπονδία F.A.C.E. έχει καταγράψει περισσότερα από 470 σχετικά έργα σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Και δεν πρόκειται αποκλειστικά για ισχυρισμό των ίδιων των κυνηγών, καθώς επιστημονική ανασκόπηση που εξέτασε τη συμβολή των κυνηγών στην παρακολούθηση της βιοποικιλότητας, διαπίστωσε ότι σε 32 από 36 ευρωπαϊκές χώρες οι κυνηγοί συμμετέχουν με κάποιον τρόπο στην παρακολούθηση τουλάχιστον μίας ομάδας ειδών. Παρέχουν στοιχεία για κάρπωση, βιολογικά δείγματα και παρατηρήσεις πληθυσμών. Ωστόσο, οι ερευνητές επισημαίνουν ότι χρειάζονται αυστηρότερα πρωτόκολλα ώστε τα δεδομένα αυτά να αξιοποιούνται με μεγαλύτερη επιστημονική αξιοπιστία.

Υπάρχει και πιο συγκεκριμένο παράδειγμα. Μελέτη του 2024 εξέτασε δράσεις διαχείρισης βιοτόπων σε 931 κυνηγότοπους της δυτικής Ευρώπης για το τρυγόνι. Διαπίστωσε ότι σημαντικό μέρος των δράσεων χρηματοδοτείται από τους ίδιους τους κυνηγούς και περιλαμβάνει παροχή τροφής και νερού, αν και οι παρεμβάσεις στη γη ήταν συχνότερες σε μικρότερη κλίμακα. Οι ερευνητές εκτιμούν ότι στοχευμένη διαχείριση βιοτόπων και επιστημονική παρακολούθηση μπορούν να συμβάλουν στην αντιμετώπιση της απώλειας ενδιαιτημάτων.

Άρα, ο ισχυρισμός «οι κυνηγοί δεν κάνουν τίποτε για τη φύση» δεν αντέχει εύκολα στην πραγματικότητα. Αλλά υπάρχει μια κρίσιμη παγίδα. Το ότι οι κυνηγοί μπορούν να συμβάλλουν στην προστασία των οικοσυστημάτων, δεν σημαίνει ότι η θήρα αποτελεί προϋπόθεση για την προστασία τους. Και εδώ βρίσκεται ένα από τα ισχυρότερα επιχειρήματα της άλλης πλευράς. Η απώλεια και υποβάθμιση των βιοτόπων είναι σήμερα από τις σημαντικότερες πιέσεις για τα ευρωπαϊκά πτηνά. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει επίσης την εντατική γεωργία, τα φυτοφάρμακα, την αστικοποίηση, τις υποδομές, τη ρύπανση, τη μη βιώσιμη θήρα και την παράνομη θανάτωση, ως παράγοντες πίεσης. Άρα μπορεί ένας κυνηγός να φυτεύει τροφή για πουλιά, να καθαρίζει μια πηγή νερού και να συμβάλλει στην παρακολούθηση πληθυσμών και ταυτόχρονα να αφαιρεί από αυτούς τους ίδιους πληθυσμούς ζώα μέσω της θήρας. Το ένα γεγονός δεν ακυρώνει το άλλο.

Το ερώτημα είναι ποιο είναι το τελικό ισοζύγιο και τι συμβαίνει όταν ένας πληθυσμός βρίσκεται ήδη σε πτώση; Εδώ η υπόθεση γίνεται πολύ πιο δύσκολη. Αν ένας πληθυσμός βρίσκεται σε καλή κατάσταση και η ετήσια κάρπωση παραμένει κάτω από το επίπεδο που μπορεί να αναπληρώσει ο πληθυσμός, η θήρα μπορεί θεωρητικά να είναι συμβατή με τη διατήρησή του. Αν όμως ένας πληθυσμός καταρρέει, κάθε πρόσθετη θνησιμότητα αποκτά μεγαλύτερη σημασία. Αυτό επισημαίνει και πρόσφατη ευρωπαϊκή συζήτηση για τα μεταναστευτικά πτηνά: Το κυνήγι δεν είναι πάντοτε ο βασικός λόγος της πληθυσμιακής πτώσης, καθώς συχνά προηγούνται η απώλεια βιοτόπων, η γεωργική αλλαγή, η κλιματική αλλαγή και η υποβάθμιση υγροτόπων. Όταν όμως ένας πληθυσμός έχει ήδη εξασθενήσει, ακόμη και μια σχετικά μικρή πρόσθετη θνησιμότητα μπορεί να καθυστερήσει την ανάκαμψή του. Αυτό είναι ίσως το πιο σοβαρό σημείο της αντιπαράθεσης, αφού δεν χρειάζεται το κυνήγι να είναι «η αιτία» της παρακμής ενός είδους για να αποτελεί επιβαρυντικό παράγοντα.

Η βιώσιμη θήρα

Δεν υπάρχει ένας μαγικός αριθμός που να ισχύει για όλα τα είδη. Η βιώσιμη κάρπωση εξαρτάται από το πόσα ζώα υπάρχουν, πόσα γεννιούνται, πόσα πεθαίνουν από φυσικά αίτια, ποια ηλικιακή και αναπαραγωγική δομή έχει ο πληθυσμός, ποια ζώα αφαιρούνται από τη θήρα και πόσο γρήγορα μπορεί να αναπληρωθεί η απώλεια.

Η σύγχρονη επιστήμη της διαχείρισης πληθυσμών προτείνει προσαρμοστική διαχείριση, με παρακολούθηση των πληθυσμών, μοντέλα, στοιχεία για την κάρπωση και αλλαγή των ορίων θήρας όταν τα δεδομένα αλλάζουν. Αυτό ακούγεται αυτονόητο αλλά στην πράξη είναι εξαιρετικά δύσκολο, γιατί πρέπει να γνωρίζεις πόσα ζώα υπάρχουν πριν αποφασίσεις πόσα μπορείς να αφαιρέσεις. Και πρέπει να το γνωρίζεις με αρκετή ακρίβεια.

Το παράδοξο εδώ είναι ότι υπάρχουν είδη που κυνηγιούνται και δεν απειλούνται. Ένα επιχείρημα των κυνηγών είναι ότι η ύπαρξη θήρας δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι ένα είδος βρίσκεται σε κίνδυνο. Μια πρόσφατη έρευνα στο «Nature Sustainability» που εξέτασε δεδομένα για θηλαστικά παγκοσμίως, βρήκε ότι τα είδη που υπόκεινται σε αθλητική θήρα εμφάνιζαν συχνότερα σταθερούς ή αυξανόμενους πληθυσμούς και μικρότερη πιθανότητα να χαρακτηρίζονται απειλούμενα σε σχέση με είδη που δεν κυνηγιούνται. Οι ίδιοι οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι η αθλητική θήρα μπορεί να αποτελεί στοιχείο βιώσιμης διαχείρισης.

Όμως αυτό δεν αποδεικνύει ότι το κυνήγι προστατεύει τα είδη, καθώς πρόκειται για συσχέτιση. Για παράδειγμα, είναι πιθανό τα είδη που είναι ήδη πολυπληθή και διαχειρίσιμα, να είναι ακριβώς αυτά που επιλέγονται για κυνήγι. Αυτό είναι ένα καλό παράδειγμα του γιατί η συζήτηση χρειάζεται περισσότερη επιστήμη και λιγότερα συνθήματα.

Το κυνήγι μπορεί πράγματι να γίνει καταστροφικό

Η επιστημονική βιβλιογραφία δεν αφήνει περιθώριο για την άποψη «ό,τι είναι νόμιμο είναι και οικολογικά ασφαλές». Η υπερεκμετάλλευση των άγριων ειδών αποτελεί αναγνωρισμένο παράγοντα απώλειας βιοποικιλότητας. Η I.U.C.N. υπογραμμίζει ότι η χρήση άγριων ειδών μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση και στις τοπικές οικονομίες όταν είναι βιώσιμη, αλλά η μη βιώσιμη χρήση μπορεί να οδηγήσει σε πληθυσμιακές μειώσεις.

Υπάρχουν επίσης περιπτώσεις στις οποίες η επιλεκτική θήρευση μπορεί να επηρεάσει όχι μόνο τον αριθμό των ζώων αλλά και τη δημογραφική και γενετική δομή των πληθυσμών. Η αφαίρεση συγκεκριμένων ηλικιών ή φύλων μπορεί να έχει διαφορετικές συνέπειες από μια τυχαία θνησιμότητα.

Το μεγάλο αγκάθι της λαθροθηρίας

Υπάρχει ακόμη ένα ζήτημα που δύσκολα χωράει στο επιχείρημα «το κυνήγι είναι ελεγχόμενο»: Η παράνομη θήρα.

Η νόμιμη θήρα και η παράνομη θανάτωση δεν είναι το ίδιο πράγμα. Συχνά όμως συνυπάρχουν στον ίδιο χώρο και ακριβώς γι’ αυτό η αποτελεσματικότητα των ελέγχων έχει τεράστια σημασία. Σύμφωνα με την «BirdLife International», εκατομμύρια πτηνά εξακολουθούν να θανατώνονται παράνομα κάθε χρόνο στην Ευρώπη και στη Μεσόγειο. Η πιο πρόσφατη αξιολόγηση του οργανισμού για 46 χώρες διαπίστωσε ότι μόλις οκτώ βρίσκονται σε τροχιά επίτευξης του στόχου για το 2030, ενώ 38 δεν βρίσκονται. Η Ελλάδα περιλαμβάνεται στις χώρες όπου καταγράφηκε βελτίωση μεταξύ των περιόδων 2015–2019 και 2020–2024, αλλά όχι σε βαθμό που να θεωρείται ότι βρίσκεται σε τροχιά επίτευξης του στόχου. Η «BirdLife» εκτιμά επίσης ότι περίπου 25 εκατομμύρια πτηνά θανατώνονται παράνομα κάθε χρόνο μόνο στη Μεσόγειο.

Αυτά τα στοιχεία δεν αποτελούν κατηγορία εναντίον όλων των κυνηγών. Αποτελούν όμως ισχυρό επιχείρημα υπέρ της άποψης ότι η προστασία της άγριας ζωής δεν εξαρτάται μόνο από το τι γράφει μια ρυθμιστική απόφαση, αλλά και από το αν αυτή εφαρμόζεται.

Τι γίνεται στην Ελλάδα

Η Ελλάδα είναι χαρακτηριστική περίπτωση ακριβώς επειδή συνδυάζει τεράστιο φυσικό πλούτο, μεταναστευτικά περάσματα, υγροτόπους, ορεινά οικοσυστήματα και μακρά κυνηγετική παράδοση.

Η σημερινή ρύθμιση προβλέπει ετήσια άδεια θήρας, διαφορετικούς τύπους αδειών και συγκεκριμένους χρονικούς και χωρικούς περιορισμούς. Για την κυνηγετική περίοδο 2026–2027 έχει εκδοθεί νέα ρυθμιστική απόφαση, ενώ η περίοδος ξεκινά γενικά στις 20 Αυγούστου και ολοκληρώνεται στο τέλος Φεβρουαρίου, με διαφορετικές ημερομηνίες και περιορισμούς ανά είδος.

Οι κυνηγετικές οργανώσεις υποστηρίζουν ότι η θήρα αποτελεί μορφή διαχείρισης της άγριας πανίδας και ότι οι κυνηγοί χρηματοδοτούν και συμμετέχουν σε δράσεις βελτίωσης βιοτόπων, παρακολούθησης πληθυσμών και υγειονομικής επιτήρησης. Για παράδειγμα, οι κυνηγετικές οργανώσεις συμμετέχουν στην επιτήρηση για τη λύσσα μέσω συλλογής δειγμάτων από αλεπούδες. Από την άλλη, η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα παράνομης θανάτωσης μεταναστευτικών πτηνών, κάτι που καταγράφεται και στις διεθνείς αξιολογήσεις. Άρα η ελληνική πραγματικότητα δεν χωράει ούτε στο «οι κυνηγοί καταστρέφουν τη φύση» ούτε στο «οι κυνηγοί είναι οι πραγματικοί οικολόγοι».

Το ηθικό ζήτημα

Εδώ η επιστήμη δεν μπορεί να δώσει τελική απάντηση. Αν δύο πληθυσμοί ζώων είναι εξίσου σταθεροί και το ένα ζώο πεθαίνει από φυσικό θάνατο ενώ το άλλο από πυροβολισμό, η οικολογική εξίσωση δεν είναι απαραίτητα ίδια με την ηθική. Ο πολέμιος του κυνηγιού μπορεί να πει «δεν χρειάζεται να σκοτώνουμε ένα ζώο για ψυχαγωγία, ακόμη κι αν ο πληθυσμός του δεν κινδυνεύει» και ο κυνηγός μπορεί να απαντήσει «ο άνθρωπος ανέκαθεν χρησιμοποιούσε την άγρια πανίδα και μπορεί να το κάνει υπεύθυνα, όπως κάνει και με άλλους φυσικούς πόρους».

Δεν υπάρχει επιστημονικό πείραμα που να μπορεί να αποφασίσει ποια από τις δύο ηθικές θέσεις είναι σωστή. Η φύση δεν γνωρίζει αν αυτός που κρατά το όπλο αυτοπροσδιορίζεται ως «οικολόγος» ούτε αν εκείνος που ζητά την απαγόρευση του κυνηγιού θεωρεί τον εαυτό του «φιλόζωο».

Οι πληθυσμοί των ζώων χρειάζονται βιώσιμους βιοτόπους, τροφή και νερό, επαρκή αναπαραγωγή, προστασία από την παράνομη θανάτωση και -σε ορισμένες περιπτώσεις- χρειάζονται διαχείριση των πληθυσμών τους. Το αν αυτή η διαχείριση θα περιλαμβάνει κυνήγι, δεν μπορεί να αποφασίζεται με βάση το αν μας αρέσει ή όχι η ιδέα του κυνηγιού. Πρέπει να αποφασίζεται είδος προς είδος, περιοχή προς περιοχή και χρόνο προς χρόνο, με πραγματικά δεδομένα. Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη αδυναμία και των δύο στρατοπέδων. Ο κυνηγός που λέει «αγαπώ τη φύση, άρα το κυνήγι μου είναι οικολογικό» κάνει μια λογική ακροβασία, αλλά και ο πολέμιος που λέει «το να σκοτώνεις ζώα δεν μπορεί ποτέ να είναι προστασία της φύσης» κάνει ακριβώς το ίδιο.

Τα πραγματικά ερωτήματα

Πόσα ζώα υπάρχουν; Πώς μεταβάλλεται ο πληθυσμός τους; Πόσα μπορεί να αφαιρεθούν χωρίς να διαταραχθεί η δυναμική του; Ποια ζώα αφαιρούνται; Τι συμβαίνει στον βιότοπο; Πόση είναι η παράνομη θήρα; Και τι δείχνουν τα δεδομένα μετά την εφαρμογή των μέτρων; Αυτά (πρέπει να) είναι τα πραγματικά ερωτήματα. Αν οι απαντήσεις δείχνουν ότι μια συγκεκριμένη θήρα είναι βιώσιμη, τότε το επιχείρημα «κάθε κυνήγι είναι οικολογική καταστροφή» δεν στέκει επιστημονικά. Αν, αντίθετα, τα δεδομένα δείχνουν ότι ένας πληθυσμός υποχωρεί και η θήρα προσθέτει σημαντική θνησιμότητα, τότε η επίκληση της παράδοσης, της οικονομίας ή της αγάπης για τη φύση δεν αρκεί για να δικαιολογήσει τη συνέχισή της.

Όταν τα δεδομένα δεν επαρκούν, η αβεβαιότητα δεν είναι άδεια για να συνεχίσουμε κανονικά, αλλά λόγος για περισσότερη παρακολούθηση και -όπου χρειάζεται- προληπτικούς περιορισμούς. Η επιστημονική βιβλιογραφία άλλωστε αναγνωρίζει ότι ακόμη γνωρίζουμε λιγότερα απ’ όσα θα θέλαμε για το πότε και πώς η θήρα οδηγεί σε δίκαια και πραγματικά βιώσιμα αποτελέσματα. Μια μεγάλη ανασκόπηση περισσότερων από χίλιων επιστημονικών εργασιών για την ψυχαγωγική θήρα, κατέληξε ακριβώς σε αυτό το συμπέρασμα: Υπάρχει εκτεταμένη γνώση για τη βιολογία της βιώσιμης θήρας, αλλά πολύ λιγότερη για το πώς οι κοινωνικές αντιλήψεις, οι θεσμοί και οι οικονομικές συνθήκες, επηρεάζουν τα αποτελέσματα για τη φύση.

Και ίσως αυτή είναι η πιο τίμια απάντηση σε μια διαμάχη που διαρκεί δεκαετίες: Το κυνήγι δεν είναι ούτε εξ ορισμού οικολογία ούτε εξ ορισμού οικολογική καταστροφή. Είναι μια ανθρώπινη δραστηριότητα που μπορεί να έχει διαφορετικές συνέπειες ανάλογα με το είδος, τον πληθυσμό, τον τόπο, την ένταση, τους κανόνες και κυρίως το πόσο σοβαρά εφαρμόζονται αυτοί οι κανόνες. Το πραγματικό στοίχημα, επομένως, δεν είναι να νικήσει ο κυνηγός τον αντικυνηγό ή ο αντικυνηγός τον κυνηγό, αλλά να μην πληρώσει η άγρια ζωή τον λογαριασμό της δικής μας ιδεολογικής βεβαιότητας.

Σχετικά άρθρα

Η φωτογραφία της ημέρας

Η φωτογραφία της ημέρας

Έξω από την πραγματική ζωή!

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Δείτε περισσότερα

Πολιτική απορρήτου και cookies