INDEXANTHI.GR
Αρθρογραφία

Το μεγάλο καλοκαίρι της ελληνικής αρχαιολογίας

Τι μπορούσε να σημαίνει η αιφνιδιαστική άφιξη του πρωθυπουργού σε μια εν εξελίξει ανασκαφή, αν όχι το «σύνθημα» ότι το σαξές στόρυ του καλοκαιριού περνάει από την Αμφίπολη;

Οι μέρες που τα ΜΜΕ κάλυπταν σε ρυθμούς… Ωνασείου την ανασκαφή στην Αμφίπολη, με βρήκαν σε μια γεωαρχαιολογική έρευνα στην Κοιλάδα της Αργολίδας. Στη θαλάσσια περιοχή κοντά στο σπήλαιο Φράγχθι. Αναζητούσαμε ίχνη των παλαιοακτών και τις πεδιάδες όπου κυνηγούσαν τα θηράματά τους οι άνθρωποι που χρησιμοποιούσαν ως κατάλυμα το σπήλαιο ήδη από το 35.000 π.Χ. Μετά από μια παρουσίαση των προκαταρκτικών αποτελεσμάτων της έρευνας στην τοπική κοινωνία, στάλθηκε στην υπηρεσία μου ένα ηλεκτρονικό μήνυμα, που εξέφραζε τη «λύπη» κατοίκου της περιοχής γιατί η επιστημονική ομάδα έδειξε «ενδιαφέρον για τα ευρήματα του 18.000 π.Χ. περισσότερο παρά για εκείνα του 4ου και 5ου αι. π.Χ. που είναι και επιφανειακά» και κατέληγε λέγοντας: «Άραγε τι αρχαιολόγους παράγουμε όταν εμπλέκονται σε οικονομικά και πολιτικά παιχνίδια;».

Με τη σειρά μου θα ρωτήσω: άραγε τι «κοινό» παράγουμε για την αρχαιολογία, όταν την εμπλέκουμε σε πολιτικά και οικονομικά παιχνίδια;

Αρχαιολογία και δημοσιογραφία: μια ανάρμοστη σχέση;

Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις, λένε. Τι μπορούσε να σημαίνει η αιφνιδιαστική άφιξη του πρωθυπουργού σε μια εν εξελίξει ανασκαφή, αν όχι το «σύνθημα» ότι το σαξές στόρυ του καλοκαιριού περνάει από την Αμφίπολη; Το μήνυμα ελήφθη αμέσως: τα πρωτοσέλιδα και τα δελτία γέμισαν με εικόνες από τον τάφο, εικασίες για τον «σπουδαίο νεκρό», τη ζωή του Μεγάλου Αλέξανδρου, της Ρωξάνης και του Νέαρχου, νέα της ανασκαφής που εκφέρονταν με στόμφο από τους δημοσιογράφους, οι οποίοι περίμεναν με αγωνία το «δεκαπενθήμερο» μετά από το οποίο θα μάθαιναν το μυστικό του τάφου, σύμφωνα με την προφητεία του πρωθυπουργού.

Η πολιτική εκμετάλλευση ήταν σαφής: Μια γενική γραμματέας που θέλει να σιγουρέψει τη θέση της σε περίοδο πολιτικής αστάθειας. Ένας νέος υπουργός, που το εύρημα τον «προίκισε» με απεριόριστο τηλεοπτικό χρόνο. Ένας πρωθυπουργός που στήριξε την πολιτική του καριέρα στο «μακεδονικό», και τώρα βρίσκεται μπροστά στην ανάγκη να παρουσιάσει ως «εθνική πολιτική» την υποταγή στις απαιτήσεις της τρόικας και των δανειστών, ψαρεύοντας ψήφους στο κοινό της ακροδεξιάς για να επιβιώσει εκλογικά. Για τον πρωθυπουργό, η ενορχηστρωμένη σύνδεση με το «ένδοξο παρελθόν» της Μακεδονίας του 4ου αι. π.Χ. θα ήταν το ιδανικό lead-in για την παρουσία στη ΔΕΘ -πολύ καλύτερο από τη σύνδεση με το άδοξο παρόν της «διαπραγμάτευσης» στο Παρίσι. Ειδικά με την (κρυφή) υπόσχεση ότι ο «σπουδαίος νεκρός» θα φέρει τουρισμό και δουλειές στη Βόρεια Ελλάδα.

Αυτό ήταν η αρχή. Από κει και πέρα, στην ποιότητα της πολιτικής ήρθε να προστεθεί και η ποιότητα της εγχώριας δημοσιογραφίας. Δεκάδες δημοσιογράφοι έφτασαν στην Αμφίπολη αναζητώντας την αποκλειστικότητα. Κι όταν αυτή δεν υπήρξε, καθώς το ΥΠΠΟΑ αναγκάστηκε (και ορθά) να απαγορεύσει την πρόσβαση στην ανασκαφή, τότε επιδόθηκαν στην άγρα… αρχαιολόγων ή αρχαιολογούντων. Πανεπιστημιακοί και άλλοι επιστήμονες τσουβαλιάστηκαν στα ίδια ρεπορτάζ με τσαρλατάνους ή περαστικούς. Κι όταν όλοι αυτοί δεν επαρκούσαν ή δεν «συστρατεύονταν» με τη δημοσιογραφική πλοκή, τότε επιστρατεύτηκαν ακόμη και οι αρχαιοκάπηλοι, εν ενεργεία και συνταξιούχοι! Αντί να αποτελέσουν το υλικό εισαγγελικής έρευνας, οι διηγήσεις των τυμβωρύχων γέμισαν σελίδες συνεντεύξεων σε «έγκριτα» -κατά τα άλλα- μέσα. Άλλωστε, οι 15 μέρες του πρωθυπουργού είχαν παρέλθει άπρακτες και κάπως έπρεπε να γεμίσουν και τα φύλλα. Και βέβαια, η επικίνδυνη ζωή του αρχαιοκάπηλου θησαυροθήρα είναι σαφώς πιο «μυθιστορηματική», σε σχέση με τη ζωή του αρχαιολόγου μιας δημόσιας υπηρεσίας που παραπαίει μεταξύ υποστελέχωσης και υποχρηματοδότησης στη μνημονιακή Ελλάδα. Ακόμη χειρότερα, αν αυτός ο αρχαιολόγος θέλει να μείνει πιστός στην ερευνητική δεοντολογία και να μην υποταχθεί στο δημοσιογραφικό χρόνο.

Οι περισσότεροι αρχαιολόγοι έχουμε τη φήμη ανθρώπων μη φιλικών στα μίντια, ίσως στριφνών, ακατάδεκτων, καμιά φορά δυσνόητων. Δεν είναι μόνο γιατί η επιστήμη μας, όπως και να το κάνεις, απαιτεί σχολαστικότητα και ακρίβεια. Ούτε μόνο γιατί, τουλάχιστον όσοι είμαστε δημόσιοι υπάλληλοι, δεσμευόμαστε από αυστηρούς κανόνες. Όποιος ξεναγηθεί από αρχαιολόγο σε μια ανασκαφή, σε ένα μουσείο, όποιος έχει παρακολουθήσει εκπαιδευτικά προγράμματα σε σχολεία ή διαλέξεις σε τοπικές κοινωνίες από τους ίδιους αρχαιολόγους, σχηματίζει μια γνώμη τελείως διαφορετική. Μιλά για ανθρώπους που αγαπούν τη δουλειά τους και μπορούν να σε κερδίσουν μιλώντας για αυτήν, για ανθρώπους με μοναδική ικανότητα να σε ταξιδέψουν στο χρόνο.

Στριφνοί γινόμαστε από φόβο. Φόβο για (επικοινωνιακές) καταστάσεις που δεν μπορείς να διαχειριστείς. Φόβο μπροστά στις διαφορετικές «ποιότητες» του χρόνου. Ο χρόνος του πολιτικού περιορίζεται μεταξύ δύο εκλογικών αναμετρήσεων. Ο χρόνος της επιστήμης εκτείνεται ως εκεί που χρειάζεται για να παραχθεί η γνώση. Ο χρόνος της τηλεοπτικής εικόνας μετριέται σε δευτερόλεπτα. Ο χρόνος της αρχαιολογικής ανασκαφής (ανα)μετριέται με τους αιώνες ή χιλιετίες που έζησε θαμμένο το μνημείο. Η πολιτική και η δημοσιογραφία θέλουν θέσφατα και βεβαιότητες, έστω κι εφήμερες. Η αρχαιολογία θέλει υπομονή, αναρώτηση και απαντήσεις που σπάνια είναι οριστικές.

Ο επικοινωνιακός ορυμαγδός γύρω από την Αμφίπολη, έφερε αντιμέτωπες αυτές τις διαφορετικές «ποιότητες» χρόνου. Και δυστυχώς, θα συνεχίσει να το κάνει. Η ίδια η δημοσιότητα, που τελικά κατέστη ανεξέλεγκτη, έχει δημιουργήσει τους δικούς της όρους: Αδημονία για την ταυτότητα του νεκρού, που κάνει το «κοινό» να πιέζει ώστε να ολοκληρωθεί όσο πιο σύντομα η ανασκαφή. Έμφαση αποκλειστικά στον τάφο και το πρόσωπο του νεκρού -με αποτέλεσμα το «εύρημα» τελικά να περιορίζεται στο μυαλό του «κοινού» μέσα σε μια λάρνακα, χωρίς ιστορικά ή άλλα συμφραζόμενα. Και βέβαια, μόλις ολοκληρωθεί η ανασκαφή, η αδημονία θα μετατραπεί σε πίεση για να γίνει ο χώρος επισκέψιμος, για να συρρεύσουν οι τουρίστες (με τα λεφτά τους…) ει δυνατόν πριν το επόμενο καλοκαίρι. Τι σημασία έχει που όλα αυτά είναι επιστημονικά αδύνατο να συμβούν; Μα, ουσιαστικά, αυτά υποσχέθηκε ο πρωθυπουργός με την επίσκεψή του…

Μνημεία (και αρχαιολογία) δύο ταχυτήτων

Σε μια χώρα που όλες οι φαστ-τρακ επενδύσεις προσκρούουν πάνω σε αρχαιότητες, η φροντίδα με την οποία περιβάλλει η κυβέρνηση τον τάφο της Αμφίπολης έχει κι άλλο ένα σκοπό: να καλύψει την αδιαφορία έως και εχθρότητά της για όλα τα υπόλοιπα μνημεία. Η δημοσιότητα που απολαμβάνει η ανασκαφή της Αμφίπολης δεν έχει προηγούμενο. Εξ αντανακλάσεως δημιουργεί έναν απλό συνειρμό: πως όταν κάτι είναι πραγματικά σημαντικό, η κυβέρνηση και τα ΜΜΕ το «υιοθετούν». Κατά συνέπεια, όλα τα υπόλοιπα μνημεία που σήμερα αφήνονται στην τύχη τους ή ανασκάπτονται για να ισοπεδωθούν στο βωμό των μεγάλων έργων και των φαστ-τρακ επενδύσεων, μάλλον δεν θα είναι και τόσο «σημαντικά».

Μετά από όλο αυτό το θέατρο του παραλόγου, είναι δύσκολο να εξηγήσεις στο «κοινό» ότι αν ο τύμβος Καστά είχε την ατυχία να βρεθεί στο δρόμο ενός «αναπτυξιακού έργου», ίσως να μην είχε μαθευτεί ποτέ η ύπαρξή του εκτός της επιστημονικής κοινότητας. Ότι με ευκολία θα μπορούσε να είχε αποφασιστεί η μεταφορά του, όπως προσπάθησαν να κάνουν με το ιστορικό σταυροδρόμι της βυζαντινής Θεσσαλονίκης, ή η διατήρησή του στα θεμέλια ενός μεγάλου ξενοδοχείου, όπως συμβαίνει με πάρα πολλά και σημαντικά μνημεία σε όλη την επικράτεια, ή απλώς η καταστροφή του για να μην παρεμποδιστεί την «ανάπτυξη».

Δεν είναι απλώς υποκρισία, ένα υπουργείο που εδώ και τέσσερα χρόνια δεν δίνει δεκάρα για ανασκαφές, απολύει προσωπικό και συρρικνώνει υπηρεσίες, να παρουσιάζεται ως θεματοφύλακας του ευρήματος. Είναι υστεροβουλία, προκειμένου να χρησιμοποιηθεί η Αμφίπολη ως το «αντίβαρο» για άλλα, σημαντικότερα ή λιγότερο σημαντικά, μνημεία που θα χαθούν. Κι αν το μέσο είναι το μήνυμα, τότε το μήνυμα που μας στέλνουν αυτές τις μέρες είναι απλό. Στο εξής, η «αξία» των μνημείων θα καθορίζεται με τους νόμους που καθορίζουν την αξία όλων των προϊόντων: τη μιντιακή προβολή –αυτήν που θα επιλέγουν η πολιτική ηγεσία και τα ΜΜΕ για τους δικούς τους λόγους. Τα υπόλοιπα είναι περιττά…

Δέσποινα Κουτσούμπα,αρχαιολόγος

πηγή: Εποχή

 

0 Reviews

Write a Review

Σχετικά άρθρα

Γιάννης Βαγενάς – Για την αξιοπρέπεια του δάσκαλου

Super User

Το «μουσαντένιο» όχι του φασίστα Μεταξά και το πραγματικό λαϊκό όχι

Super User

Στον απόηχο μιας μεγάλης μάχης

Super User

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Δείτε περισσότερα

Πολιτική απορρήτου και cookies