INDEXANTHI.GR
Αρθρογραφία

Πόσο κοστίζει η νοσταλγία;

Η νοσταλγία στην pop μουσική βοηθά τις πωλήσεις και τον εφησυχασμό των ακροατηρίων, με τον φόβο της δημιουργίας κοινού που δεν μπορεί -ίσως- να ελεγχθεί και να οδηγηθεί σαν πρόβατο στις μεγάλες σάλες και στα στάδια, όπου θα ακούει για χιλιοστή φορά από βαριεστημένους pop αστέρες τραγούδια που έλαμψαν στη νιότη τους.

Γράφαμε και πιο παλιά για την τακτική της pop των τελευταίων δεκαετιών να ταξιδεύει όλο και πιο πολύ στο παρελθόν. Διασκευές ιστορικών άλμπουμ, επανασυνδέσεις, επανακυκλοφορίες με επιπλέον κομμάτια και ενίοτε καινούριες digital εμπλουτισμένες εκδόσεις από ξεχασμένες σε μαγνητοταινίες, εκδοχές γνωστών τραγουδιών, μια τεράστια ποικιλία στιγμών έντονης «νοσταλγίας».

Λέμε «νοσταλγίας», μιας και πίσω από όλα αυτά κρύβεται αυτό το επίμονο συναίσθημα που όσο κάποιος απομακρύνεται από την νεανική ηλικία τόσο πιο πολύ το νιώθει. Τι άλλο από νοσταλγία πουλάνε -εδώ και δεκαετίες- οι «Rolling Stones»; Δεν υποδύονται συνεχώς και αδιαλείπτως τη νεανική τους έξαψη, την πάλαι ποτέ αστείρευτη δημιουργικότητα τους; Αν η pop δοξολογεί το εφήμερο, αν ομνύει σε αυτό που συμβαίνει εδώ και τώρα, τότε ποιος ο λόγος αέναης επιστροφής στα παλιά;

Ας πούμε, η θεσπέσια Patti Smith παρουσίασε πριν από λίγα χρόνια ολόκληρο το “Horses”, έργο-σταθμός του punk αλλά για το 1975! Το ίδιο και διάφοροι άλλοι ικανοί τραγουδοποιοί. Προσέξτε, δεν αναφερόμαστε στις σύγχρονες δημιουργίες βετεράνων μουσικών αλλά στην εμμονή -δική τους ή των δισκογραφικών- να παίζουν και να ξαναπαίζουν ζωντανά, τριάντα και χρόνια μετά, έργα όπως το “Thewall” που το 1980 λειτουργούσε στην σκηνή ως πρωτότυπο έργο μουσικής τέχνης -σθεναρό αίτημα πολιτικό και προσωπικό- ενώ σήμερα μάλλον είναι σαν να μοιράζουν στο πλήθος μια παλιά μουσική καρτ ποστάλ. Είναι η τάση επιστροφής στην εφηβεία, στη νεανική ηλικία που οδηγεί στο να επιδιώκει κανείς το γνωστό και το οικείο, εκείνο που τον κάνει να νιώθει ασφάλεια, καταφύγιο απ’ τον σκληρό κόσμο ευθύνης των ενηλίκων. Πολύ δε περισσότερο στην pop, τα βιώματα καθοδηγούν τα ακροατήρια και παράλληλα περιορίζουν τις δυνατότητές τους, στενεύουν τους αισθητικούς τους ορίζοντες -τον ορίζοντα προσδοκιών τους κατά τον θεωρητικό Γερμανό Χανς Γιάους- με τη φανατική προσκόλλησή σε γνωστά ηχητικά σήματα.

Σε αυτή την κατεύθυνση δουλεύουν τα media αποκλείοντας σχεδόν πάντοτε καινούργιες, διαφορετικές προσεγγίσεις της μουσικής με το πρόσχημα του μη εμπορικού, αλλά και με τον φόβο της δημιουργίας κοινού που δεν μπορεί ίσως να ελεγχθεί και να οδηγηθεί σαν πρόβατο στις μεγάλες σάλες και στα στάδια, όπου θα ακούει για χιλιοστή φορά από βαριεστημένους pop αστέρες τραγούδια που έλαμψαν στη νιότη τους. Είναι, βέβαια, και τα ίδια τα ακροατήρια που εκ των προτέρων περιμένουν τι θα ακούσουν και δεν επιτρέπουν στους μουσικούς ουδεμία ηχητική παρέκκλιση. Όλοι περιμένουν τα hits, τα τραγούδια που άκουγαν στα μικρά τους χρόνια, για να οδηγηθούν ξανά εκεί. Καμιά διάθεση να αφεθούν στη δημιουργική φαντασία του καλλιτέχνη.

Η συνταγή: οτιδήποτε παλιό μπορεί να πουλήσει, αρκεί να ερεθίσουμε το λεπτό συναισθηματικό νεύρο των ενηλίκων, τη νοσταλγία τους φυσικά. Ιδιαίτερα σε καιρούς μεγάλης κοινωνικής και πολιτιστικής κρίσης όταν τα πάντα τριγύρω καταρρέουν, όταν το κοινό νιώθει απογοητευμένο και απροστάτευτο, έρχεται όχι η μουσική που γεννιέται στην κρίση και λειτουργεί γόνιμη και αληθινή, που μεταφέρει δυνατά συναισθήματα, ενίοτε δε καινοτόμες ηχητικές φόρμες, όχι καθόλου, αλλά το σίγουρο προϊόν, το καταφύγιο των νεανικών χρόνων. Για τούτο και οι αειθαλείς «Scorpions» εμφανίζονται συχνά πυκνά στο φιλοθεάμον ελληνικό κοινό και μάλιστα φέτος το καλοκαίρι εμφανίζονται για πρώτη φορά -από τις προηγούμενες εκατό- στο Καλλιμάρμαρο. Με αυτό τον τρόπο σχηματίζονται μεγάλα ακροατήρια που απορρίπτουν τον διαφορετικό ήχο, οτιδήποτε δεν συνάδει με τις αισθητικές συντεταγμένες που όπλισαν κάποτε τον ψυχισμό τους.

Πιο χαρακτηριστικοί των τελευταίων καιρών οι Γάλλοι «Nouvelle Vague», που έπιασαν απόλυτα το πνεύμα της εποχής και έκαναν ολόκληρη σχολή παίζοντας γνωστά κομμάτια του punk, rock και new wave στη φόρμα της lounge μουσικής. Ακόμη και το όνομα του γκρουπ παραπέμπει στο νέο κύμα των Γάλλων κινηματογραφιστών του ’60. Εν τέλει η εμπορική βουτιά στο παρελθόν είναι μεγάλη σε αριθμούς άλμπουμ και συναυλιών, ένα ακατάπαυστο reload μουσικής που έσφυζε από ενέργεια και πάθος στην εποχή της. Για τούτο, πιο βολικό εμπορικά θα ήταν να δημιουργηθεί στα ράφια των δισκάδικων και στον απέραντο ωκεανό των διαδικτυακών μαγαζιών μια μεγάλη κατηγορία μουσικών προϊόντων με την ετικέτα «Νοσταλγία».

Αντώνης Φράγκος – «Περιοδικό»

 

Σχετικά άρθρα

Προτεραιότητες

Super User

Σημεία των καιρών

Super User

Εύστοχο

Super User

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Δείτε περισσότερα

Πολιτική απορρήτου και cookies