INDEXANTHI.GR
Πολιτισμός

Πέννυ Μηλιά – η κραυγή των νέων ανθρώπων

“Η δική μου γενιά είναι παιδιά που έχουν δύο πτυχία και μοιράζουν φυλλάδια. Ή σαπίζει στην Ομόνοια ή περιφέρει την θλίψη και την ανία της στα βόρεια προάστια. Ή βουλιάζει σε διήμερα αλκοόλ ή πηγαινοέρχεται από την επαρχία στην πρωτεύουσα και από την πρωτεύουσα στην επαρχία, σε δουλειές του ποδαριού. Ζει με τους γονείς της μέχρι να παντρευτεί, ίσως και μετά. Ούτε έρωτα δεν μπορεί να κάνει, δεν ξέρει αν θέλει να παντρευτεί και να φέρει παιδιά σ’ αυτή την άθλια ζωή που ζει. Η γενιά μου σκέφτεται και σκέφτεται πολύ. Δεν πήγε να ψηφίσει, γιατί σκέφτεται”.

 

Αντί η απομυθοποίηση των πάντων και ο πραγματισμός που επιβάλλεται στην καθημερινότητα να βρουν μια σοφή δοσολογία και μια φόρμουλα αρμονικής συμβίωσης με το πνεύμα, φαίνεται να εξοβελίζουν το δεύτερο όλο και περισσότερο.

Ωστόσο, δεν παύει να ηχεί παρήγορα η προφητεία του Albert Camus ότι «η τέχνη και η εξέγερση θα πεθάνουν με τον τελευταίο άνθρωπο». Κι ακόμα πιο παρήγορα η διαπίστωση ότι αμφότερες παραμένουν ζωντανές και κάποτε ορθώνουν και το ανάστημά τους, έστω κι αν περνούν υπόγεια τον καιρό κι αγκαλιά με γκρίζες σκέψεις. «Ζω σε ένα υπόγειο όπου όταν φυσάει, εφημερίδες θάβουν την είσοδο. Ζω σε ένα υπόγειο, Χριστούγεννα, χωρίς στολίδια. Ζω σε ένα υπόγειο, με όλα τα βιβλία πάνω στο κεφάλι μου. Τίποτα δεν περνά, μην ξεγελιέσαι. Τον χειμώνα όλα προσποιούνται οτι κοιμούνται. Προσποιείσαι κι εσύ τις εποχές, αυτή είναι η συμφωνία. Το καλοκαίρι διακοπές, το φθινόπωρο δουλειά, τον χειμώνα χριστούγεννα, την ανοιξη πάσχα. Προσποιείσαι τη νέα χρονιά, τη νέα ζωή ή απλώς τη νέα. Αρκεί. Τους αρκει. Έτσι το ‘χουν φτιάξει. Ελέγχουν τη σωστή δοσολογία προσποίησης και επιθυμίας», γράφει σε ένα από τα ποιήματά της η Πέννυ Μηλιά.

Γεννημένη στις 3 Οκτωβρίου, 79 χρόνια μετά τη γέννηση του Louis Aragon και 17 πριν τον θάνατο της Κατερίνας Γώγου, φαίνεται να αγάπησε την πένα και τις τέχνες όσο και οι παραπάνω, με πολλά να τη συνδέουν με τη δεύτερη. Πήρε μαθήματα χορού και μουσικής από μικρή ηλικία, ενώ το ξεδίπλωμα μιας πολυσχιδούς και φιλότεχνης προσωπικότητας ξεκινά στα είκοσι χρόνια της με συμμετοχή στην παράσταση της Λουκίας Ρικάκη «Σουρεαλέρως». Ακολουθούν συμμετοχές στην τριλογία του Αισχύλου «Oρέστεια» σε Ελλάδα και Γαλλία, στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη στο φεστιβάλ της Μπίτολα (Σκόπια), σε παιδική παράσταση, σε μουσική σκηνή, αλλά και στην ταινία του Θόδωρου Μαραγκού «Ισοβίτες». Παράλληλα εργάζεται ως εμψυχώτρια σχολικών θεατρικών ομάδων, παίρνει σεμινάρια αρχαίου δράματος, υποκριτικής, μάσκας, χορού και συμμετέχει στη θεατρική ομάδα του δήμου Αλίμου και στις ομάδες κινηματογράφου και σύγχρονου χορού «Nosotros».

Όσον αφορά στην ποίηση, η Πέννυ Μηλιά συμμετέχει σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής στο Εθνικό Κέντρο Βιβλίου και στο «Arvon Foundation» στη Σκωτία, ενώ το 2007 κατακτά το τρίτο βραβείο στον 26ο διαγωνισμό ποίησης της Πανελλήνιας Ένωσης Ελλήνων Λογοτεχνών. Την επόμενη χρονιά παίρνει τον πρώτο έπαινο της Ένωσης Λογοτεχνών Ευρώπης στο 9ο φεστιβάλ ποίησης της Θεσσαλονίκης και πριν από δύο χρόνια εκδίδει τη συλλογή «Ομάδα από Ποίηση» μαζί με άλλους έξι ποιητές (εκδόσεις Γαβριηλίδης).

«Σημασία δεν έχει η πλατιά αποδοχή αλλά η θερμή, όσων έχει στόχο ο ποιητής να τον δεχτούν»

Ξεκινώντας τη συζήτησή μας από την πρώτη εκδοτική απόπειρα, η Πέννυ Μηλιά λέει: «Η έκδοση έγινε μαζί με έξι άλλους ποιητές, εκ των οποίων δύο έβγαλαν και προσωπικές συλλογές ενώ μία ήταν υποψήφια για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενης ποιήτριας. Αν για κάποιον που γράφει είναι πολύ σημαντικό να βγάζει ένα βιβλίο, για μένα είναι διπλά σημαντικό το ότι -το επεδίωξα πολύ συνειδητά- η πρώτη μου έκδοση να είναι με την ομάδα. Πολλοί μας απέτρεπαν λέγοντας «ομάδα; Η ποίηση είναι μοναχική τέχνη, τι κάνετε, ποδόσφαιρο;» ή «φοβάσαι να εκτεθείς μόνη σου, αυτό είναι» και άλλα τέτοια. Εγώ θεωρώ ότι αυτό που κατακτήσαμε με την ομάδα άξιζε να αποτυπωθεί με ένα βιβλίο. Ήταν κάτι ζωντανό, οι συναντήσεις, οι συζητήσεις, η παρέα που κάναμε με ότι αυτό συνεπάγεται: ζυμώσεις, διαφωνίες, αποχωρήσεις, υποχωρήσεις, προσπάθεια, δυσκολίες και ξανά προσπάθεια, ζωντανά πράγματα δηλαδή».

Ζητώντας την άποψή της για τον χώρο των εκδόσεων και τις εκδοτικές απόπειρες των ποιητών -και κυρίως των νεοεμφανιζόμενων- μας είπε ότι «τα πράγματα για τους νέους ποιητές είναι πάρα πολύ δύσκολα», προσθέτοντας: «Τα βραβεία δεν σημαίνουν τίποτα αν δεν έχεις χρήματα και κανείς δεν ενδιαφέρεται πραγματικά να βρει και να στηρίξει νέες φωνές. Αυτό που θα συναντήσει κάποιος είναι κι άλλους σαν κι αυτόν, που προσπαθούν να βρουν μια γωνίτσα να βλαστήσουν σ’ ένα χώρο που όσοι έχουν ήδη χωρέσει διαγκωνίζονται είτε να διατηρήσουν τα κεκτημένα είτε να επεκταθούν, καλύπτοντας και σκεπάζοντας οτιδήποτε νέο και φρέσκο ξεμυτίσει. Το τοπίο είναι το λιγότερο θλιβερό και το τελευταίο με το οποίο έχει σχέση είναι η ποίηση ή η τέχνη».

Για τη συνομιλήτριά μας τα παραπάνω δεν εξαντλούνται στον χώρο της ποίησης: «Έτσι είναι σε όλο το καλλιτεχνικό φάσμα. Από νωρίς εκτεθειμένη σε παρόμοιους χώρους όπως το θέατρο και ο κινηματογράφος, είχα προηγούμενη εμπειρία. Γι αυτό και θεωρώ πρωτίστως επίτευγμα την “Ομάδα από Ποίηση” και δευτερευόντως την καλή ποίηση που τυχόν γράφεται. Η παρέα προηγείται της τέχνης και της έμπνευσης, υπάρχουν πολλά παραδείγματα με πρώτους τους υπερρεαλιστές. Μέσα στην πληθώρα όσων λέγονται και γράφονται και στο δεδομένα μικρό και συρρικνούμενο κοινό της όποιας τέχνης, σημασία δεν έχει η πλατιά αποδοχή αλλά η θερμή υποδοχή των ανθρώπων που έχει στόχο ο ποιητής να τον δεχτούν». Κάτι τέτοιο φαίνεται να επιβεβαιώνεται και στην περίπτωση της «Ομάδας από Ποίηση»: «Η θερμότερη ανταπόκριση ήρθε από ανθρώπους καταξιωμένους στον χώρο με μια μεγάλη και σημαντική πορεία, που –φαντάζομαι- θέλουν να χαρίσουν κάτι στην επόμενη γενιά. Και το έκαναν γενναιόδωρα. Έχοντας εκθέσει τα παραπάνω, καταλαβαίνετε πόσο καθοριστικό είναι αυτό και τι ορμή σου δίνει…».

«Για να το θέσω πιο… ποιητικά, άμα δεν τα “φέρνεις” δεν τα “παίρνεις”»

Κουβεντιάζοντας για το παρόν και το μέλλον τόσο της ίδιας όσο και της ποίησης, η Πέννυ Μηλιά -γράφοντας επί αρκετά χρόνια και έχοντας… άφθονο υλικό- λέει: «Αν μια καλή προϋπόθεση για να εκδοθεί ένα ποίημα είναι να έχει μείνει δέκα χρόνια στο συρτάρι, έχω πολλά. Πάντα βέβαια, αυτά που θα ήθελες να διαβάσει ο κόσμος είναι τα πιο πρόσφατα. Εδώ ίσως βοηθάει το διαδίκτυο όπου αναρτάς κάποιο και υπάρχει αντίδραση άμεση και ως ένα βαθμό ειλικρινής. Μου αρέσει αυτό στο δίκτυο, όπως και το ότι μπορεί ένα ποίημά σου να φτάσει σε ανθρώπους που δεν έχουν καμία σχέση με τα βιβλία ή την ποίηση. Τι μπορεί να είναι γι αυτούς ένα ποίημα; Μπορεί να τους αγγίξει; Πόσο τους αφορά; Είναι κάτι ζωντανό, αληθινά διαδραστικό. Δεν υπάρχει μεγαλύτερη χαρά για κάποιον που γράφει από το να υπάρχει ανταπόκριση. Όμως και η έλλειψη ανταπόκρισης δεν νομίζω ότι αποτρέπει κάποιον από το να γράφει. Και ίσως δεν θα ‘πρεπε κιόλας. Μπορώ να χορεύω κι ας μην είμαι η Plisetskaya. Δες τους “Stomp”, ποιος μπορεί να πει ότι δεν είναι μουσικοί; Καμιά φορά δεν χρειάζεται πολλή σκέψη, τα πράγματα γίνονται όταν καίνε».

Η ποιήτρια καταθέτει κάποιους προβληματισμούς της για το εκδοτικό καθεστώς, λέγοντας: «Δεν μου αρέσει η αυτοέκδοση και είναι η μόνη λύση για κάποιον που ξεκινά. Από την άλλη καταλαβαίνω ότι δεν γίνεται αλλιώς αφού δεν υπάρχει αγορά. Οι νέοι ποιητές αγοραζόμαστε μεταξύ μας. Για να το θέσω πιο… ποιητικά, άμα δεν τα “φέρνεις” δεν τα “παίρνεις”, μιλώντας για τα χρήματα και όχι για τα ποιήματα. Θέλω να πω ότι το βιβλίο για τον έμπορο είναι πρώτα απ’ όλα προιόν. Ο ποιητής όμως βλέπει αλλιώς τα πάντα. Από την άλλη δεν μπορώ να αγνοήσω το γεγονός ότι λίγοι από τους καταξιωμένους ποιητές απόλαυσαν το προνόμιο της αποδοχής εν ζωή. Ο γρηγορότερος δρόμος προς την αποδοχή λοιπόν είναι η..αποδημία».

Κλείνοντας την περιήγηση στην ποίηση και στις εκδόσεις, η Πέννυ Μηλιά συμπληρώνει: «Θα μου άρεσε η ιδέα ενός εκδοτικού που θα στήριζε τους νέους ποιητές, έστω και με αυστηρά κριτήρια. Εχει φτάσει να είναι προνόμιο η κριτική, ακόμα κι αν πας την δουλειά σου σε έναν εκδοτικό, δεν σου απαντάνε “δεν θα σας εκδώσουμε, δεν μας άρεσαν πολύ τα ποιήματά σας”. Αλλά σου λένε “λυπούμαστε πολύ που δεν μπορούμε να σας εντάξουμε στο εκδοτικό μας πρόγραμμα για φέτος”… Λες και ενθουσιάστηκαν αλλά δεν κατάφεραν να σε χωρέσουν! Δεν σε απορρίπτουν καν, δεν σε βλέπουν, εφόσον δεν αποτελείς κέρδος δεν υπάρχεις. Και σκέφτεσαι: «Αφού τα διάβασε που τα διάβασε αυτός που τον πληρώνεις να τα διαβάσει, γιατί δεν σου γράφει και δυο γραμμές για το γιατί δεν του άρεσαν;». Γι’ αυτούς είναι φυσιολογικό, για μένα τουλάχιστον αστείο και τραγικό. Έτσι όμως τα βλέπουν οι ποιητές».

«Η δική μου γενιά…»

Στην πιο ενδιαφέρουσα καμπή της συζήτησης, ζητήσαμε από την Πέννυ Μηλιά να αποτυπώσει το στίγμα της γενιάς της. Ένας χείμαρρος αλήθειας που οι περισσότεροι προτιμούν να αποσιωπούν ξεπήδησε στα λόγια της: «Η δική μου γενιά δεν θα έλεγα ότι δεν μιλάει, αλλά ότι δεν την ακούει κανείς, ίσως γιατί δεν καταλαβαίνουν τι λέει. Η δική μου γενιά είναι παιδιά που έχουν δύο πτυχία και μοιράζουν φυλλάδια ή δουλεύουν δωδεκάωρα σα σκλάβοι και πρέπει να πάνε και στα μπουζούκια στον χορό της εταιρείας με καινούργια πανάκριβη τσάντα χρωστούμενη στην κάρτα της τράπεζας στην οποία εργάζονται. Καταλαβαίνεις; Ή σαπίζει στην Ομόνοια ή περιφέρει την θλίψη και την ανία της στα βόρεια προάστια. Ή βουλιάζει σε διήμερα αλκοόλ ή πηγαινοέρχεται από την επαρχία στην πρωτεύουσα και από την πρωτεύουσα στην επαρχία, σε δουλειές του ποδαριού. Ζει με τους γονείς της μέχρι να παντρευτεί, ίσως και μετά. Ούτε έρωτα δεν μπορεί να κάνει, δεν ξέρει αν θέλει να παντρευτεί και να φέρει παιδιά σ’ αυτή την άθλια ζωή που ζει. Η γενιά μου σκέφτεται και σκέφτεται πολύ. Δεν πήγε να ψηφίσει, γιατί σκέφτεται. Αλλωστε συνήθως δεν ξέρει τι να κάνει, όταν ψηφίζει μετανιώνει γιατί πιστεύει ότι ψηφίσε λάθος, όταν δεν ψηφίζει νιώθει αδρανής και την λένε και απολίτικη. Αυτά λέει, αλλά δεν τα ακούει κανείς. Γιατί άλλα θέλει να ακούσει η τιμημένη γενιά του πολύτεχνείου. Θέλει να ακούσει ότι τα κατάφερε, ότι οι θυσίες της και οι θυσίες των γονιών τους δεν πήγαν στράφι, ότι όλα θα πάνε καλά. Αλλά δεν πάνε, τι να κάνουμε τώρα;»…

Και συνεχίζει η Πέννυ Μηλιά με την ίδια ζέση, με την ίδια θλίψη και την ίδια λαχτάρα που –διάολε!- πρέπει να εκρήγνυνται μέσα σε κάθε ζωντανό άνθρωπο: «Για να λύσεις ένα θέμα πρέπει πρώτα να παραδεχτείς ότι υπάρχει. Τι θέλετε να πουν; Σιωπούν λοιπόν ή όταν μιλάνε στην καλύτερη βρίζουν, στην χειρότερη τα σπάνε. Αυτά τα κάνουν οι πιο ώριμοι. Οι υπόλοιποι συνήθως αυτοκαταστρέφονται σιωπηλά ή ξεχνιούνται, υπνοβατούν μέσα στα αντικαταθλιπτικά και το διαδίκτυο. Εδώ λοιπόν συνήθως έρχεται ο καλλιτέχνης (αν ήταν ταινία ο ήρωας, αν ήταν θρησκευτικό δράμα ο μεσσίας) και λέει αυτά που πρέπει να ειπωθούν. Τώρα γιατί δεν έρχεται; Αυτό δεν το ξέρω. Ξέρω όμως ότι η κάθε εποχή φτιάχνει αυτό που χρειάζεται. Η εποχή του πολυτεχνείου φαίνεται ότι χρειαζόταν ένα Πολυτεχνείο, ένα κλίμα, μια γενιά. Η δική μας εποχή χρειάστηκε τον Δεκέμβρη του 2008, την πρωτοφανή αποχή 50% των τελευταίων εκλογών. Και ό,τι άλλο καταφέρουμε να φτιάξουμε ακόμα».

Κλείσαμε την κουβέντα μας ζητώντας ένα ακόμη ποίημα, λίγους στίχους για τους γκρίζους δρόμους του σήμερα που μυρίζουν παραίτηση και τεχνολογικά μπιχλιμπίδια που συνωμοτούν ενάντια στη ζωή. Και η Πέννυ Μηλιά μας έδωσε τον… «Ρομαντισμό» της: «Ζω για τη στιγμή που ο βοσκός θα νιώσει στο σκληρό πετσί του μονομιάς όλη την ποίηση απ’ το “Κεφάλαιο” του Μαρξ κι ο σπουδαγμένος στην Οξφόρδη θα γονατίσει κλαίγοντας μπροστά στη μεταφυσική του εκδορέα Βαμβακάρη»…

 

Σχετικά άρθρα

Ξεκινά η Κινηματογραφική Λέσχη Θεσσαλονίκης – οι φετινές ταινίες

Super User

Απούσα η Αμφίπολη(!), παρούσα η Ξάνθη

Super User

Το 4ο Φεστιβάλ Κιθάρας Θράκης

Super User

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Δείτε περισσότερα

Πολιτική απορρήτου και cookies