INDEXANTHI.GR
Αρθρογραφία

Βασίλης Παπακωνσταντίνου εκ βαθέων με αφορμή τα σημερινά 70α γενέθλιά του

Γεννήθηκα στην Αρκαδία Τετάρτη μεσημέρι! Τις πιο ισχυρές μνήμες έχω από εκεί. Εκεί έζησα μέχρι τα οχτώ μου και μετά όλα τα καλοκαίρια στην εφηβεία και βάλε. Ξέρω από πού κατάγομαι, ξέρω από πού έρχομαι. Έχω δύο αδερφές κι έναν αδερφό, εν ζωή όλοι τους. Εγώ είμαι ο μικρότερος.

Τα πρώτα μου ακούσματα ήταν από την μουσική της φύσης, οι βοριάδες, το θρόισμα, οι βροντές, η βροχή και πάνω απ’ όλα τα πουλιά. Όλα αυτά στο χωριό που γεννήθηκα. Το λένε Βάστα γιατί επί τουρκοκρατίας το καίγανε συνέχεια και το ξαναχτίζανε. Έτσι, λέγανε συνέχεια «βάστα κατακαημένο, βάστα». Όπως λέμε «κράτα ρε φίλε γερά». Κάθε σπίτι είχε και έναν ξενιτεμένο που έστελνε γράμματα και δέματα. Κάθε Τετάρτη που ερχόταν ο ταχυδρόμος και μοίραζε αλληλογραφία στο καφενείο του χωριού, γινότανε συνωστισμός. Εκεί βρήκα την ευκαιρία να ικανοποιήσω την «ψωνάρα» που είχα από μικρός. Πήγαινα όπου έβλεπα κόσμο, ανέβαινα σε ένα τραπέζι και τους έλεγα αστεία ποιήματα, με μεγάλη δόση αυτοαναίρεσης. Έλεγα ξέρω ‘γω «ανέβηκα σε ένα βουνό και είδα ένα γουρούνι. Το κοίταξα καλά-καλά και μου ‘μοιαζε στη μούρη». Ο κόσμος ευχαριστιόταν, μου έδινε λουκούμια και καραμέλες. Μια μέρα ανέβηκα να τραγουδήσω σε ένα δέντρο, έπεσα και λιποθύμησα. Η αδερφή μου νόμιζε ότι πέθανα, αλλά ξύπνησα. Μόνο στα κεραμίδια δεν ανέβηκα γιατί δεν είχα πρόσβαση.

Το χωριό δεν είχε γυμνάσιο και όποιος τελείωνε το δημοτικό έπρεπε να πάει στην Μεγαλόπολη που ήταν τέσσερις ώρες ποδαρόδρομος! Όταν έφτασε η στιγμή να πάνε γυμνάσιο τα αδέλφια μου που ήταν μεγαλύτερα, ο πατέρας μου αποφάσισε -και καλά έκανε- να έρθουμε οικογενειακώς στην Αθήνα. Μέναμε στη σημερινή Αγία Παρασκευή που τότε ήταν όλο χωράφια. Εκεί υπήρχε μια βίλα μιας οικονομικά ξεπεσμένης αστικής οικογένειας που μας νοίκιασε το σπιτάκι του κηπουρού που ήταν και πλυσταριό. Ένα μικρό δωμάτιο με μια γκαζιέρα κάτω από το τραπέζι.

Κάποια στιγμή πήγαμε στις εργατικές κατοικίες της Νέας Φιλαδέλφειας. Εκεί ήρθε ο έρωτας! Μια γειτονοπούλα πανέμορφη, στα δέκα ήμουν εγώ. Σκέψου ότι έτρωγα στο σπίτι μου και σκεφτόμουν να έχω τρόπους, να μη μασάω άτσαλα, γιατί μπορεί να με βλέπει από κάπου. Τόσο την είχα ερωτευθεί!

Ο δρόμος της μουσικής

Εκεί γύρω στα 13-14 χρόνια μου, εισέβαλαν στη ζωή μου οι “Beatles”, οι “Rolling Stones”, οι “Animals”. Κάθε γειτονιά είχε και το δικό της συγκρότημα. Εγώ ανέλαβα να φτιάξω αυτό της δικής μας. Έμαθα να παίζω με δανεική κιθάρα από τον φίλο Κώστα Παναγόπουλο που έμενε κάτω από εμάς. Ονομάσαμε το συγκρότημα “Crosswords”. Στα 16-17 κάναμε την πρώτη μας συναυλία. Οι εργατικές κατοικίες της Νέας Φιλαδέλφειας, του Βλάχου που λέμε, χωρίζονται από τη Νέα Ιωνία με ένα ρέμα που για εμάς ήταν τόπος παιχνιδιού. Παίζαμε με τα βρώμικα νερά από τα απόβλητα των εργοστασίων. Κάναμε λοιπόν την συναυλία στο σινέ “Ιωνία” και «φάγαμε» το πρώτο μας χειροκρότημα, ήρθαν όλες οι εργατικές κατοικίες να μας στηρίξουν. Μετά από αυτό, το «μικρόβιο» θέριεψε.

Σαφώς και ζηλεύαμε τα συγκροτήματα που ήταν διάσημα, αλλά δεν πιστεύαμε ότι θα τα καταφέρναμε. Απλά παίζαμε τη μουσική που μας άρεσε, ακούγοντας “Deep Purple”, “Jethro Tull”, “Rolling Stones”. Αυτό κράτησε μερικά χρονάκια, ώσπου ένας γείτονάς μου που ήξερε ότι ασχολούμαι με τη μουσική, μου έδωσε να ακούσω το “Φορτηγό” του Σαββόπουλου. Ήταν η πρώτη φορά που άκουσα ποίηση της εποχής. Μέχρι τότε τραγουδούσα «αγγλικά Πελοποννήσου». Ούτε που ήξερα τι έλεγα. Ακόμα και τώρα ελάχιστα αγγλικά γνωρίζω. Με το γκρουπ παίζαμε και γαλλικά και ιταλικά. Παίζαμε από όλες τις γλώσσες. Αν είσαι από την Πελοπόννησο, τις μιλάς όλες τέλεια.

Τα Σαββατόβραδα και τα κυριακάτικα απογεύματα παίζαμε σε ένα κλαμπ της Νέας Φιλαδέλφειας. Πολύς κόσμος! Μια Κυριακή απόγευμα ήρθε και ένα άλλο συγκρότημα να παίξουμε, αυτό του Λάκη με τα ψηλά ρεβέρ. Παίζαμε συνήθως σε ντισκοτέκ της εποχής γιατί -επειδή τα συγκροτήματα ήταν σε έξαρση- βάζανε μερικά να παίζουν. Έχω παίξει σε πάρα πολλά τέτοια μέχρι τα δεκαεννιά μου. Συνήθως έμπαινε μέσα το μεικτό, αστυνομία μαζί με υγειονομικό. Απαγορευόταν η είσοδος σε όσους ήταν κάτω των δεκαοκτώ. Εγώ όχι μόνο έμπαινα αλλά τραγουδούσα κιόλας. Είχαμε τσιλιαδόρο και μόλις μας φώναζε «έρχονται», εγώ την έκανα για τις τουαλέτες!

Τότε υπήρχε στη Φιλοθέη ένα κλαμπ που λεγότανε “Πράσινη γωνιά”. Εκεί έπαιζε ίσως το πιο αξιόλογο συγκρότημα που έχω ακούσει ποτέ στην Ελλάδα, οι “Φοίνικες”. Αρχηγός τους ήταν ο Κώστας Γανωσέλλης, ο μετέπειτα ενορχηστρωτής των κομματιών μου. Ήταν και κάποιος που τραγουδούσε νέο κύμα. Μέσα από συναδέλφους έμαθα ότι έφυγε φαντάρος και πήγα να ζητήσω δουλειά. Με άκουσε ο Γανωσέλλης και του άρεσα. Τραγουδούσα νέο κύμα με μια κιθάρα της κακιάς ώρας. Συγχρόνως τραγουδούσα και στην “Ελληνίδα”, το μαγαζί όπου ήμουν με τον Λάκη Παπαδόπουλο. Έφευγα για να πάω από τη Φιλαδέλφεια στην Φιλοθέη, μέσα στο καταχείμωνο με ένα ποδήλατο και με την κιθάρα στην πλάτη. Μάλιστα μια μέρα ψιλόβρεχε κι έπεσα με το ποδήλατο και κατασκοτώθηκα, αλλά σηκώθηκα, σκουπίστηκα και πήγα και τραγούδησα. Έτυχε να με ακούσουν στην “Πράσινη γωνιά” κάποιοι που έκαναν λαϊκό πρόγραμμα και μου είπαν να πάω στην Πλάκα. Πήγα στις “Εσπερίδες” και βρήκα τον Γιάννη Αργύρη. Με άκουσε και με βρήκε πολύ καλό. Προερχόμενος όμως από τη ροκ, φώναζα πολύ και μου έλεγε «Κατέβα! Τι φωνάζεις ρε, μανάβης είσαι;». Οπότε πήγα σε μια άλλη μπουάτ δίπλα, την “Ξαστεριά” και μετά φαντάρος.

Στρατός στη δικτατορία

Η θητεία κατά τη διάρκεια της δικτατορίας ήταν ό,τι χειρότερο. Κάθε ηλιοβασίλεμα έκλαιγα, ενώ άλλες φορές γελούσα με τη γελοιότητά μας. Εκπαιδεύτηκα στα τεθωρακισμένα παρέα με τον Μητροπάνο. Εκείνος ήταν από αναβολή. Γνωριστήκαμε γιατί παίξαμε και τραγουδήσαμε παρέα στην ορκωμοσία.

Στην αρχή με ρωτήσανε τι γνώριζα να κάνω και τους είπα ότι παίζω όλα τα έγχορδα, τύμπανα και τραγουδάω. Με δοκιμάσανε και είπαν «εσύ είσαι κατευθείαν για τη λέσχη αξιωματικών στην Αθήνα». Όταν όμως είδαν ότι τα μητρώα μας ήταν κόκκινα, εμένα με έκαναν οδηγό άρματος και τον Μητροπάνο μουλαρά. Εμένα μου χρεώσανε ένα τανκ και εκείνου ένα μουλάρι. Αργότερα που συναντιόμασταν καμιά φορά, μου έλεγε «εγώ το μουλάρι το έχω αγαπήσει». Εγώ πάλι δεν τα πήγαινα πολύ καλά με το τανκ, παρά μόνο κάποιες φορές που μαζευόμασταν εκεί μέσα με φίλους, τρώγαμε και καπνίζαμε. Το είχαμε κάνει φωλιά.

Όσο ήμουν φαντάρος τα δισκοπωλεία της Αθήνας αποφάσισαν ότι αντί να πληρώνουν τις δισκογραφικές, θα ήταν καλύτερα να κάνουν δικές τους εταιρίες. Από ένα φίλο έμαθα ότι έψαχναν καινούργιους. Με στείλανε στον Βασίλη Αρχιτεκτονίδη. Σπουδαίος δάσκαλος και συνθέτης! Έκανα πρόβες τέσσερα τραγούδια. Και πήρα άδεια από τον στρατό για να πάω να τραγουδήσω.

Είχα φάει και κάτι φάπες στον στρατό… Νοίκιαζα τότε ένα σπίτι μαζί με κάτι άλλους φίλους φαντάρους, αλλά αυτό απαγορευόταν. Μας πήρανε χαμπάρι και μας παρακολουθούσαν οι εσατζήδες. Μπήκανε στο σπίτι και έκαναν έρευνα. Βρήκαν ένα μαγνητοφωνάκι μου με ταινίες και ακούσανε ένα τραγουδάκι που έλεγε «τέσσερις στρατηγοί κινάν’ και παν’ για πόλεμο στο μακρινό το Ιράν. Ο πρώτος από πόλεμο δεν κάτεχε, ο δεύτερος στις κακουχίες δεν άντεχε, ο τρίτος ήταν υποκείμενο γελοίο και ο τέταρτος φοβότανε το κρύο». Όταν με συνέλαβαν και τους είπα ότι ήταν κομμάτι του Χατζιδάκι, μου είπε ο αξιωματικός με τη γνωστή φωνή του καραβανά: «Ρε άιντε από ‘κει που είναι του Χατζιδάκι». Δεν μπορούσαν να το πιστέψουν.

Όλοι αυτοί οι συνθέτες σαν τον Θεοδωράκη, τον Χατζιδάκι, τον Λοΐζο, τον Μούτση, τον Σπανό, κουβάλαγαν στις πλάτες τους μια απίστευτη κουλτούρα. Ερευνούσαν και ενδιαφέρονταν για τον κόσμο. Δεν έγραφαν για να κάνουν επιτυχίες. Ήταν ανάγκη έκφρασης για αυτούς. Αλλιώς θα πνίγονταν λόγω ευαισθησίας. Δημιουργούσαν χωρίς να ξέρουν αν θα γίνει ποτέ δίσκος αυτό που έγραφαν και έκαναν αριστουργήματα.

Στη Γερμανία

Όταν ξαναπήγα στις “Εσπερίδες” μετά τον στρατό, αρχίσαμε δειλά-δειλά να τραγουδάμε Θεοδωράκη. Υπήρχε όμως λογοκρισία και κατάλαβα ότι στην Ελλάδα δεν είχα πια τι να κάνω. Πήρα ένα φίλο μου που είχε τον πατέρα του στη Γερμανία και πήγαμε εκεί.

Στη Γερμανία γνώρισα κάποια παιδιά, αντιστασιακούς, φοιτητές και εργάτες. Έπιασα δουλειά σε ένα σκυλάδικο, όπου έβγαλα τα πρώτα μου λεφτά. Επρόκειτο για ένα μαγαζί άγριου, σκληρού rock που λένε, με κάτι ωραίες πουτάνες. Ένα κιτς rock σκυλάδικο του κερατά όπου τα τραγούδια όλα μιλάγανε για χασίσια και τέτοια. Μετά τραγούδησα σε ένα εστιατόριο. Μετά στο στέκι των Ελλήνων της Γερμανίας όπου σύχναζαν εργάτες και φοιτητές. Όλοι καλλιεργημένοι και αντιδικτατορικοί, οργανωμένοι σε διάφορες αριστερίστικες οργανώσεις. Υπήρχε πολύ έντονη δράση τότε στο εξωτερικό. Έχω συμμετάσχει και σε απεργία πείνας. Ήταν άγρια τα πράγματα.

Η πρώην σύζυγός μου είχε διοργανώσει μια συναυλία του Θεοδωράκη στο Μόναχο. Κάποια στιγμή πήγαμε στη Γαλλία να με ακούσει και του άρεσα. Προγραμματίσαμε σαράντα-πενήντα συναυλίες στην Αμερική, αλλά πριν φύγουμε κάναμε μια συναυλία στο Παρίσι για τους Μαροκινούς φοιτητές. Ουσιαστικά ήταν ενάντια στον ρατσισμό της Γερμανίας απέναντι στους μετανάστες. Στο διάλειμμα αυτής της συναυλίας, της πρώτης μου με τον Μίκη, ήταν που ήρθε το μήνυμα ότι έπεσε η χούντα της Ελλάδας. Κάναμε το δεύτερο μέρος της συναυλίας με περίσσια χαρά και αμέσως μετά γυρίσαμε στην Ελλάδα.

Είσοδος και πορεία στη δισκογραφία

Ο Θεοδωράκης με πήγε στη “Minos EMI” το ’74 και μπήκαμε στο στούντιο με δύο δίσκους του για θεατρικές παραστάσεις, τον “Προδομένο λαό” και τον “Εχθρό λαό“. Τότε ζήτησα να μου γνωρίσουν τον Λοΐζο που τον θαύμαζα και τον τραγουδούσα. Αυτός ήταν ήδη στο στούντιο και έγραφε τα “Τραγούδια του δρόμου” με τον Ρασούλη. Με ρώτησε τι θα τους έλεγα. «Ό,τι θέλετε. Ξέρω τα τραγούδια σας» του απάντησε. Τελικά του είπα τον «Στρατιώτη» και τον «Τρίτο παγκόσμιο». Είναι δίπλα ο Μανώλης Ρασούλης. Πετάγεται: “Μάνο ξέχνα το, το παιδί θα τα πει“! Ο Ρασούλης επρόκειτο να τραγουδήσει και τον «Στρατιώτη» και τον «Τρίτο παγκόσμιο» στον δίσκο! Πολύ γενναιόδωρο εκ μέρους του Ρασούλη. Τρομερά συγκινητικό! Ο άνθρωπος είχε κάνει πρόβες κι ήταν έτοιμος να μπει να γραφτεί η φωνή του. Κι όμως! Έτσι ήταν φίλος με τον Μάνο κι έτσι έγινε και δικός μου φίλος! Αυτή η κουλτούρα των παλιότερων να δίνουν τόπο στα νιάτα, με επηρέασε βαθιά. Νομίζω ότι έχω το ρεκόρ σε συνεργασίες με πρωτοεμφανιζόμενους δημιουργούς. Έχω κάνει πολλές παραγωγές σε δίσκους νέων παιδιών, ενώ σε πολλούς συμμετέχω κιόλας. Κατανοώ τόσο πολύ τους νέους που θέλουν να δείξουν τη δουλειά τους, ώστε το θεωρώ χρέος μου πια. Γιατί ξέρω πόσο ζόρικα είναι τα πράγματα. Τα έχω περάσει κι εγώ.

Ωστόσο ακόμη δεν έκανα δικές μου συναυλίες, πάντα σε σχήματα εμφανιζόμουν. Μόνο με τη Μαρία Δημητριάδη συνεργαζόμουν πιο στενά. Μέχρι σε εργοστάσια τραγουδούσαμε από το πρωί. Την αγαπάω πολύ τη Μαρία. Χρησιμοποιώ ενεστώτα. Δεν έφυγε η Μαρία ποτέ. Την αγαπώ όπως αγαπώ και τη Μπουμπού, την αδερφή της.

Εγώ όμως είχα τη rock ριζωμένη μέσα μου και την ήθελα με ελληνικό ποιητικό στίχο. Μαζεύω τα κομμάτια του “Φοβάμαι,” φωνάζω τον Μάτσα να τ’ ακούσει και του σηκώνονται οι τρίχες! Άλλωστε με είχε για τρελό, πολιτικοποιημένο και είχα απορρίψει τραγούδια του που τα είπαν άλλοι συνάδελφοι, λαϊκοί τραγουδιστές, κι έκαναν μεγάλες επιτυχίες. “Είδες;” μου έλεγε μετά. “Τι να δω;” του απαντούσα, αφού εγώ τα σιχαίνομαι τέτοια τραγούδια… Πιάνει ο Μάτσας τον Θεοφίλου και του λέει: “Θα τον καταστρέψουμε αυτόν, τέτοια φωνή θα πάει χαμένη, δεν είναι δυνατόν να βγει ποτέ αυτός ο δίσκος! Φρόντισε να σταματήσει“. Μου το μεταφέρει δειλά ο Αχιλλέας και τότε προτείνω να του πούμε ότι μού σύστησε γιατρός πλήρη αφωνία για δυο χρόνια! “Μπλέξαμε με τρελό” απεφάνθη ο Μάτσας, “θα του κάνουμε το χατίρι αλλά θα τον θάψουμε τον δίσκο, δε θα παιχτεί πουθενά“! Πριν να βγει ο δίσκος, είχαν έρθει να τραβήξουν παράσταση στο “Αχ Μαρία” οι τότε “Ρεπόρτερς”, ο Λιάνης, ο Δημαράς και ο Χαρδαβέλλας. Μου ζήτησαν λοιπόν ένα τραγούδι για τους μηχανόβιους. Εγώ είχα ήδη τον “Κουρσάρο” σε μουσική Λάκη Παπαδόπουλου και στίχους Παύλου Μάτεσι. Τους το δίνω από demo για το άλμπουμ, το μεταδίδουν και γίνεται χαμός κυριολεκτικά! Βγαίνει ο δίσκος μετά από μια βδομάδα και αρχίζουν βροχή οι παραγγελίες από τα δισκάδικα: Ανά επτά μέρες τριπλασιάζονταν! Αποτέλεσμα; Το “Φοβάμαι” έγινε πλατινένιο μέσα σε είκοσι μέρες, πάνω από 100.000 πωλήσεις!

Μετά την επιτυχία του “Φοβάμαι“, με πιάνει ο Μάτσας και μου λέει: “Βρε Βασίλη, μήπως έχεις εκεί κι άλλα τέτοια τραγούδια από κανένα φίλο σου αναρχικό σαν και σένα;” (γέλια). “Βεβαίως και έχω“, απαντάω. Πάω και βρίσκω τον Άσιμο. “Νικόλα, σ’ ενδιαφέρει; Σου ‘χω βρει βήμα στη «Minos»!“. Έτσι έγινε ο “Ξαναπές” το 1982,που συμμετείχαμε η Αλεξίου κι εγώ. O πρώτος επίσημος δίσκος του Άσιμου για τον οποίο όμως άκουσε τα εξ αμάξης από τα συντρόφια των Εξαρχείων. Του έλεγαν ότι τον κατάπιε το σύστημα κι αυτόν. Εγώ ξέρω όμως και κάτι φίλους του που μου έδιναν κασέτες με τραγούδια τους πίσω απ’ την πλάτη του Νικόλα… Τέλος πάντων, λίγα χρόνια μετά κάνω τα “Χαιρετίσματα” με τραγούδια βασικά του Νικόλα και της Αφροδίτης Μάνου.

Συναντάω μια μέρα τον Νικόλα να πουλάει κασέτες με το καρότσι του. Ήταν η περίοδος που τον τραβολογούσαν στο τμήμα για διάφορα, που δεν είχε άδεια μικροπωλητή κλπ. “Νικόλα” του λέω, “θέλω το «Venceremos» -που το ήξερα από την κασέτα του- να το βάλω στον νέο δίσκο μου“. Γυρίζει παραξενεμένος: “Γιατί, μόνο αυτό θέλεις;” (γέλια). Την είχε χαρεί πολύ αυτή τη δουλειά ο Άσιμος. Τότε υπήρχε μόνο η κρατική ραδιοφωνία, μου τηλεφωνούσε λοιπόν συχνά και μου έλεγε: “Θα τους βάλω μπόμπα στην Ε.Ρ.Τ., δεν παίζουν τα τραγούδια μου“! Ε, αυτά, δε θέλω να πω άλλα για τον Νικόλα, πέραν του ότι άφησε μετά θάνατον οδηγία να προσέχω τη μοναχοκόρη του και τις ταινίες με τα τραγούδια του. Έτσι έγινε και ο δίσκος “Γιουσουρούμ – Στο φαλημέντο του κόσμου” το ’92. Κι εγώ είχα βρει το στίγμα μου πια, τη ροκιά μου και ο Μάτσας το ‘χε αποδεχτεί πλήρως.

Αρχές του ’90 σύχναζα σε ένα bar-restaurant του Παγκρατίου, το “Πάρτι”. Εκεί σύχναζε και ο Χατζιδάκις που είχε ακούσει τον “Καρυωτάκη” που κάναμε με τον Θεοδωράκη και μου ‘χε εκφράσει τον θαυμασμό του κυρίως για την ερμηνεία μου. “Κάτι πρέπει να κάνουμε” μου είπε και αμέσως εξέφρασε την ιδέα να έβγαζε κάποια παλιά του τραγούδια με μένα σε σύγχρονες rock ενορχηστρώσεις. Θα γινόταν στον “Σείριο” ο δίσκος. Πάω λοιπόν στη “Minos” και λέω να μου δώσουν άδεια να γίνει η συνεργασία με τον Χατζιδάκι. Εκείνοι πάλι μου λένε “φέρε εδώ τον Χατζιδάκι“! Μα πώς να γινόταν αυτό; Ο Χατζιδάκις τότε με τον “Σείριο” είχε το δικό του όραμα, τη δική του μεγάλη ιστορία. “Κάτσε“, μου λέει όταν του το μετέφερα, “θα περιμένουμε να τελειώσει το συμβόλαιό σου και μην υπογράψεις καινούργιο. Κάνουμε τη δική μας δουλειά και μετά συνεχίζεις“. Δυστυχώς όμως τον πρόλαβε ο θάνατος.

Η μοναδική οντισιόν που έκανα για το “Αχ Μαρία” ήταν με ένα κορίτσι που ήρθε σπίτι μου με μια κιθάρα. Μισό τραγούδι τραγούδησε, τη σταμάτησα και είπα “τη βρήκαμε, εδώ είμαστε“! Ήταν η Σαβίνα Γιαννάτου! Η γλυκιά μου η Σαβίνα, την αγαπώ πολύ!

Εξομολογήσεις

  • Ξενυχτάω, πίνω και καπνίζω. “Τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια“, που λέει κι ο φίλος μου ο Χρήστος Κυριαζής που του τραγούδησα το “Βράδυ Σαββάτου“. Δεν είμαι αλκοολικός όμως. Θέλω απλά να έχω μια συντροφιά επιπλέον με τους φίλους μου.
  • Έχω χάσει φίλους από ναρκωτικά, γι’ αυτό και είμαι φύσει και θέσει κατά των ναρκωτικών. Έχω δράση μεγάλη σ’ αυτό τον τομέα. Ένα ολόκληρο σύστημα που μας θέλει μαστουρωμένους, αυτό δεν γούσταρα ποτέ μου.
  • Ας κοιτάμε τι χαρούμενο καινούργιο πρόκειται να έρθει. Αυτή είναι η μόνη μου αντιπαράθεση με την κατάθλιψή μου.
  • Έχω ξεσπάσματα οργής και θυμού, αλλά προς τα μέσα μου. Το πρόβλημα μου είναι ότι οι εκρήξεις θυμού δεν γίνονται προς τα έξω.
  • Εγώ ανέκαθεν ήμουν κοινωνικός, με το χαμόγελο. Πως να σ’ το πω, δεν ξέρω, ίσως όλο αυτό γίνεται από ανάγκη μου για να ισορροπήσω. Θέλω να συνεχίσω να έχω την ίδια σχέση με τους ανθρώπους, με τη μουσική που κάνω και με εκφράζει. Είμαι πάντα εδώ με όλες τις πλευρές μου.
  • Έχει πια τόσο εθιστεί ο οργανισμός μου στα live και στα στούντιο, ώστε δεν κουράστηκα ακόμη και δεν θα κουραστώ! Ελπίζω ο θάνατος να με βρει ξαφνικά, πάνω στη σκηνή, την ώρα που θα τραγουδάω.
  • Κάθε φορά που βγάζω ένα δίσκο, νιώθω ότι είναι ο πρώτος μου δίσκος. Κάθε φορά που κάνω μια παράσταση, αισθάνομαι ότι είναι η πρώτη μου παράσταση. Δεν νιώθω καθόλου κουρασμένος. Η μουσική, το τραγούδι, οι συναυλίες, οι παραστάσεις, είναι η ίδια μου η ζωή. Δεν θέλω να τα παρατήσω, δεν θέλω να επαναπαυθώ στις δάφνες μου. Έτσι νομίζω ότι θα έπιανα μια θέση στην ουρά για το νεκροταφείο. Είναι η ίδια μου η ζωή, ο τρόπος που βλέπω τα πράγματα, οι κεραίες μου που είναι τεντωμένες, οι συναισθηματικές κεραίες μου που είναι επίσης τεντωμένες. Δεν μπορείς να βλέπεις αυτά που γίνονται και να γυρίζεις την πλάτη σου απλά επειδή έχεις τη δυνατότητα.
  • Ισχυρός δεν ένιωσα ποτέ μου και οφείλω να ομολογήσω ότι είμαι ένα βαθύτατα ανασφαλές και κομπλεξικό άτομο, με αποτέλεσμα κάθε φορά που έρχομαι σε επαφή με τον κόσμο να τρέμει η καρδιά μου. Το ίδιο κι όταν ανεβαίνω στη σκηνή, αισθάνομαι ότι το κάνω για πρώτη φορά. Όταν η όποια επιβολή συνοδεύεται από καλή διάθεση, κατανόηση και αλληλεγγύη, μόνο θετικά μπορεί να λειτουργήσει. Εγώ ποτέ μου δεν υπήρξα υπερόπτης κι αυτός ο τρόπος ζωής απέχει πολύ από μένα ως ιδιοσυγκρασία.
  • Δεν ξεχνάω ότι το πρώτο μου επάγγελμα ήταν αυτό του πατέρα μου, σοβατζής στις οικοδομές τα καλοκαίρια. Έχω κάνει και έμπορος υφασμάτων. Κατέβαζα τα τόπια και τα μέτραγα για να κόψω στους πελάτες όσο θέλανε. Έχω κάνει ηλεκτρολόγος. Επίσης, σαν μαρμαράς έχω ανεβάσει σε πολυκατοικίες πολλούς μαρμάρινους νεροχύτες της εποχής. Έχω κάνει σχεδόν ό,τι επάγγελμα μπορείς να φανταστείς, αλλά πάντα τα καλοκαίρια.
  • Με το παρελθόν που έχω, με την ποίηση που μπήκε στη ζωή μου πριν καν κλείσω τα δεκατέσσερα, με γονείς εργάτες και αγρότες, με τον πατέρα μου στη Μακρόνησο και με μελέτες σε διάφορα έργα όπως του Μαρξ, δεν είναι επόμενο να βρίσκομαι στην «από ‘κει πλευρά» και όχι στην «από ‘δω»; Ήταν φυσικό να καταλάβω την πάλη των τάξεων και να πάρω θέση στο πρόβλημα. Γιατί όταν δεν παίρνεις θέση στο πρόβλημα, αποτελείς ο ίδιος μέρος του.
  • Η φωνή μου ήταν πάντα σε δράση με τραγούδια που τα πίστευα και τα αγαπούσα. Όχι για να εκπολιτίσω ή να δασκαλέψω τον κόσμο. Ήταν αποκλειστικά δική μου ανάγκη να τραγουδήσω αυτά γιατί με λύτρωναν, μου έδιναν την ισορροπία μου και έλεγα «κάτι κάνω ρε παιδί μου».
  • Ενημερώνομαι με πολλούς τρόπους, και από τα κανάλια και από το διαδίκτυο και από τις εφημερίδες. Είναι εύκολο πλέον, με τη συσσωρευμένη εμπειρία που έχω στο κεφάλι μου, να διαβάσω ακόμα και μια ξεπουλημένη φυλλάδα και να καταλάβω πού βρισκόμαστε.
  • Προσωπικά θεωρώ τον εαυτό μου άκρως τυχερό που γνώρισα μύθους-κολώνες του πολιτισμού μας, όταν ακόμα ήταν εν ζωή. Είμαι απ’ τους τραγουδιστές που έχουν ερμηνεύσει σχεδόν όλους τους ποιητές μας κι αυτό με κάνει περήφανο. Τα λόγια των τραγουδιών αυτών είναι αναλλοίωτα στο χρόνο και με τη μουσική αποκτούν μια παραπάνω συγκινησιακή φόρτιση. Δεν είναι λοιπόν ο Παπακωνσταντίνου που λέει τα τραγούδια, δεν γράφτηκαν για μένα αλλά για την ιστορία.
  • Πάντα ήμουν αληθινός. Είχα σχέση αλήθειας με ό,τι τραγουδούσα. Με δυσκόλεψε πολύ όμως η διαχείριση του χαρακτηρισμού «ίνδαλμα». Στην αρχή κολακεύεσαι, όταν όμως έχεις και λίγο φιλότιμο τότε το «Βασίλη ζούμε για να σ’ ακούμε» δυσκολεύει πολύ τα πράγματα. Δεν έχω κρύψει ποτέ ότι ένιωθα τρομερές τύψεις και ενοχές γι’ αυτόν τον χαρακτηρισμό και χρειάστηκα ψυχολογική υποστήριξη για να μπορέσω να αντιμετωπίσω το βάρος του «ειδώλου».
  • Η κατάθλιψη χτύπησε και σε μένα την πόρτα. Η κατάθλιψή μου ξεκίνησε από μικρή ηλικία, θυμάμαι από τα δεκαοκτώ μου. Το πάλευα, το πάλευα, το πάλευα, έκανα συζητήσεις γι’ αυτό με ειδικούς… Το είχα συνειδητοποιήσει από την αρχή μέχρι που έφτασα στην ηλικία των πενήντα χρόνων και εκεί χρειάστηκα και θεραπεία με φάρμακα. Η επιτυχία και οι προσδοκίες των ανθρώπων για μένα ήταν κάτι που δεν άντεξα. Πίστεψα ότι δεν μπορούσα να ανταποκριθώ σε αυτό που είχαν φτιάξει στο μυαλό τους για μένα. Πίστευα ότι δεν μπορούσα να δώσω αυτά που ήθελαν. Είναι υπέροχο να σε χειροκροτούν, να σε θαυμάζουν και να φτιάχνουν συνθήματα για σένα, αλλά η ευθύνη είναι μεγάλη, όσο και αν αυτό ακούγεται ναρκισσιστικό. Όσον αφορά στην κατάθλιψη, δεν μπορούν μόνο οι ειδικοί και τα φάρμακα να σε βοηθήσουν. Χρειάζεται υποστήριξη από την οικογένειά σου. Και εγώ στάθηκα τυχερός γιατί την είχα σε υπέρτατο βαθμό. Όμως υπάρχει ένα πρόσωπο που μου έδωσε δύναμη και ελπίδα. Είναι η κόρη μου η Νικολέτα. Μου θύμισε ότι το φως της ζωής είναι πιο δυνατό από το σκοτάδι που έχουμε μέσα μας. Της το χρωστάω. Αυτή είναι η σωτηρία μου.
  • Όχι, δεν φοβάμαι τον θάνατο. Το μόνο που θα ήθελα είναι να αργήσει να έρθει για να ζήσω περισσότερα χρόνια με την κόρη μου.

(αποσπάσματα από συνεντεύξεις)

0 Reviews

Write a Review

Σχετικά άρθρα

Χοντρό δούλεμα

Super User

Περί φωτισμού

Super User

Άγριοι και δολοφόνοι

Super User

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Δείτε περισσότερα

Πολιτική απορρήτου και cookies