Ένας νέος άνθρωπος που γνωρίζει… ελληνικά, έχει άρτιο λόγο και μπορεί να τον μετουσιώνει τόσο σε ψυχαγωγία των υπόλοιπων όσο και σε πεδίο προβληματισμών με σαφείς κοινωνικές και πολιτικές θέσεις, συνιστά μεγάλη παρηγοριά και ελπίδα σ’ αυτούς τους ζοφερούς καιρούς…
Αυτός είναι ο Βασίλης Αναστασίου που μαζί με το έξοχο μυθιστόρημά του “Au revoir” παρουσιάστηκαν το βράδυ της Παρασκευής 30 Οκτωβρίου στο βιβλιοπωλείο “Δύο”.
Ο νεαρός συγγραφέας κέρδισε το κοινό που εκφράστηκε (φανερά και… κρυφά) με τα καλύτερα σχόλια για την προσωπικότητα και τον λόγο του. Έχοντας διαβάσει το βιβλίο τού Βασίλη Αναστασίου, μόνο καλά λόγια θα μπορούσαμε να καταθέσουμε για τη μεστή, απέριττη και παντοειδώς άρτια γραφή του. Ένα περίτεχνα “πλεγμένο” αστυνομικό μυθιστόρημα που ταξιδεύει, προβληματίζει, συναρπάζει, μα –περισσότερο- είναι γεμάτο εικόνες και μουσικές μέσα στη λιτή μα βαθιά δομή του. Σαν ένα άψογο σενάριο ενός φιλμ νουάρ.
Για το βιβλίο μίλησαν η φιλόλογος, τελειόφοιτος του Π.Μ.Σ. Γενικής και Συγκριτικής Γραμματολογίας του Α.Π.Θ. Γεωργία Βιολιτζή, η φιλόλογος-αρχαιολόγος Ευδοκία Φανερωμένου και ο συγγραφέας. Οι δύο πρώτες μαγεμένες όσο κι εμείς απ’ τη γραφή και το περιεχόμενό του και ο συγγραφέας φωτίζοντας αθέατες πλευρές, εξηγώντας τα του βιβλίου και απαντώντας στις ερωτήσεις του κοινού.
“Γράφω δαμάζοντας και χαϊδεύοντας φόβους”
“Το αστυνομικό μυθιστόρημα ήταν αυτό που με έκανε να ασχοληθώ με τη λογοτεχνία“, λέει ο νεαρός συγγραφέας σε συνομιλία μας στο περιθώριο της βραδιάς. “Τα πρώτα μου αναγνώσματα ήταν αστυνομική λογοτεχνία και ήμουν φανατικός οπαδός του αμερικανικού κινηματογράφου και γοητευμένος από τα φιλμ νουάρ των δεκαετιών ’40-’50. Αποφάσισα να γράψω, καθώς όλα με οδηγούσαν σ’ αυτό το στιλ, ενώ πριν είχα γράψει και άλλα. Νομίζω ότι εδώ μπορώ και εκφράζομαι καλύτερα“.
Όσο για τα κίνητρα που τον οδήγησαν στην συγγραφή, εξηγεί: “Κάθε άνθρωπος παλεύει μέσα του με διάφορα φαντάσματα και φόβους, του παρελθόντος ή του μέλλοντος. Εγώ όταν γράφω μπορώ και είτε τους δαμάζω είτε τους χαϊδεύω αυτούς τους φόβους, τα βρίσκω μαζί τους. Για ένα μικρό διάστημα συμφιλιωνόμαστε, μέχρι να ξαναγίνουν έντονοι και ν’ ξεκινήσω από την αρχή…“. Και αναφερόμενος στο χρονικό που τον έφερε ως την έκδοση, σημειώνει: “Στην αρχή δημοσιοποιούσα τα γραπτά μου σε μια ιστοσελίδα. Όταν έγραψα κάτι μεγαλύτερο που δεν μπορούσε να δημοσιευτεί εκεί, αποφάσισα να σκεφτώ την έκδοση. Τα πράγματα είναι πολύ δύσκολα εκεί, ειδικά για ένα νέο συγγραφέα. Οι περισσότεροι ζητούσαν τρελά ποσά για την έκδοση! Ο συγκεκριμένος εκδοτικός δεν ζήτησε τίποτε, αλλά ήταν και πολύ ενδιαφέρων ως προς τις εκδόσεις του. Κι έτσι προχωρήσαμε“.
“Αναρωτήθηκα αν η πραγματικότητα είχε ξεπεράσει το βιβλίο…”
Εκτός από ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα, το “Au revoir” είναι ταυτόχρονα ένα κοινωνικό και πολιτικό σχόλιο του αστικού τοπίου και της πολιτικής –και παραπολιτικής- ζωής. Με σκηνικό την πόλη και μ’ ένα εκπληκτικό soundtrack να τη ντύνει από την αρχή ως το τέλος, η ιστορία μετουσιώνεται σε εικόνες που προβάλλονται στην οθόνη του μυαλού του αναγνώστη.
Ο Βασίλης Αναστασίου ξεκίνησε να γράφει το συγκεκριμένο βιβλίο το 2010. “Τότε ξέσπασε το μεγάλο μπαμ με την ακροδεξιά στην Ελλάδα. Κι εγώ έμεινα αμήχανος“, λέει. “Μέσα από το βιβλίο ήθελα να μιλήσω για κάποια άτομα που δρουν μέσα από ένα σκοτεινό περιθώριο. Όμως αυτό το περιθώριο δεν υπήρχε πια στην πραγματική ζωή, αφού αυτοί οι άνθρωποι έβγαιναν πια φανερά έξω, μιλούσαν, είχαν υποστηρικτές και αναρωτήθηκα αν η επικαιρότητα έχει ξεπεράσει το βιβλίο. Πέρασαν τρία χρόνια και αποφάσισα να του δώσω μια ευκαιρία και να το βγάλω“.
Όσο για το άλλοτε σαφέστατο κι άλλοτε επιμελώς δυσδιάκριτο πολιτικό και κοινωνικό σχόλιο που υπάρχει στο βιβλίο, ο συνομιλητής μας εξηγεί: “Το αστυνομικό μυθιστόρημα είναι κάπως παρεξηγημένο στην Ελλάδα. Πολλοί θεωρούν ότι είναι κάτι στερεότυπο, μ’ ένα ντετέκτιβ που ψάχνει να βρει τον δολοφόνο, κάνει διαρκώς ανακρίσεις και στο τέλος τον αποκαλύπτει. Δεν είναι έτσι. Το αστυνομικό μυθιστόρημα έχει γίνει βήμα για να μιλήσει κανείς για ζητήματα κοινωνικά και πολιτικά. Αυτό κάνω. Δεν ονομάζω, αλλά είναι φανερό για τι μιλάμε“.
Όπως είναι φυσικό για ένα τέτοιο βιβλίο, δέχτηκε θετικά σχόλια. Και ο νεαρός συγγραφέας δηλώνει περήφανος –ανάμεσα στα πολλά- για τα σχόλια του Βαγγέλη Ραπτόπουλου και του Βασίλη Βασιλικού που του “έδωσαν δύναμη“. Και περιμένει και τη σκληρή κριτική (αυτή ήταν άλλωστε η πρώτη ερώτησή του προς εμάς!) αν και δεν νομίζουμε να υπάρξει…
“Θέλω να συνεχίσω αυτή τη σειρά με τον συγκεκριμένο ήρωα. Ήδη έχει γραφεί το μισό από το επόμενο“, λέει κλείνοντας τη συνομιλία μας. “Περνάω τώρα μια περίοδο ψαξίματος. Ετοιμάζω και μια συλλογή διηγημάτων πέρα από το αστυνομικό, στο οποίο όμως θέλω να συνεχίσω καθώς νομίζω ότι εκεί είμαι πιο σίγουρος“, καταλήγει. Κι εμείς περιμένουμε με ανυπομονησία και χαρά το επόμενο βήμα του.


