Αφοσιώνομαι στην επωνυμία, όπως ο χρυσοχόος στο πολύτιμο κομμάτι που του φέρανε για εκτίμηση. Έχω παρακολουθήσει, παλιά, την τεχνική του, σαν υποψήφιος ζωγράφος. Τώρα, σαν να είναι μπροστά μου. Αναστενάζει στενάχωρα. Αναστενάζω κι εγώ, παρόμοια…
Βλέπω έντονα την παράσταση-επωνυμία τριών γραμμάτων: ΜΚΟ. Μη Κυβερνητική Οργάνωση. Γυρίζω από δω τα τρία γράμματα… Τα γυρίζω από κει… φοράω μεγεθυντικό φακό… και πάλι από δω… και πάλι από κει… πιο προσεχτικά απ’ τον χρυσοχόο, που κι εκείνος τώρα φόρεσε φακό, άναψε το πορτατίφ με δυνατό φωτισμό. Το γυρνάει από κει -από κει κι εγώ- το γυρνάει ανάποδα -ανάποδα κι εγώ. Κι ανάβω κι εγώ το πορτατίφ με δυνατό φωτισμό.
Δυσκολεύεται ν’ αποφασίσει, αναστενάζει. Δυσκολεύομαι κι εγώ κι αναστενάζω. Το επαναφέρει στη σωστή του θέση και συμπεραίνει: – Χειροποίητο είκοσι δύο καρατιών, διαμάντι άλφα, ανεκτίμητης αξίας.
Και το δικό μου; Ανυπολόγιστης αχρηστίας…
Ποιός δούλεψε για να βρει το “μεγάλης αξίας” και ποιός θα το αποκτήσει; Μάλλον εύκολο να το μαντέψετε.
– Ε! θα μου πείτε, δεν είναι και ράβδος χρυσού! Σωστά… υπάρχουν και χειρότερα. Στη χώρα που ζούμε, το κακό συγκρίνεται μόνο με το χειρότερο. Παλιά ιστορία. Βέλτιστο: Δηλαδή το ίδιο το κακό δίχως άλλους προσδιορισμούς.
Όλοι γνωρίζουν ότι ο Μιθριδάτης, σατράπης της Καππαδοκίας, έμπαζε στο σώμα του προοδευτικά ισχυρότερες δόσεις δηλητήριου για την απόκτηση βαθμιαίου εθισμού. Τώρα, με τέλεια ανοσία στο σώμα, εκατομμύρια Έλληνες Μιθριδάτες και Μιθριδάτισσες ζούμε δίχως να μας επηρεάζει κανένα δηλητήριο.
Αρχίζουμε βλέποντας ποιός χώρισε με ποιόν… πώς μαγειρεύονται οι καραβίδες. Να και η πρόβλεψη του μέλλοντος. Κι όλα αυτά για να αποκρύψουν την μεγάλη, την οικονομική και πνευματική εξαθλίωση. Αφήστε που αντί για το φαγητό που μας ετοίμασαν, μας σερβίρουν φόβους. Ναι, μας γεμίζουν φόβους.
Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία, για να θυμίσουμε τον μεγάλο συγγραφέα Έριχ Φρομ… κι έχουμε και συνέχεια.
Τόσο ωραία είναι λοιπόν η σκλαβιά;! Τόσο ωραία είναι η σκλαβιά για τον Έλληνα, η ανευθυνότητα; Το να σε πηγαίνουν και να σε φέρνουν, δηλαδή να σε πηγαινοφέρνουν, όπως τους αρέσει. Να τολμήσεις να πεις τη γνώμη σου; Σκλάβος και να ‘χει γνώμη! Σκλάβος και δικαιώματα! Σκλάβος και απαιτήσεις!
Τσιμουδιά γιατί… έχουμε και δακρυγόνα. Δεν αποκλείεται από τις πολλές υποβολές που δέχεται ο Έλληνας, να του αρέσει να είναι σκλάβος. Γιατί η ταχτική του Μιθριδάτη συνεχίζεται. Είδατε; Αυτοί που αφαιρούν την ελευθερία σας, προηγούνται παντού.
Τόσο προχώρησε ο Μιθριδατισμός που μεταβλήθηκε σε υπερβολική ανοησία και αυτή σε ηλιθιότητα, χωρίς να διευκρινίζεται ποιά ασθένεια είναι ανίατη. Αν όχι όλοι, πολλοί μιθριδατοφέρνουμε και είμαστε όλοι, μα όλοι, συνονόματοι: Λεγόμαστε όλοι Μιθριδάτες… και θα ακούμε στους δρόμους σε λίγο, τέτοιες συνομιλίες:
– Καλημέρα Μιθριδάτη, πώς πάμε;
– Πώς να πάμε, Μιθριδάτη μου, μη χειρότερα… Πώς να πάμε;
– Τον Μιθριδάτη έχω να δω καιρό. Έχεις νέα του;
– Σήμερα ήμασταν μαζί. Ήταν με τον Μιθριδάτη, πήγαιναν να επισκεφτούν τον κουμπάρο και τον κουνιάδο τους, τους Μιθριδάτες.
– Ο συμπέθερός τους γύρισε;
– Γύρισε… Έχει καμιά βδομάδα που γύρισε από τον Μιθριδάτη.
Χρήστος Γαλατσίδας


