Πρόκειται για μια έκθεση 240 σελίδων, που παραθέτει τις μαρτυρίες περισσότερων από 60 στρατιωτών του σιωνιστικού στρατού που πήραν μέρος σ’ αυτό τον πόλεμο, στον οποίο σκοτώθηκαν τουλάχιστον 2.189 Παλαιστίνιοι, μεταξύ των οποίων περισσότεροι από 1.486 άμαχοι, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ο.Η.Ε.
Στην έκθεση παρατίθενται μια σειρά μαρτυρίες στρατιωτών, στις οποίες καταθέτουν ότι οι εντολές για τις περιοχές όπου αναπτύσσονταν ήταν ότι μετά τη ρίψη προκηρύξεων από τα ισραηλινά αεροπλάνα που καλούσαν τον πληθυσμό να φύγει, οι περιοχές αυτές θεωρούνταν εκκενωμένες και συνεπώς ο στρατός είχε την άδεια να πυροβολήσει όποιον έβλεπε. Ενδεικτικά, ένας λοχίας στο μηχανοκίνητο πεζικό κατέθεσε μεταξύ άλλων: «Οι κανόνες εμπλοκής ήταν παντού ίδιοι: οτιδήποτε μέσα στη Γάζα αποτελεί απειλή, η περιοχή πρέπει να αποστειρωθεί, να εκκενωθεί από τον πληθυσμό και αν δούμε κάποιον να κουνά λευκή σημαία, φωνάζοντας “παραδίνομαι” ή κάτι ανάλογο, τότε αυτός αποτελεί απειλή και έχουμε την άδεια να τον πυροβολήσουμε».
Ένας άλλος λοχίας που υπηρετούσε σε μονάδα του μηχανικού κατέθεσε: «Αμέσως από την αρχή η διαταγή σε μας ήταν: πυροβολείτε για να σκοτώσετε. Για τον ισραηλινό στρατό υποτίθεται ότι δεν υπήρχε καθόλου άμαχος πληθυσμός εκεί».
Ένας στρατιώτης στην Ντέιρ Αλ Μπάλαχ, στην κεντρική Γάζα, κατέθεσε ότι ο διοικητής του είπε: «Οτιδήποτε βλέπετε να κινείται στις γειτονιές που βρίσκεστε, υποτίθεται ότι δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί. Οι πολίτες γνωρίζουν ότι δεν πρέπει να βρίσκονται εκεί. Συνεπώς, οποιονδήποτε βλέπετε εκεί τον σκοτώνετε».
Ένας υπολοχαγός που πολέμησε στη Σουτζάγια, μια από τις γειτονιές της Γάζας που πλήγηκαν περισσότερο, κατέθεσε ότι δόθηκε στους στρατιώτες ένας κατάλογος με τους στόχους εναντίον των οποίων δεν μπορούσαν να ανοίξουν πυρ χωρίς άδεια από το διοικητή. Ο κατάλογος περιελάμβανε σχολεία, νοσοκομεία, βρεφικούς σταθμούς, σταθμούς ενέργειας, εγκαταστάσεις της UNRWA και κοινοτικά κέντρα. Όταν ρωτήθηκε αν κάποιοι απ’ αυτούς τους στόχους βομβαρδίστηκαν, απάντησε: «Ναι, σχεδόν όλοι στην απαγορευμένη λίστα βομβαρδίστηκαν. Ο καθένας έχει τη δική του ιστορία, αλλά τελικά βομβαρδίστηκαν».
Όλα αυτά στην πιο πυκνοκατοικημένη γωνιά του κόσμου και ταυτόχρονα μια ανοιχτή φυλακή, όπου ο άμαχος πληθυσμός δεν μπορούσε να βρει πουθενά ασφαλές καταφύγιο και στη συντριπτική πλειονότητα δεν είχε άλλη επιλογή παρά να μείνει στον τόπο του και στο σπίτι του.
Η έκθεση περιλαμβάνει επίσης πολλές μαρτυρίες στρατιωτών στις οποίες επισημαίνουν τη μαζική καταστροφή πολιτικών υποδομών και κατοικιών, συχνά «χωρίς καμιά καθαρή επιχειρησιακή αιτιολόγηση». Ένας λοχίας του Πεζικού κατέθεσε ότι «οι θωρακισμένες μπουλντόζες δεν σταματούσαν δευτερόλεπτο, ισοπεδώνοντας το ένα σπίτι μετά το άλλο, τον ένα δρόμο μετά τον άλλο».
Σύμφωνα με την έκθεση, όταν ο ισραηλινός στρατός έφευγε από τα σπίτια που είχε καταλάβει, τα ανατίναζε. Σπίτια σε στρατηγικά σημεία ή πάνω σε λόφους, που δεν ήθελε να τα χρησιμοποιήσει, τα θεωρούσε επικίνδυνα και τα κατεδάφιζε. Ισοπέδωνε ολόκληρες περιοχές.
Όπως ήταν επόμενο, η ηγεσία του σιωνιστικού στρατού όχι μόνο αρνείται να προχωρήσει στην έρευνα των καταθέσεων που έφερε στο φως η έκθεση της Μ.Κ.Ο. «Breaking the Silence», χαρακτηρίζοντάς τες μη αξιόπιστες επειδή είναι ανώνυμες (για ευνόητους φυσικά λόγους), αλλά απειλεί με ακόμη περισσότερα δεινά τον παλαιστινιακό λαό. Στις 4 Μάη, την ίδια μέρα που δόθηκε στη δημοσιότητα η έκθεση, ο αντιστράτηγος Μπένι Γκαντζ, διοικητής του σιωνιστικού στρατού κατά τον τελευταίο πόλεμο στη Γάζα, προειδοποίησε ότι «την επόμενη φορά θα είναι χειρότερα» για τη Γάζα, επιμένοντας ότι η τακτική της Χαμάς απαιτεί δραματική αλλαγή στους κανόνες του πολέμου και ότι το Ισραήλ θα πρέπει να κάνει επιθέσεις εναντίον αμάχων, γιατί γνωρίζει ότι η Χαμάς πιθανόν να κρύβεται πίσω απ’ αυτούς.
πηγή: Κόντρα