“Μακάρι να υπάρξουν κι άλλοι σαν τον Γιάννη Διακογιάννη”

Αναδημοσιεύουμε πρόσφατο άρθρο με τον παραπάνω τίτλο και –αφορμής δοθείσης- μια σύντομη αλλά σπουδαία ομιλία του δημοσιογράφου Γιάννη Ε. Διακογιάννη, με τον οποίο μας συνέδεσε μια παράξενη σύμπτωση στη Σύμη. Η ομιλία έγινε στην απονομή του βραβείου «Πολίτες» της Ένωσης Ιδιοκτητών Ημερησίων Επαρχιακών Εφημερίδων (15 Νοεμβρίου 2006) και την είχαμε δημοσιεύσει στην εφημερίδα “Θράκη” στις 4 Δεκεμβρίου 2008, δύο χρόνια μετά τον θάνατό του.

Το δημοσίευμα

Δυστυχώς η ευχή αυτή δεν είναι εύκολο να γίνει πράξη. Στις μέρες μας η έντιμη και μαχητική δημοσιογραφία είναι είδος υπό εξαφάνιση στα αστικά μέσα. Τόσο σπάνια, τόσο δύσκολο να την βρεις, σα να ψάχνεις τίμια στοιχεία στα αστικά κόμματα…

Στο άκουσμα του ονόματός του, κάποιοι τον μπέρδευαν με τον γνωστό αθλητικογράφο που ήταν κι αυτός στα “Νέα”. Αυτός ξεχώριζε όμως με το έργο του και τη μαχητική του δημοσιογραφία, που είναι είδος προς εξαφάνιση στις μέρες μας και στον αστικό τύπο γενικότερα – όπως εξάλλου και το είδος των τίμιων στοιχείων του ΠαΣοΚ.

Γεννήθηκε στην Αθήνα και σπούδασε στο Πολυτεχνείο της Πάτρας, όπου δραστηριοποιήθηκε από τις γραμμές της Νεολαίας ΠαΣοΚ. Έκανε τα πρώτα του βήματα στη δημοσιογραφία στο “Βήμα”, με μέντορα το Γιάννη Καψή, περνώντας από διάφορες θέσεις και είδη ρεπορτάζ στα μέσα του Δ.Ο.Λ. Τον κέρδισε όμως το διεθνές ρεπορτάζ και τα ταξίδια σε κάθε γωνιά του κόσμου, καρπός των οποίων ήταν τα βιβλία του για τη Λατινική Αμερική, με σειρά οδοιπορικών και συνεντεύξεις σχετικά με τη Χιλή του Αλιέντε, τους Σαντινίστας στη Νικαράγουα, την κόρη του Τσε Γκεβάρα και συνολικά τον αντιιμπεριαλιστικό αγώνα στην ήπειρο, που πρόβαλλε σε πολλές αναλύσεις ως ο αδύναμος κρίκος στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα (βλέπε π.χ. “Η Λατινική Αμερική μετά τον Γκεβάρα και τον Αλιέντε”).

Κάλυψε επίσης τις ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις στη Γιουγκοσλαβία, το Αφγανιστάν και το Ιράκ, και κατήγγειλε με τις παρεμβάσεις του την ωμή προσπάθεια χειραγώγησης της ενημέρωσης, τον έλεγχο των πληροφοριών που μεταδίδονταν, την εσκεμμένη παραπληροφόρηση και τις πιέσεις που ασκούνταν στους δημοσιογράφους. Το 2001 σημείωνε σχετικά με τον πόλεμο στο Αφγανιστάν: “Έχω την αίσθηση και τη βεβαιότητα πως και σ’ αυτόν τον πόλεμο – ευτυχώς λιγότερα απ’ ό,τι σε ξένα Μ.Μ.Ε. – συνέβησαν πολλά που δεν καταγράφηκαν και τα οποία θα έπρεπε να συζητηθούν υπό το φως πλήρους δημοσιότητας“.

Παράλληλα με τη συνεπή αντιιμπεριαλιστική του στάση, ο Γιάννης Διακογιάννης έκανε καίριες παρεμβάσεις στο κρίσιμο ζήτημα των δημοκρατικών δικαιωμάτων και του τρομονόμου, παίρνοντας επίσης σαφή θέση καταδίκης της δίωξης του “Ριζοσπάστη“. Δεν ήταν επίσης λίγες οι δημόσιες τοποθετήσεις του υπέρ του κομμουνιστικού κόμματος και της συστράτευσης με τους κομμουνιστές, π.χ. στο 17ο συνέδριο (το τελευταίο που πρόλαβε εν ζωή) ή σε μια άλλη αναφορά του στη γενικότερη συμβολή του Κ.Κ.Ε. στις αγωνιστικές διεργασίες: “Θα ‘λεγα, πρώτον, ότι το κομμουνιστικό κόμμα αγωνίστηκε πάρα πολύ για δημοκρατικά δικαιώματα στην Ελλάδα. Καταπατήθηκαν πολύ όλα αυτά, π.χ. η ιστορία του τρομονόμου, η ιστορία των διαδηλώσεων. Σκεφτείτε ότι μια ομάδα εργαζομένων κάνει μια κινητοποίηση και η αστυνομία κλείνει όλους τους δρόμους για να ταλαιπωρείται ο κόσμος και μετά ο κόσμος να στρέφεται εναντίον των διαδηλωτών. Υπήρξαν συλλήψεις πολλών ανθρώπων, πρόσφατη είναι η ιστορία αυτών που έκαναν απεργία πείνας τόσο καιρό στη Θεσσαλονίκη. Το κομμουνιστικό κόμμα λοιπόν προσέφερε πάρα πολύ με τους αγώνες του, την πάλη μέσα στη βουλή και έξω από τη βουλή για τη διεύρυνση της δημοκρατίας.

Το δεύτερο που θυμάμαι αυτά τα χρόνια είναι ότι το Κ.Κ.Ε. βοήθησε στο να μπορέσει να συνειδητοποιήσει αρκετό κόσμο γύρω από τις ωμές στρατιωτικές επεμβάσεις των Αμερικανών στην ευρύτερη περιοχή, στη Μέση Ανατολή και στο Ιράκ. Θυμάμαι ακόμα και τη συμβολή του Κ.Κ.Ε. στην αποκάλυψη αυτών που πραγματικά συνήργησαν στη σύλληψη και στην παράδοση στην Τουρκία του Οτσαλάν. Επομένως μια δεύτερη μεγάλη συμβολή του κομμουνιστικού κόμματος αυτά τα χρόνια ήταν η συμμετοχή του, η συμβολή του και κυρίως ότι συνειδητοποίησε αρκετό κόσμο γύρω από θέματα εθνικής ανεξαρτησίας και αξιοπρέπειας των λαών.

Και νομίζω ότι υπάρχει ένα τρίτο ζήτημα, η συμβολή του κομμουνιστικού κόμματος μέσα στην ίδια την πολιτική ζωή του τόπου και μέσα στην ίδια τη βουλή. Νομίζω ότι έδωσε ένα άλλο χρώμα και επομένως όλοι οι Έλληνες πολίτες τού οφείλουμε πολλά για τη σύγχρονη αγωνιστική και συνεπή παρουσία του“.

Πέθανε πολύ νέος, πριν καν κλείσει τα πενήντα, τον Δεκέμβρη του 2006 μετά από άνιση μάχη με την επάρατη νόσο. Το ήθος του ξεχείλιζε ακόμα κι από την τελευταία του επιστολή, που είχε παρακαλέσει να μη δημοσιοποιηθεί προτού επέλθει το μοιραίο: “Επιθυμώ να ταφώ με τρόπο απλό, όπως έζησα. Δεν θέλω επικήδειους. Μονάχα λίγα λουλούδια “θα ζήταγα” από τους συμμαθητές του δημοτικού, που μαζί μεγαλώσαμε τρεις-τρεις στα θρανία. Κανένα περιουσιακό στοιχείο δεν επεδίωξα και δεν απόκτησα ποτέ. Και δεν έχω να αφήσω τίποτα σε κανέναν. Οι αγώνες μου -που έδωσα μαζί με τόσους άλλους αγωνιστές και αγωνίστριες- φοιτητικοί, πολιτικοί, συνδικαλιστικοί, καλλιτεχνικοί, πολιτιστικοί, αντιπολεμικοί, αισθητικοί και δημοσιογραφικοί, αποτελούν μια παρακαταθήκη. Αυτή όμως υπάρχει και στα τρία βιβλία μου. Ταξίδεψα, αγάπησα, με αγάπησαν, πάλεψα, συγκρούστηκα. Ήμουν τυχερός! Σας χαιρετώ“.

Στην ανακοίνωσή του το Κ.Κ.Ε. αποχαιρέτησε έναν αγωνιστή του τύπου κι ευχόταν να υπάρξουν κι άλλοι σαν κι αυτόν: “Εκφράζουμε τη βαθιά λύπη μας για τον πρόωρο χαμό του γνωστού δημοσιογράφου Γιάννη Ε. Διακογιάννη, ενός ανθρώπου τίμιου, εργατικού και ευσυνείδητου, ενός ανθρώπου με ήθος. Ο Γιάννης Ε. Διακογιάννης τίμησε τη δημοσιογραφία. Αναδείχτηκε σε έναν από τους πιο επιφανείς υπηρέτες της, γιατί αναζητούσε τη μέγιστη ακρίβεια στα γεγονότα, δίχως να διστάζει μπροστά στα εμπόδια. Εργάστηκε έχοντας κλειστά τα αυτιά στις σειρήνες του πλουτισμού και του εύκολου κέρδους. Έβγαζε το ψωμί του με τον ιδρώτα του. Ο Γιάννης Ε. Διακογιάννης υπήρξε άνθρωπος με ανησυχίες και γενικότερα ενδιαφέροντα. Τον απασχολούσε η ζωή των απλών ανθρώπων σε κάθε γωνιά της Γης, η αδικία σε βάρος τους, οι άδικοι πόλεμοι. Θα θυμόμαστε τις ανταποκρίσεις του από το Ιράκ, όταν οι ιμπεριαλιστές βομβάρδιζαν καίγοντας χιλιάδες αθώων. Ευχή είναι να υπάρξουν πολλοί σ’ αυτό το επάγγελμα σαν τον Γιάννη Ε. Διακογιάννη“.

Δυστυχώς η ευχή αυτή δεν είναι εύκολο να γίνει πράξη. Στις μέρες μας, η έντιμη και μαχητική δημοσιογραφία είναι είδος υπό εξαφάνιση στα αστικά μέσα. Τόσο σπάνια, τόσο δύσκολο να την βρεις, σα να ψάχνεις τίμια στοιχεία στα αστικά κόμματα…

Η ομιλία

Πρόεδρε Santer, κύριοι πρόεδροι, κύριοι υπουργοί, εκπρόσωποι της Ν.Δ., του ΠαΣοΚ, του Κ.Κ.Ε. και του Συν, συντοπίτες του πατέρα από τη Σύμη, συντοπίτες της μητέρας από τα Χανιά, συμμαθητές του δημοτικού.

Με αφορμή την τιμή που γίνεται από την Ε.Ι.Η.Ε.Ε. στον πρώην πρόεδρο της Commission Jack Santer αλλά και σε μένα και στους συναδέλφους Μαρία Χούκλη, Μαρία Καρχιλάκη και Γιάννη Ρουμπάτη, θα ήθελα να σας πω δυο λόγια. Σήμερα δεν θα μιλήσω για όσους συνάντησα στις αποστολές μου, τους αγωνιστές κατά της ξένης κατοχής στην Κύπρο, στην Παλαιστίνη, στο Ιράκ και στο Αφγανιστάν, αλλά για τους αφανείς ήρωες της δημοσιογραφίας.

Πολύ πριν το ‘81, πριν πάω στα «Νέα», φοιτητής της Πολυτεχνικής Σχολής της Πάτρας, κάθε βράδυ μετά τα μεσάνυχτα επισκεπτόμουν τα γραφεία μίας καθημερινής πατρινής εφημερίδας. Δεν λέω το όνομα της, είναι οι εκδότες των εφημερίδων της Πάτρας εδώ απόψε και δεν θέλω να κάνω διαφήμιση σε μία από αυτές. Περίμενα λοιπόν μπροστά στο πιεστήριο να πάρω ζεστή την εφημερίδα και να διαβάσω πόσα σπουδαία είχε, στα ελληνικά και στα διεθνή, τόσο πλουραλιστικά και με σοβαρότητα απλωμένα στις σελίδες της. Σ’ αυτή την εφημερίδα η εξώπορτα δεν έκλεινε καλά. Έμπαζε πολύ κρύο. Υπήρχε ένας απλός πάγκος και από πίσω κάθονταν οι δημοσιογράφοι στοιβαγμένοι! Έπαιρναν με την ίδια ευκολία αγγελτήρια κηδειών και γάμων και έκαναν με σοβαρότητα το ρεπορτάζ για τον Καραμανλή, τον Παπανδρέου, τον Φλωράκη και τον Κύρκο που επισκέπτονταν την Πάτρα. Κι όμως μισθολογικά, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά, οι άνθρωποι αυτοί ήταν και είναι σε πολύ χειρότερη μοίρα από τους δημοσιογράφους της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης. Επιτρέψτε μου να πω ότι είναι ένα ακόμη από τα μυστικά του ελλείμματος δημοκρατίας στην Ελλάδα. Η τεράστια ανισότητα που υπάρχει -θα έλεγα επίτηδες- ανάμεσα στους συναδέλφους. Άλλη ασφάλιση έχουν, άλλα μισθολογικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα έχουν, άλλες δυνατότητες τους παρέχονται. Κι όμως αγωνίζονται για την ουσιαστική ενημέρωση του κόσμου, με το ίδιο πάθος που σέβονται τη γλώσσα μας, τη δικαιοσύνη, τα μεγάλα ιδανικά, το λειτούργημα του δημοσιογράφου, τους αγώνες των λαών για ισότητα και πανανθρώπινη λευτεριά.

Και κλείνοντας να σημειώσω πόσο τυχεροί είμαστε ως δημοσιογράφοι που σήμερα η βράβευση μας γίνεται στην αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής που φέρει το όνομα του μεγάλου μουσικού Νίκου Σκαλκώτα, ο οποίος μαζί με τον Δημήτρη Μητρόπουλο και τη Μαρία Κάλας έκαναν ξακουστή τη χώρα στην οικουμένη. Ο Σκαλκώτας πάλευε για τις προοδευτικές του ιδέες με πάθος. Έφερε στη μουσική ό,τι καλύτερο και νεωτεριστικό υπήρχε ή ανακάλυπτε. Και δεν λύγιζε ακόμη κι όταν τον σνόμπαρε ο Μανώλης Καλομοίρης. Ήταν σαν τη μεγάλη πλειονότητα των δημοσιογράφων που παλεύουν με αξιοπρέπεια, ξεχωρίζοντας από ορισμένους οι οποίοι ντρόπιαζαν τον κλάδο μας στα τηλεοπτικά παράθυρα.

Σας ευχαριστώ.

Υ.Γ.: Όπως φαίνεται κι από τα λεγόμενα του πολύπειρου Γιάννη Διακογιάννη, κάθε ομοιότης με πρόσωπα και πράγματα δεν είναι συμπτωματική…

 

Related posts

Η φωτογραφία της ημέρας

Η φωτογραφία της ημέρας

Σταυρόλεξα: Ιστορία, οφέλη και πολυδιάστατες προεκτάσεις

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Δείτε περισσότερα