Σύμφωνα με στοιχεία της ΕλΣτατ, οι γεννήσεις ανήλθαν σε 88.553, καταγράφοντας μείωση κατά 4,7% σε σχέση με το 2016 που ήταν 92.898. Την ίδια στιγμή, οι θάνατοι παρουσίασαν αύξηση κατά 4,8% και ανήλθαν σε 124.501, έναντι 118.792 για το 2016.
Οι γάμοι έφτασαν τους 50.138 (24.975 θρησκευτικοί και 25.163 πολιτικοί), παρουσιάζοντας αύξηση κατά 1% σε σχέση με το 2016, κατά το οποίο είχαν πραγματοποιηθεί 49.632 γάμοι (23.778 θρησκευτικοί και 25.854 πολιτικοί). Τα σύμφωνα συμβίωσης ανήλθαν σε 4.921, αυξημένα κατά 29,5% έναντι του 2016 που ήταν 3.799. Στα σύμφωνα συμβίωσης φέτος περιλαμβάνονται 94 μεταξύ ανδρών και σαράντα σύμφωνα μεταξύ γυναικών.
Επίσης, σύμφωνα με στοιχεία που έδωσε στη δημοσιότητα η Ελληνική Γεροντολογική και Γηριατρική Εταιρεία, ο μέσος όρος ολικής γονιμότητας -δηλαδή παιδιών ανά ζεύγος- είναι 1,26 (σταθερός τα τελευταία χρόνια) όταν ο μέσος όρος της Ε.Ε. είναι 1,49, ενώ για να διατηρηθεί σταθερός ο πληθυσμός πρέπει ο δείκτης γονιμότητας να είναι πάνω από 2,1.
Η Ελλάδα μάλιστα, κατατάσσεται στις πρώτες θέσεις μεταξύ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε γηράσκοντα πληθυσμό (ποσοστό αύξησης 21,4%) έναντι μέσου όρου της Ε.Ε. 17,2%. Τα άτομα ηλικίας άνω των 65 ετών αντιπροσωπεύουν σήμερα στη χώρα μας ποσοστό πάνω από το 21,3% του πληθυσμού και σύμφωνα με τις προβλέψεις το 2030 θα είναι περίπου το 30% του πληθυσμού, ενώ το 2050 θα πλησιάσουν το 1/3 του πληθυσμού.
Τα ακριβή αίτια για μια τέτοια κατάσταση δεν έχουν προσδιοριστεί ακόμα, αν και εικάζεται πως σοβαρό ρόλο παίζουν διάφοροι ψυχολογικοί παράγοντες που δημιουργούνται από συγκεκριμένες πηγές άγχους, όπως ας πούμε ότι μια μέρα μπορεί να βρεθείς χωρίς δουλειά, να μη μπορείς να πληρώνεις για το σπίτι στο οποίο μένεις και να πεθάνεις μόνος και ξεχασμένος σε ένα παγκάκι.