Για τους πρόσφυγες που θέλουν να μείνουν στην Ελβετία, απαιτείται η κατοχή μιας άδειας παραμονής τύπου Β, η οποία ανανεώνεται κάθε χρόνο εφόσον ο πρόσφυγας διαθέτει μια σταθερή δουλειά. Όσο ο πρόσφυγας είναι κάτοχος της άδειας αυτής, πρέπει να μένει μόνον στο καντόνι που εξέδωσε την άδειά του. Μετά από δέκα χρόνια εργασίας, ο πρόσφυγας μπορεί να αποκτήσει μια άδεια τύπου C, που του επιτρέπει να μείνει για μεγάλο χρονικό διάστημα, να δουλέψει για οποιονδήποτε εργοδότη και να μείνει οπουδήποτε θέλει στην Ελβετία.
Ο Γιουσούφ, ένας Σουδανός πρόσφυγας που πήγε στην Ελβετία τον Δεκέμβρη του 2014, είπε στην “Workzeitung” ότι η “Top Clean” υπέβαλε αυτόν και άλλους απλήρωτους πρόσφυγες σε εξαντλητικές συνθήκες δουλειάς, υποχρεώνοντάς τους να καθαρίζουν τα “McDonalds” από τις έντεκα το βράδυ μέχρι τις επτά ή οκτώ το πρωί. «Δούλευα για σαράντα μέρες και πήρα άδεια μόνο για τέσσερις μέρες», λέει ο Γιουσούφ. «Το αφεντικό μου υποσχέθηκε πως αν δούλευα για τρεις μήνες και δύο βδομάδες χωρίς λεφτά, θα μπορούσε να μου εξασφαλίσει μια άδεια παραμονής και δουλειά με κανονικό συμβόλαιο».
Ο Γιουσούφ συζήτησε και με άλλους πρόσφυγες που έμεναν στο ίδιο καταφύγιο με αυτόν και συνειδητοποίησε ότι η “Top Clean” τους εκμεταλλευόταν. Μίλησε στους συναδέλφους του γι’ αυτό και συμφώνησαν να σταματήσουν να δουλεύουν για την εταιρεία. Ο Γιουσούφ διατύπωσε επισήμως τα παράπονά του στην ελβετική κυβέρνηση και, τελικά, οι αρχές της Γενεύης υποχρέωσαν την εταιρία να τον αποζημιώσει για τον καιρό που δούλεψε γι’ αυτή. Ωστόσο, υπάρχουν βάσιμες υποψίες ότι η εταιρία θα κηρύξει πτώχευση προκειμένου να αποφύγει τις πληρωμές των προσφύγων.
Τα “McDonalds” της Ελβετίας δήλωσαν ότι (φυσικά…) δεν γνώριζαν πως η επιχείρηση καθαρισμού εκμεταλλευόταν τους πρόσφυγες. Πλέον έχουν σταματήσει τη συνεργασία τους με την εν λόγω επιχείρηση.
πηγή: Kollect