Αντίθετα, πάνω από το 53% των νέων θέσεων προσέφεραν είτε μερικό ωράριο είτε εκ περιτροπής απασχόληση, σε μία ένδειξη ότι το μοντέλο φθηνής και περιορισμένης εργασίας που εμφανίστηκε κατά τη διάρκεια της κρίσης παραμένει κυρίαρχο.
Η εικόνα ήταν ακόμα χειρότερη τον Σεπτέμβριο, όταν περισσότερες από έξι στις δέκα προσλήψεις αφορούσαν ευέλικτες μορφές εργασίας. Αυτό σημαίνει ότι μεγάλος αριθμός εργαζόμενων έχει αποδοχές που είναι κάτω του κατώτατου μισθού των 586 ευρώ μεικτά, γεγονός που έχει αναπόφευκτα συνέπειες για το επίπεδο ζωής των νοικοκυριών αλλά και την ευρύτερη οικονομία, αφού οι χαμηλοί μισθοί αποθαρρύνουν τις καταναλωτικές δαπάνες.
Υπενθυμίζεται ότι στοιχεία του Ι.Κ.Α. από τον Φεβρουάριο φανερώνουν ότι περισσότεροι από 500.000 ημιαπασχολούμενοι ιδιωτικοί υπάλληλοι αμείβονται καθαρά με λιγότερο από το ελάχιστο επίδομα εργασίας, που ανέρχεται στα 360 ευρώ.
Η σταθερή αποδυνάμωση της πλήρους απασχόλησης προσδίδει μία αρνητική χροιά στο κατά τα άλλα θετικό ισοζύγιο προσλήψεων-απολύσεων που καταγράφηκε το πρώτο εννεάμηνο του έτους, με τις προσλήψεις να ξεπερνούν τις αποχωρήσεις κατά 245.605 θέσεις. Πρόκειται για μακράν το καλύτερο ισοζύγιο εννιαμήνου από το 2001.