Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του κέντρου “Levada” που διεξήχθη στο διάστημα 22-28 Νοεμβρίου σε αντιπροσωπευτικό δείγμα 1.600 ατόμων ηλικίας άνω των δεκαοκτώ ετών από 52 περιοχές της Ρωσικής Ομοσπονδίας με τη μέθοδο της προσωπικής συνέντευξης, τα ποσοστά νοσταλγίας ανέρχονται στο 66%, οκτώ μονάδες πάνω από το περσινό ποσοστό, συνιστώντας ρεκόρ άνω της δεκαετίας μετά το 68% το 2004. Αξίζει να σημειωθεί ότι το υψηλότερο ποσοστό που έχει καταγραφεί ως σήμερα ήταν το 75% το 2000. Αυξήθηκε επίσης το ποσοστό όσων πιστεύουν πως η Ε.Σ.Σ.Δ. θα μπορούσε να έχει διασωθεί, σε 60% από 52% την περσινή χρονιά.
Πλέον τα άτομα που λυπούνται για τη διάλυση της Ε.Σ.Σ.Δ. είναι δυόμισι φορές παραπάνω από όσους εκφράζουν ξεκάθαρα την επιδοκιμασία τους (25%), κάτι επίσης πρωτόγνωρο την τελευταία δεκαετία. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ότι η αυξητική τάση αφορά όλες τις ηλικιακές ομάδες, περιλαμβανομένων των ηλικιών 18-24, των οποίων η νοσταλγία βασίζεται σε διηγήσεις των μεγαλύτερων. Για προφανείς λόγους τα ποσοστά παραμένουν “σταλινικά” στις μεγαλύτερες ηλικίες άνω των 55%, που έχουν και αμεσότερα βιώματα από την περίοδο.
Εξαιρετικής σημασίας είναι και οι λόγοι που αναφέρουν οι ερωτηθέντες για τις συνέπειες που νιώθουν ότι είχε η διάλυση της Ε.Σ.Σ.Δ. Ένας στους δύο (52%) αναφέρει ότι “καταστράφηκε ένα μοναδικό οικονομικό σύστημα”, ενώ ένας στους τρεις (36%) ότι “δε νιώθει πια να ανήκει σε μια μεγάλη δύναμη”, συναίσθημα το οποίο αξιοποιεί εδώ και χρόνια η ρωσική ηγεσία με τις επικλήσεις της στο ένδοξο σοβιετικό παρελθόν χωρίς ιδεολογικό πρόσημο. Ακολουθούν η “αυξημένη δυσπιστία και πικρία στην κοινωνία”, η “καταστροφή των φιλικών και οικογενειακών δεσμών”, η αίσθηση “ότι δε νιώθουν πια παντού στο σπίτι τους”, ενώ αξίζει να αναφερθεί ότι πάνω από ένας στους δέκα (13%) αναφέρει ότι πλέον “έγινε δύσκολο να ταξιδεύουν ελεύθερα και να κάνουν διακοπές”, απαντώντας εν μέρει και σε ένα από τα δημοφιλέστερα αντισοβιετικά επιχειρήματα.