Εκείνο, όμως, που έμεινε έξω από τη δίκη και έξω από την απόφαση του δικαστηρίου του Μονάχου, ήταν οι ευθύνες των κρατικών οργάνων που στήριξαν επί χρόνια τη δράση της ναζιστικής συμμορίας. Οι ασφαλίτες της Υπηρεσίας Προστασίας Συντάγματος πρόσφεραν πλήρη κάλυψη στη N.S.U., συκοφαντώντας τα θύματά της και παρουσιάζοντας τις δολοφονίες σαν ιστορίες «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών μεταξύ ποινικών». Όταν δολοφονήθηκε ο Θόδωρος Βουλγαρίδης, οι ασφαλίτες έψαχναν υπόπτους στο συγγενικό και φιλικό του περίγυρο, αφήνοντας αιχμές για τον πρόσφατο χωρισμό του από τη γερμανίδα σύζυγό του.
Ο συνήγορος πολιτικής αγωγής Μεμέτ Νταϊμαργκιουλέρ το είπε στα ίσια: «Είναι μια απόφαση με την οποία μπορούμε να ζήσουμε. Εκείνο με το οποίο δεν μπορούμε να ζήσουμε είναι ότι σ’ αυτή τη δίκη δεν έπαιξε κανένα ρόλο η ευθύνη του κράτους. Το κράτος μέσω των πρακτόρων έδωσε εκατομμύρια στο νεοναζιστικό φάσμα για χρόνια, το κράτος τους προστάτευσε από την ποινική δίωξη, απέτρεψε την έρευνα για ρατσιστικά κίνητρα όσον αφορά θύματα όπως ο Θόδωρος Βουλγαρίδης και άλλοι, δεν τους επέτρεψε να είναι θύματα, χωρίς αποδείξεις τους έκανε εγκληματίες, στιγμάτισε τους συγγενείς».
Η ομοσπονδιακή εισαγγελία είχε φροντίσει να στήσει μια δικογραφία που παρουσίαζε τους Μούντλος, Μπένχαρντ και Τσέπε, σαν μια μεμονωμένη τριάδα που γύριζε τη Γερμανία και έκανε δολοφονίες, αποσιωπώντας τις ευθύνες της ασφάλειας. Φάκελοι με επίμαχα στοιχεία εξαφανίστηκαν, ενώ μέχρι και την ολοκλήρωση της δίκης οι συνήγοροι πολιτικής αγωγής δεν είχαν πρόσβαση σε φακέλους με κρίσιμα στοιχεία. Έτσι, υψώθηκε ασπίδα προστασίας γύρω από τη δράση της Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος, ενώ στην Τσέπε διαμηνύθηκε να σφραγίσει το στόμα της αν θέλει να έχει μια ευνοϊκή εξέλιξη η υπόθεσή της. Η Τσέπε δεν άνοιξε ούτε για μια φορά το στόμα της στη δίκη. Κάποια στιγμή μέσω των συνηγόρων της, κατέθεσε ένα μακροσκελές κείμενο στο οποίο έριχνε την ευθύνη για τις δολοφονίες στους δύο αυτόχειρες συνεργάτες της, επιφυλάσσοντας για τον εαυτό της το ρόλο μιας φοβισμένης και απόλυτα εξαρτημένης απ’ αυτούς φίλης.
Έτσι, το γερμανικό κράτος απέκρυψε τις ευθύνες των στελεχών του που ενίσχυαν τους ναζί όχι με ατομική τους πρωτοβουλία, αλλά επειδή αυτή ήταν η πολιτική του γερμανικού κράτους (οι ομοιότητες με την υπόθεση της νεοναζιστικής Χ.Α. είναι καταπληκτικές), ενώ η Τσέπε -οι συνήγοροι της οποίας ανακοίνωσαν ότι θα ασκήσουν έφεση- ελπίζει πως στον δεύτερο βαθμό, ακόμα και αν δεν αποφύγει τα ισόβια, μπορεί να αποφύγει τον χαρακτηρισμό των εγκλημάτων ως ειδεχθή, που οδηγεί σε αποφυλάκιση με αναστολή (αλλιώς θα αποκτήσει αυτό το δικαίωμα όταν συμπληρώσει είκοσι χρόνια φυλάκισης).
ΥΓ. Η Τσέπε εμφανιζόταν στο δικαστήριο ντυμένη στην τρίχα, έβγαζε από την τσάντα της ένα laptop και έπαιρνε θέση ανάμεσα στους συνηγόρους της. Τους αντάρτες πόλης της R.A.F., τη Μάινχοφ, τον Μπάαντερ, την Ένσλιν, τον Ράσπε, τους είχαν καταδικάσει σε αργό θάνατο στην απομόνωση των λευκών κελιών. Και στο τέλος τους δολοφόνησαν. Εκείνοι ήταν ταξικοί αντίπαλοι…