Γιάννης Λασκαράκης
Στην ομιλία του, ο Γιάννης Λασκαράκης αναφέρθηκε –μεταξύ πολλών άλλων- στα «αγκάθια» της ελληνοτουρκικής φιλίας λέγοντας: «Πριν από δεκαοκτώ ακριβώς χρόνια στα Ίμια, η Ελλάδα και η Τουρκία βρέθηκαν στα πρόθυρα ενός καταστροφικού πολέμου. Οι ανεύθυνες πρωτοβουλίες τοπικών παραγόντων σε συνδυασμό με την προβοκατόρικη συμπεριφορά των μέσων ενημέρωσης και ιδιαίτερα της τηλεόρασης στην Ελλάδα και στην Τουρκία, βρήκαν πρόσφορο έδαφος στην μακροχρόνια έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ των δύο λαών. Πριν λίγες ημέρες ένα ακόμη επεισόδιο μεταξύ των ψαράδων της Αλεξανδρούπολης και της Enez προκάλεσε ένταση στο Θρακικό πέλαγος, σε μια εποχή που καταργείται η βίζα για τους Τούρκους επισκέπτες στην Ευρώπη και εμείς στη Θράκη προσδοκούμε τη συνεργασία με τους γείτονες στις επιχειρήσεις, στον τουρισμό, στον πολιτισμό, στις επιστήμες. Και στις δύο χώρες ζούμε οχυρωμένοι στα δικά μας πιστεύω, συσκοτίζουμε την πραγματικότητα, διαστρεβλώνουμε την ιστορία, ωραιοποιώντας την για μας και κακοποιώντας την για τους άλλους, καλλιεργώντας στα μικρά παιδιά από γεννησιμιού τους το μίσος εναντίον του γειτονικού λαού. Δεν είναι τυχαίο πως και οι Έλληνες και οι Τούρκοι θεωρούν τον “άλλο” υπεύθυνο για όλα τα δεινά του. Μέχρι και οι φωτιές στα δάση των δύο χωρών αποδίδονται συχνά στους εμπρηστές που ήλθαν από την άλλη πλευρά του Αιγαίου».
Γιάννης Νικολάου
Ο καθηγητής Γιάννης Νικόλαου από την πλευρά του μίλησε για την εκπαίδευση και το περιβάλλον. «Η Τουρκία και η Ελλάδα βρίσκονται σε ένα σημαντικό εμπορικό σταυροδρόμι με περιβαλλοντικές ιδιαιτερότητες και με αρκετές οικονομικές προκλήσεις» είπε και πρόσθεσε: «Η Ελλάδα ήδη βιώνει μια σειρά από οικονομικές προκλήσεις, αλλά και η Τουρκία φαίνεται ότι αρχίζει να δοκιμάζεται οικονομικά με την αύξηση των ασφαλίστρων κινδύνου χρεοκοπίας (πάνω από 10%), υποτίμηση του εθνικού νομίσματος και αύξηση των επιτοκίων (12%). Ορισμένα από τα περιβαλλοντικά και οικονομικά ζητήματα θα πρέπει να καταβληθούν προσπάθειες να αντιμετωπιστούν συνεργατικά των γειτονικών χωρών και κυρίως με την εκπαίδευση νέων επιστημόνων με επαρκή γνώση για τη σύγχρονη οικονομία, την προετοιμασία μιας ομάδας σύγχρονων επιχειρηματιών (που θα καλύπτουν εκτός τους κέρδους και άλλες κοινωνικές ανάγκες) και υπεύθυνους καταναλωτές που θα καλύπτουν τις καθημερινές ανάγκες τους με φιλικά προς το περιβάλλον προϊόντα». Πρότεινε δε –μεταξύ άλλων- τη διεξαγωγή θερινών σχολείων με θέματα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης, περιβαλλοντικής οικονομίας και κοινωνικά ζητήματα, στην Πόλη, την Αλεξανδρούπολη και στα νησιά του Αιγαίου.
Πασχάλης Ξανθόπουλος
Ο καλλιτεχνικός διευθυντής της Φ.Ε.Ξ. προσέγγισε τη συνεργασία από την οπτική του πολιτισμού και τέχνης .Τόνισε ότι η συνεργασία με τη «Δάφνη» κρατά χρόνια και είναι πολύ εποικοδομητική, σημειώνοντας: «Η επικοινωνία των δύο φορέων είναι αρκετά συνεπής και αποδοτική, χάρη των προσωπικών σχέσεων. Γιατί είμαστε βαλκάνιοι και ο λόγος μας έχει τιμή. Γιατί υπερκαλύπτουμε τη γραφειοκρατία και γιατί ως φορείς πολιτισμού και οι δύο οργανώσεις τηρούμε ένα πρωτόκολλο εμπιστοσύνης και όχι το τυπικό μεταξύ κυβερνητικών φορέων. Και για πολλούς άλλους λόγους δευτερευούσης σημασίας. Αυτό έχει τρομερά πλεονεκτήματα: γρήγορες αποφάσεις (είναι ο τρόπος να ξεπερνάς τα εμπόδια που πάντα εμφανίζονται), κατανόηση, σεβασμό και πάνω από όλα εμπιστοσύνη γιατί η βάση της συνεργασίας ξεκινά με τις προσωπικές σχέσεις». Και σημείωσε ότι «στόχος των οργανώσεών μας είναι να διασφαλίσουμε ως πολίτες και συλλογικά όντα την ποιότητα της ζωής μας στην περιοχή που δραστηριοποιούμαστε».
Γιάννης Σιδηρόπουλος
Ο δημοσιογράφος Γιάννης Σιδηρόπουλος τόνισε τη σημασία της ειλικρίνειας στον διάλογο και στην κατανόηση. «Η βασική αρχή που καθοδηγεί μια σχέση με τους πολίτες και μας κάνει ειλικρινείς στις συζητήσεις μας, είναι η άρση της καχυποψίας και η σαφής οριοθέτηση για το τι θεωρώ πως ορίζεται ως πραγματικότητα» είπε, εξηγώντας: «Το βασικότερο πρόβλημα για όλους μας εδώ και δεκαετίες είναι η άρνηση της πραγματικότητας, από κάθε πλευρά. Αν θέλουμε να μιλάμε ρεαλιστικά, με ειλικρίνεια και με συναίσθηση του λόγου μας, πρέπει να πρώτα να παραδεχτούμε την πραγματικότητα που μας περιβάλλει. Και αυτή δεν αφορά μόνο στις καταστάσεις που διαμορφώνονται, αλλά και στις σκέψεις ή στα συναισθήματα που έχει ο συμπολίτης μου. Γι’ αυτό και πρέπει να είμαι ξεκάθαρος ότι για μένα –που θεωρώ ότι έχω την ικανότητα ως δημοσιογράφος να καταγράφω με μεγαλύτερη ευκολία την πραγματικότητα- είναι απολύτως σημαντικό ότι ξέρω τι σκέφτεται και τι αισθάνεται ο συμπολίτης μου, ειδικά ο μειονοτικός. Όχι τι θα ήθελαν κάποιοι να αισθάνεται ή τι καθορίζουν κάποιες συμφωνίες τρίτων ότι πρέπει να αισθάνεται, αλλά τι πραγματικά αισθάνεται ο ίδιος για τον προσδιορισμό της ταυτότητάς του σε αυτή τη συμβίωση. Νομίζω ότι κάπως έτσι αρχίζουμε και χτίζουμε μια σχέση εμπιστοσύνης, κάπως έτσι μπορούμε να ξεκινήσουμε την κουβέντα μας. Φαινομενικά εγώ εκπροσωπώ τη μία πλευρά, αλλά εγώ δεν αισθάνομαι πλήρης ως άνθρωπος και ως δημοσιογράφος αν δεν μπορώ να πατάω και στις δύο πλευρές, να κατανοώ τις δύο πλευρές, να καταγράφω τις δύο πλευρές και να πιστεύω το ίδιο και στις δύο πλευρές. Σ’ αυτό τον αγώνα αναζητείς συμμάχους, που είναι διατεθειμένοι να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα και να βοηθήσουν σε λύσεις. Οι σύμμαχοι μπορεί να είναι οπουδήποτε, αλλά βασικό είναι να μην χάνουμε ποτέ τον τελικό στόχο, απορρίπτοντας συμμάχους…».
Πρόσθεσε δε και τα ακόλουθα ενδιαφέροντα στοιχεία: «Ζυμωμένη μέσα από λαϊκισμούς που εδράζονται στο στερεότυπο της εθνικής εκπαίδευσης, η υποσυνείδητη καχυποψία για τον γείτονα δηλητηριάζει τις καθημερινές μας σχέσεις καιαναπαράγει αναχρονιστικές αντιλήψεις. Όλη αυτή η στρεβλή εικόνα που δυσχεραίνει πάντα τη σύγκλιση, μας δημιουργεί προβλήματα ακόμη και για να χειριστούμε ζητήματα που προφανέστατα μπορούν να ανακουφίσουν την ελληνική πλευρά, όπως ο τουρισμός και η διευκόλυνση του ρεύματος από την Τουρκία προς την Ελλάδα. Και όμως, ακόμη δεν είναι αυτονόητο ότι τα θρησκευτικά και εθνικά μνημεία που συγκινούν τους Τούρκους, πρέπει να αναδειχτούν και να προσεχτούν».
Σαμή Καραμπουγιούκογλου
Ο δημοσιογράφος της ΕΡΑ Κομοτηνής ανέφερε ότι «με αφορμή την κρίση και την απομάκρυνση πολλών δημοσιογράφων, έχουν παραμείνει ελάχιστοι που ξέρουν καλά την Τουρκία όπως αντίστοιχα και στην Τουρκία , είναι ελάχιστος ο αριθμός των δημοσιογράφων που έχουν γνώση για την Ελλάδα». Ζήτησε «μια δημοσιογραφία πιο κριτική αλλά κυρίως και πιο δημιουργική σε ζητήματα προσέγγισης των λαών» και σημείωσε τις «πολλές προσπάθειες Τούρκων και Ελλήνων δημοσιογράφων που δεν καρποφόρησαν, για να γίνει μια διαδικτυακή ενημερωτική ιστοσελίδα που σε καθημερινή βάση να πληροφορεί τους Έλληνες και Τούρκους πολίτες σε δυο γλώσσες». Έκανε αναφορά στο νέο τοπίο που διαμορφώνεται στα ελληνικά Μ.Μ.Ε. με τη δημιουργία νέων εντύπων, αλλά και στην προσπάθεια που κάνουν οι εργαζόμενοι της ελεύθερης Ε.Ρ.Τ. «Η απήχησή τους στην κοινωνία δείχνει ότι μπορεί να υπάρξει μια άλλη ενημέρωση από αυτή που προσφέρουν τα καρτέλ στην Ελλάδα, κάτι που συμβαίνει αντίστοιχα και στην Τουρκία με την ιδία ένταση».
Κλείνοντας, ευχαρίστησε τον Σύλλογο Ελληνοτουρκικής Φιλίας «Defne/Δάφνη» που επί δεκατρία χρόνια κάτω από δύσκολες συνθήκες, με τις εκδηλώσεις που κάνει φέρνει κοντά ακαδημαϊκούς, δημοσιογράφους, μη κυβερνητικές οργανώσεις, πολιτικούς και επιχειρηματίες, που θέλουν να εργαστούν για την αρμονική συμβίωση της λογικής, της ειρήνης, της συνδημιουργίας, προς το όφελος των λαών της Ελλάδας και Τουρκίας.