«Σε διαφορετικούς τόνους, η περιγραφή αυτή επιβεβαιώνεται κι από έναν εξωτερικό παρατηρητή, τον άγγλο λοχαγό Πάτρικ Εβανς που έζησε για οκτώ μήνες στην περιοχή του Βίτσι:
“Πολλές από τις γυναίκες, ιδιαίτερα οι γριές, πολλοί γέροι και σχεδόν όλα τα παιδιά που έχουν γεννηθεί από το 1939 και μετά, δεν έχουν ιδέα ελληνικών”, παρατηρεί σε υπηρεσιακή έκθεσή του τον Δεκέμβριο του 1944. “Ακόμη κι εκείνοι που γνωρίζουν ελληνικά, προτιμούν να μιλάνε στα μακεδονικά όποτε μπορούν. Ένας ξένος που λέει “καλημέρα” στα ελληνικά θα πάρει την ίδια απάντηση, αν όμως το πει στα μακεδονικά θα λάβει επιπλέον ένα χείμαρρο από καλωσορίσματα. Τα ελληνικά αντιμετωπίζονται σχεδόν σαν ξένη γλώσσα”» (Τάσος Κωστόπουλος – «Η απαγορευμένη γλώσσα – Κρατική καταστολή των σλαβικών διαλέκτων στην ελληνική Μακεδονία», 2000).
Β.Ρ.