Η Ευαγγελία Τυμπλαλέξη γεννήθηκε στο Μόναχο της Γερμανίας. Δίδαξε τη γαλλική γλώσσα επί 25 συναπτά έτη, ενώ το 2014 ξεκίνησε σπουδές στο Ελληνικό Ανοιχτό Πανεπιστήμιο, τις οποίες διέκοψε συνειδητά. Την ίδια χρονιά διακρίνεται με τον τρίτο έπαινο από την Εταιρεία Λογοτεχνών Πάφου για το αλληγορικό διήγημα «Στα ρηχά της κλεψύδρας», το οποίο πραγματεύεται τον χρόνο και το πώς αυτός επηρεάζει την ανθρώπινη οντότητα. Πάλι το 2014, αποσπά το τρίτο βραβείο από το περιοδικό «Κελαινώ» για το ποίημα «Φουσκοθαλασσιά» που πραγματεύεται αλληγορικά τη θεματική της ζωής, η οποία παρομοιάζεται με τη θάλασσα. Το 2015 εκδίδεται το ποιητικό έργο της «Φωνή βοώντος εν τη ερήμω» από τις εκδόσεις Αγγελάκη, το οποίο συγγράφεται μαζί με δεκαεπτάχρονη μαθήτριά της και αφορά στο διαχρονικό χάσμα των γενεών. Το 2017 οι εκδόσεις “Ωρίωνας” εκδίδουν την ποιητική σύνθεσή της «Στις ακρώρειες της μοναξιάς» που αφορά στον εκφυλισμό των σχέσεων ανάμεσα στα δύο φύλλα, τα οποία ασφυκτιούν προσπαθώντας να επιτηδευτούν-αποδείξουν τον ρόλο τους ενστερνιζόμενα τις δοτές συμπεριφορές υπό το θεμελιακό πλαίσιο της πατριαρχίας. Το 2018 εκδίδεται ο “Επιμενίδειος οίστρος” από τις εκδόσεις “Πηγή”. Πολλά κείμενά της έχουν δημοσιευτεί στα διαδικτυακά περιοδικά “Λόγιος Ερμής”, “Σφήκα”, “Αιολικά Γράμματα” και “Fractalart”.
Ξεκινώντας από τα βιογραφικά, η ίδια λέει σε συνομιλία μας: “Το ότι γεννήθηκα κάπου αλλού και μεταφέρθηκα στην Ελλάδα, με απομόνωνε ως άνθρωπο. Απ’ αυτό το σημείο ξεκίνησα να γράφω, γιατί είμαι εσωστρεφής, για να εξωτερικεύσω. Έσκιζα τα γραπτά από φόβο να μην τα δει κάποιος, όπως και τις ζωγραφιές μου που ήταν περίεργες συνήθως, με το ασυνείδητο να φωνάζει. Μεγάλωσα με αυτό τον τρόπο, δίδαξα τη γαλλική γλώσσα στον ιδιωτικό τομέα, με μεγάλη αγάπη για τα παιδιά. Κάτι που δεν θεώρησα ποτέ εργασία και νοιώθω πάρα πολύ τυχερή, αφού δεν έβλεπα επαγγελματικά τη σχέση μαθητή-δασκάλου. Με ικανοποιούσε αυτός ο τρόπος ενασχόλησης και κατάλαβα τι σημαίνει δουλειά με την έννοια της δουλείας, όταν χρειάστηκε να εργαστώ σε εταιρεία…“.
“Γιατί βγάζουμε τη συγκρουσιακή όψη και όχι την ομογνωμία μας;“
Ξεκίνησε με ένα έργο («Φωνή βοώντος εν τη ερήμω») που συνέγραψε με μια δεκαεπτάχρονη μαθήτριά της και ακολούθησε το δεύτερο («Στις ακρώρειες της μοναξιάς»). “Αυτό ήρθε σε μια περίοδο που απομονώθηκα εντελώς ή με απομόνωσε το κοινωνικό σώμα” λέει. “Εκεί αποτυπώνεται ο εκφυλισμός των δύο φύλων και πώς οι σχέσεις έχουν καταλήξει να μη βρίσκουν τον κοινό τόπο τους, κάτι που επιτείνεται και είναι πολύ ανησυχητικό. Άσχημα πράγματα που βίωσα κι εγώ“.
Τέλος, ήρθε ο “Επιμενίδειος οίστρος” που πραγματεύεται την πορεία του ανθρώπου από τη γέννηση ως τον θάνατο και “συνελήφθη” στην πλατεία Αριστοτέλους της Θεσσαλονίκης: “Ένα βράδυ φθινοπώρου παρατηρούσα πολύ έντονα τους ανθρώπους. Η πλατεία είναι μικρογραφία του κόσμου, η πολυχρωμία, ένα παζλ. Προσπαθούσα να φανταστώ μέσα στο κρύο, τι κοινό θα μπορούσαμε να έχουμε όλοι εμείς. Κατέληξα στο ότι το κοινό μας είναι ο θάνατος. Πορευόμαστε ο καθένας στην κοινή απόληξη και θεώρησα ότι αυτό θα έπρεπε να το διατυπώσω κάπου. Με προβλημάτιζε πολύ το γιατί να μην μας ενώνει αυτό, γιατί έχουμε αποκλίνουσες συμπεριφορές, γιατί βγάζουμε τη συγκρουσιακή όψη και όχι την ομογνωμία μας; Δεν έχω βρει την απάντηση, απλά γίνονται προσεγγίσεις με τη μορφή φιλοσοφικών ερωτημάτων για να απαντηθούν από τον καθένα“.
Νέοι δρόμοι μέσα από μια ενδιαφέρουσα συνεργασία
Ωστόσο δεν περιορίζεται σ’ αυτά. Και ανοίγει άλλους, νέους δρόμους, με ορμητήριο την Ξάνθη: “Αυτή την περίοδο ετοιμάζεται ένα έργο (είναι προς το τέλος του, οδεύοντας προς την έκδοση) με τον ξανθιώτη εικαστικό Αλέξανδρο Τσαντίδη. Μου άρεσε το έργο του που παρουσιάστηκε σε γκαλερί της Ξάνθης και έγραψα και ένα κείμενο για την έκθεση. Υπήρξε η διάθεση να γίνει μια συνεργασία, αφού με έλκυσε το γεγονός ότι η τέχνη του είναι πολύ αντιδραστική. Δεν είναι οι όμορφοι πίνακες με τα φεγγάρια και τα λουλούδια. Όχι πως δεν μου αρέσουν, αλλά είναι το εύκολο. Με την τέχνη του στηλιτεύει ξεκάθαρα την εξουσία, δείχνοντας το πολύ άσχημο πρόσωπό της. Εγώ με τον λόγο θα πάω λίγο πιο κάτω όλο αυτό. Μονόλογος, διάλογος, με την εικόνα να δίνει τη σκυτάλη. Μπαίνουμε και σε μια διαδικασία αντίδρασης, συνειδητά επιλεγμένη. Επειδή είμαστε άρρεν και θήλυ, βγαίνουν και όλα τα απωθημένα μέσα σε μια ανδροκρατούμενη κοινωνία. Προσπαθούμε γενικώς να προβληματίσουμε“.
Κλείσαμε τη συνομιλία μας, με την ίδια να λέει χαρακτηριστικά: “Δεν σταματώ να γράφω. Τα ερεθίσματα πολλά. Είναι η δυσφορία που νιώθεις μέσα σ’ ένα νοσηρό γίγνεσθαι όπου όλα καταρρέουν. Με ενοχλούν πολύ τα κειμενάκια που γίνονται viral χωρίς κοινωνικό βάθος, που προτάσσουν τον ατομικισμό“.