Η ομοσπονδία αναγνωρίζει ουσιαστικά το κερδοσκοπικό παιχνίδι (τα διυλιστήρια έχουν απαντήσει ότι το 68% της τιμής είναι φόροι!) και καλεί τους παραπάνω να λάβουν συγκεκριμένα μέτρα ώστε να προστατέψουν τους καταναλωτές από τα φαινόμενα αισχροκέρδειας, αλλά και να περάσει στις τιμές των υγρών καυσίμων η ραγδαία πτώση στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου. Αναρωτιέται –καθυστερημένα αλλά εύλογα- «γιατί ενώ η τιμή του αργού βρίσκεται σε πτώση, η τελική τιμή των καυσίμων δεν ακολουθεί αντίστοιχη πορεία;», υπογραμμίζοντας ότι ενώ η τιμή του Brent από το καλοκαίρι του 2014 έχει πέσει κατά 70%, εντούτοις η μείωση αυτή δεν έχει μεταφερθεί στην τιμή λιανικής πώλησης της βενζίνης. Και σημειώνει μεταξύ άλλων: “Με βάση τα επίσημα στοιχεία του Παρατηρητηρίου Τιμών Υγρών Καυσίμων, προκύπτει ότι το αργό πετρέλαιο από τις 20 Ιουνίου 2014 μέχρι και τις 8 Ιανουαρίου 2016 έχει πέσει κατά 70%, ενώ η μέση τιμή της απλής αμόλυβδης βενζίνης μειώθηκε μόλις κατά 19%. Αξίζει να σημειωθεί ότι η τιμή του πετρελαίου, διεθνώς, «κατρακυλά» σε χαμηλά 12ετίας, πέφτοντας ακόμα και κάτω από τα 30 δολάρια το βαρέλι. Είναι καιρός το εποπτεύον Υπουργείο Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, καθώς και η Επιτροπή Ανταγωνισμού, που έχουν την ευθύνη για την εύρυθμη λειτουργία της αγοράς πετρελαιοειδών στα πλαίσια των αρχών του ελεύθερου ανταγωνισμού, να εξηγήσουν και να απαντήσουν στα παρακάτω ερωτήματα:
1.Από τον Ιούλιο του 2014 μέχρι σήμερα οι τιμές του αργού πετρελαίου (Brent), μειώθηκαν περισσότερο από 70%, αλλά δεν είχαμε ανάλογη μείωση στις προ φόρων διυλιστηριακές τιμές. Γιατί;
2. Ποιος είναι ο βαθμός ανταγωνισμού στην διαμόρφωση των τιμών σε όλα τα στάδια διάθεσης των πετρελαιοειδών προϊόντων;
3.Με ποια αντικειμενικά κριτήρια (π.χ. εκπτώσεις κλίμακας) χορηγούνται -αν χορηγούνται- σχετικές εκπτώσεις προς τους πρατηριούχους;
4. Σε ποιο στάδιο βρίσκεται η υλοποίηση των μέτρων για την ενίσχυση του ανταγωνισμού, πού έχει προτείνει η επιτροπή ανταγωνισμού;
5. Πώς ασκείται η εποπτεία της αγοράς πετρελαιοειδών για περιπτώσεις αντιανταγωνιστικών πρακτικών και αθέμιτου ανταγωνισμού, από επιχειρήσεις εμπορίας πετρελαιοειδών προϊόντων (π.χ. με τον καθορισμό των τιμών στο πλαίσιο συμπράξεων ή με την συγκέντρωση και την κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης τους στην αγορά), σε βάρος των καταναλωτών, ζημιώνοντας παράλληλα και όλες τις επιχειρήσεις που σέβονται τους σχετικούς κανόνες;“.