INDEXANTHI.GR
Διάφορα

“Ζήσαμε σαν να ήμασταν διχασμένες προσωπικότητες”

Λίγο πριν τον ερχομό του την Παρασκευή 19 Σεπτεμβρίου στην Ξάνθη, στο πλαίσιο μιας περιοδείας που περνάει από την Κομοτηνή (16/9), την Αλεξανδρούπολη (17/9) και τη Δράμα (18/9), ο Παύλος Κάγιος μιλά στο indexanthi.gr.

Αφορμή για την παρουσία του στο βιβλιοπωλείο «Δύο» το μυθιστόρημα «Μη μ’ αφήσεις να χαθώ», παράλληλα με την προβολή του ομώνυμου ντοκιμαντέρ (εδώ) που θα συνοδέψει την παρουσίαση. Κι όλα αυτά μαζί, αφορμή για τη συνομιλία μας με τον συγγραφέα.

Έρωτας και πολιτική

Η αρχή έγινε το 1971 -όταν ο Παύλος Κάγιος ήταν δεκαοκτώ χρονών- με το διήγημά του «Προσπαθώντας» που δημοσιεύτηκε στο βιβλίο «Διήγημα 1971» από τις εκδόσεις Κάλβος. Ακολούθησαν σποραδικές δημοσιεύσεις σε περιοδικά και το 1995 εκδόθηκε το πρώτο του μυθιστόρημα «Και ξαφνικά χιόνισε χρόνια». Ακολούθησαν τα μυθιστορήματα «Σε είδα να ‘σαι αόρατος» (2000), «Δεν υπάρχει ελευθερία μακριά σου» (2005), «Και με κλειστά μάτια θα βλέπω» (2009) και το «Μη μ’ αφήσεις να χαθώ» (Δεκέμβρης 2013), όλα από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Γράφοντας από «ανάγκη να επικοινωνήσει με τα οράματα και τα φαντάσματα της ψυχής του, να εκφράσει τη δική του ματιά στη ζωή», ο συγγραφέας εξηγεί για το τελευταίο βιβλίο του: «Πάνω από όλα κυριαρχεί ο έρωτας, αυτός είναι η κινητήρια δύναμη όλων των πράξεων των ηρώων. Είναι έφηβοι –στην αρχή του βιβλίου- που καίγονται να βρουν και να νιώσουν τον έρωτα γιατί μόνο μέσα από αυτόν νιώθουν να υπάρχουν. Η ανάγκη και η ματιά πάνω στον έρωτα καθορίζει και κατευθύνει και την κοινωνική, πολιτική στάση τους. Η επιθυμία να αγαπήσουν και να αγαπηθούν κινεί όλες τις αποφάσεις των ηρώων –σωστές ή λαθεμένες. “Ο έρωτας και μόνο αυτός η πηγή της ιστορίας” όπως έλεγε και ο πρόωρα χαμένος φίλος μου Λευτέρης Κυπραίος». Και προσθέτει: «“Μη μ’ αφήσεις να χαθώ” μου είπε η μάνα μου το 2010, αλλά ύστερα από λίγες μέρες έφυγε από τη ζωή. Στη μνήμη της μάνας μου, της μούσας της ζωής μου, έχω αφιερωμένο αυτό το βιβλίο μου. Από αυτά που ακούω από αναγνώστες που το διάβασαν, νιώθω πως δεν έμεινε ανεπίδοτο γράμμα η αγωνία που με έτρωγε τα τέσσερα χρόνια που το έγραφα, να βγει στο χαρτί η βαθύτερη αιτία που μας οδήγησε στο γκρεμό. Και σαν χώρα και σαν κοινωνία. “Μετά από αυτό, τι άλλο μπορείς να γράψεις;” μου είπαν μερικοί, κάτι που το θεωρώ ό,τι ωραιότερο έχω ακούσει γιατί κρύβει μια πρόκληση για μένα. Ναι, έχω στο μυαλό μου και δουλεύω το επόμενο βιβλίο. Ήρωες του θα είναι οι κληρονόμοι και οι πρόγονοι σαν κατηγορία ανθρώπων».

«Ζήσαμε σαν να ήμασταν διχασμένες προσωπικότητες»

Βουτώντας ακόμη βαθύτερα μέσα στο βιβλίο του, στο ιστορικό πλαίσιο και –εν τέλει- στην ίδια τη ζωή του, ο Παύλος Κάγιος λέει: «Από το 1973 μέχρι σήμερα, πάνε σαράντα χρόνια. Τα πρώτα, μετά την μεταπολίτευση του ‘74, ήταν χρόνια αθωότητας, αγώνων, πάθους, αλλά και κρυμμένων από τους ίδιους του εαυτούς μας μυστικών… Μετά ήρθε η ενηλικίωση και τα χρόνια τής ευθύνης που αρκετοί από μας τα τραβήξαμε με βερμπαλιστική και βολική ανευθυνότητα. Αυτά τα σαράντα χρόνια που είναι τα πιο ώριμα και συνειδητά της ζωής μου, ξεδιπλώνονται στο “Μη μ’ αφήσεις να χαθώ”. Μέσα τους είμαι εγώ και η δικιά μου Ελλάδα όπως έχει περάσει στη μνήμη μου. Σαράντα χρόνια που κύλησαν σα νερό. Επειδή όμως “το νερό έχει μνήμη” όπως λέει κι ένας ήρωας του μυθιστορήματος, θέλησα αυτό το βιβλίο να είναι το ψυχογράφημα μιας εποχής και να αναδύει τη ρέουσα μνήμη της ψυχής μου. Τώρα που εκδόθηκε, νιώθω πως μέσα σ’ αυτό το βιβλίο υπάρχει όλη η μνήμη μου. Όλα είναι εδώ. Και αυτά που έζησα και οι δικοί μου άνθρωποι που χάθηκαν… Νιώθω λες και επί σαράντα χρόνια ζωγραφίζαμε ένα πορτραίτο που –δυστυχώς…- τα αποκαλυπτήριά του έγιναν το 2010 όταν ξέσπασε η κρίση. Από κείνη τη χρονιά άρχισε να ξεδιπλώνεται μπροστά μας ο λογαριασμός των πράξεών μας… Στα τέσσερα χρόνια που έγραφα το βιβλίο, αυτές οι δεκαετίες της μεταπολίτευσης έρχονταν στο νου μου λες και τις ζήσαμε σαν να ήμασταν διχασμένες προσωπικότητες, προσπαθώντας να συνταιριάξουμε τα αταίριαστα –και μέσα μας και γύρω μας. Τη φτώχεια με την καλοπέραση και τον ξαφνικό “πλούτο”, την ηθική με την ανηθικότητα, τον ελεύθερο έρωτα με τις οικογενειακές παραδόσεις, την αγάπη με το συμφέρον, την επανάσταση με τη συντήρηση, την πολιτική ανατροπή με το βόλεμα, τον αληθινό εαυτό μας με το φτιαχτό κοινωνικό μας προφίλ. Ένα παιχνίδι που από ένα σημείο και μετά, ιδίως μετά το 1981, νομίζω ότι έγινε η δεύτερη φύση μας και το παίζαμε για να γίνουμε “πετυχημένοι”, άκαρδοι, ξιπασμένοι.

«Η κρίση ξεκίνησε από μέσα μας»

Δηλώνοντας ότι εμπνέεται από τα προσωπικά του βιώματα και από τη ζωή, ο συνομιλητής μας λέει: «Η ζωή έχει τη μεγαλύτερη φαντασία. Καμιά δημιουργία δεν συγκρίνεται μαζί της. Η προσωπική δημιουργία, όμως, είναι για μένα ο τρόπος που διαχειρίζεται ο καθένας τη ζωή του. Σλόγκαν του βιβλίου μου είναι “Η κρίση ξεκίνησε από μέσα μας”. Νομίζω ότι πριν την οικονομική κρίση υπήρχε η κοινωνική κρίση, η υπαρξιακή κρίση. Ως κοινωνία είχαμε ξεφύγει, δεν πατούσαμε πουθενά, είχαμε ξεχάσει ποιοι ήμασταν. “Μετά τη μεταπολίτευση του ‘74, φύγαμε από τα σπίτια μας και ξεχάσαμε να γυρίσουμε πίσω” είπε ο ποιητής Γιώργος Μαρκόπουλος κι αυτά τα λόγια τα έχω βάλει στην προμετωπίδα του βιβλίου.

Σε ερώτηση αν πρέπει ο συγγραφέας να παίρνει θέση απέναντι στα πράγματα ή απλά να λέει -όπως πολλοί- «εγώ μιλώ με το έργο μου» (ανώδυνα και αποστασιοποιημένα απ’ όλα), ο Παύλος Κάγιος απαντά: «Δεν υπάρχει “πρέπει”, ο καθένας κάνει όπως νιώθει. Εγώ πάντως θέλω να παίρνω θέση σ’ αυτά που συμβαίνουν καθημερινά γύρω μας και στο παρελθόν. Γι’ αυτό στο τωρινό, πέμπτο μυθιστόρημά μου, ανάμεσα στους ήρωες του βιβλίου είμαι εγώ, ο κόσμος που έζησα –εμείς, θέλω να πιστεύω. Τα όνειρα μας, οι αγώνες μας, οι αλήθειες και τα ψέματά μας, οι συμβιβασμοί μας και τα λάθη μας όλα αυτά τα σαράντα χρόνια της μεταπολίτευσης . Δεν ήθελα να χαρίζεται σε κανένα μας η ιστορία, αλλά δεν ήθελα να ρίχνει και ανάθεμα σε κανένα». Μιλώντας με αγάπη για τους ήρωές του και «για τη χώρα μας που είχαμε όνειρα πολλά μα χαθήκαμε στα γρανάζια της διαπλοκής, της υποκρισίας, του συμφέροντος, της διαφθοράς», προσθέτει: «Γι αυτό και παραδοθήκαμε αμαχητί στους ξένους που εισβάλανε με …ορμή το 2010. Από τότε έχουμε ντυθεί την αγωνία του πότε θα πυροβολήσουν και ζούμε πανικόβλητοι, όπως και οι ήρωες του βιβλίου… Αισθάνομαι πως όσο κι αν φωνάζουμε “μη μ’ αφήσεις να χαθώ”, η αλήθεια και το ψέμα είμαστε εμείς. Μόνο αν τολμήσουμε να ψάξουμε να βρούμε τον λησμονημένο μας εαυτό και τις ξεχασμένες αλήθειες μας μπορεί να μη χαθούμε».

«Μεγάλες και οι ευθύνες της αριστεράς στη σημερινή κρίση»

Συζητώντας για την κατάσταση στον χώρο των εκδόσεων αλλά και των αναγνωστών, ο συνομιλητής μας καταγράφει ότι «η κρίση έχει χτυπήσει και τον εκδοτικό χώρο» λέγοντας ωστόσο ότι «το γεγονός ότι η κρίση σταμάτησε την ασυγκράτητη έκδοση που υπήρχε πριν, είναι θετικό», ενώ για το αναγνωστικό κοινό σημειώνει ότι έχει γίνει –εκ των πραγμάτων- πιο επιλεκτικό και πως σίγουρα αγοράζει πολύ λιγότερο.

Κλείσαμε τη συνομιλία μας περιστρεφόμενοι γύρω από την αριστερά, τη στάση, τις ευθύνες της και τη σημερινή πραγματικότητα. «Ήμουν πάντα αριστερός –πουθενά κομματικά ενταγμένος – γιατί αυτό σήμαινε και σημαίνει για μένα “είμαι ανοικτός στο αύριο, στο καινούργιο στο μέλλον”», λέει ο Παύλος Κάγιος. «Μεγάλες και οι ευθύνες της αριστεράς στη σημερινή κρίση, γιατί αν ήξερε πού πάμε έπρεπε να το έλεγε. Μεγάλες οι ευθύνες της γιατί κι αυτή ήταν υπέρ του διορισμού στο δημόσιο και ενάντια στην ιδιωτική πρωτοβουλία, ενώ επιχορηγούταν και η ίδια και έσπρωχνε ανθρώπους της σε πόστα. Μη ξεχνάμε ότι πλήθος αριστερών στελεχών είχαν χωθεί στα κέντρα αποφάσεων διαφόρων κυβερνήσεων –και κυρίως επί ΠαΣοΚ που εξαγόρασε στην κυριολεξία μεγάλη μερίδα της. Αλλά η αριστερά δεν κυβέρνησε ποτέ, οπότε οι κύριες ευθύνες βαραίνουν αυτούς που μας κυβερνούσαν και μας έριξαν στο γκρεμό. Και, φυσικά, οι ίδιοι που μας έριξαν στο γκρεμό, δεν μπορούν να μας βγάλουν από κει. Όπως μου είπε ένας μεγάλος άνθρωπος με απλά λόγια: “Έχεις ένα λογιστή και η επιχείρησή σου κηρύσσει πτώχευση, συνεχίζεις να κρατάς τον ίδιο λογιστή;”. Νομίζω, λοιπόν, ότι συνεχίζοντας να μας κυβερνούν και σήμερα αυτοί που μας οδήγησαν στη κρίση, δεν μπορούν να μας βγάλουν από αυτή. Μη ξεχνάμε όμως και τις δικές μας ευθύνες. Και μείς συναλλαχθήκαμε με την εξουσία. Κυρίως γι’ αυτό μιλάει το βιβλίο μου…

Συνοψίζοντας

Σαράντα χρόνια Ελλάδα: 1973-2013. Σαράντα χρόνια εμείς. Σαράντα χρόνια «ζωγραφικής» ενός πορτρέτου που τα αποκαλυπτήριά του άρχισαν το 2010, όταν ξέσπασε η κρίση, κι όσο περνάει ο καιρός γίνονται όλο και πιο βάναυσα. Σαράντα χρόνια από τη ζωή μιας χώρας με διχασμένη προσωπικότητα που προσπαθούσε να συνταιριάξει τα αταίριαστα. Τη φτώχεια με την καλοπέραση. Την ηθική με την ανηθικότητα. Τον ελεύθερο έρωτα με τις «οικογενειακές παραδόσεις». Την επανάσταση με τη συντήρηση. Την πολιτική ανατροπή με το βόλεμα. Το αληθινό με το δήθεν. Ένα παιχνίδι εντυπωσιασμού που μάθαμε να το παίζουμε για να γίνουμε «πετυχημένοι», άκαρδοι, ξιπασμένοι.

Το «Μη μ’ αφήσεις να χαθώ»παρακολουθεί τα μυστικά και τα ψέματα μιας παρέας εφήβων –τους έρωτές τους, τις προσδοκίες τους, τους συμβιβασμούς τους– από το 1973 μέχρι σήμερα. Τα παιδιά τους, τα Μ.Μ.Ε., τις «δημοκρατικές δυνάμεις», τους πολιτικούς. Ένα λαό που μαθαίνει να συναλλάσσεται. Όλα αυτά που έγιναν οι ψηφίδες ενός παζλ που έδωσε μορφή και περιεχόμενο στην μεταπολιτευτική πραγματικότητα.

Ένα μυθιστόρημα για μια χώρα που είχε όνειρα πολλά μα χάθηκε στα γρανάζια της διαπλοκής, του συμφέροντος, της διαφθοράς, κι έτσι παραδόθηκε αμαχητί στους ξένους εισβολείς. Με ορμή φύγαμε απ’ τα σπίτια μας μετά τη μεταπολίτευση του 1974, με ορμή ξεχάσαμε να γυρίσουμε πίσω. Με ορμή ψάξαμε τον ασυμβίβαστο έρωτα, με ορμή παραδοθήκαμε στην ευκολία, στη συνήθεια και στη συντήρηση. Με ορμή αναζητήσαμε την επανάσταση και το δίκιο, με ορμή βολευτήκαμε σε πόστα και εξαργυρώσαμε τα όνειρά μας. Ώσπου το 2010 ξεκόλλησαν βίαια οι ψηφίδες. Τότε, με… ορμή μας είπαν οι ξένοι: «Ψηλά τα χέρια!» – κι εμείς τα σηκώσαμε. Και ντυθήκαμε την αγωνία τού πότε θα πυροβολήσουν. Από τότε, μέχρι σήμερα, ζούμε πανικόβλητοι. Όπως και οι ήρωες αυτού του βιβλίου. Όσο κι αν φωνάζουμε: «Μη μ’ αφήσεις να χαθώ!» η αλήθεια και το ψέμα είμαστε εμείς. Ο λησμονημένος εαυτός μας. Μα η ιστορία, όπως και η ζωή, τρέχει ασυγκράτητη καθώς αρχίζει το μεγάλο ξεκαθάρισμα.

Το «Μη μ’ αφήσεις να χαθώ» αγγίζει το σήμερα, όπου όλα είναι «σκοτεινά» και «φοβισμένα». Όμως είναι ένα αισιόδοξο βιβλίο που οι ήρωές του τινάζουν τα φτερά τους στο αύριο, στο ξημέρωμα μιας νέας ημέρας.

 

Σχετικά άρθρα

Τα «ρεκόρ» του καιρού στην Ελλάδα το 2017

Super User

“Προσεχώς Εμείς Μεγαλώνουμε”

Super User

Και ιδιωτικές εταιρείες στη φύλαξη των Κέντρων Κράτησης Μεταναστών

Super User

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Δείτε περισσότερα

Πολιτική απορρήτου και cookies