INDEXANTHI.GR
e-Ξανθη-ματα

98 χρόνια από τη δολοφονία των Sacco και Vanzetti

Σαν σήμερα, στις 23 Αυγούστου του 1927, εκτελούνται (δολοφονούνται) δύο Ιταλοί μετανάστες για ένα έγκλημα που δεν διέπραξαν, εντασσόμενοι στη χορεία των ηρώων ενός ακήρυχτου πολέμου που είναι παλιός σχεδόν όσο η ανθρωπότητα…

Το κράτος (εκ του «κρατώ-κρατύνω», εξουσιάζω δια της ισχύος) συνηθίζει να δολοφονεί εχθρούς του, πολλώ δε αν πρόκειται για μετανάστες… Τα προσχήματα πάντα (εφ)ευρίσκονται, προκειμένου να στηθούν οι δίκες και οι αγχόνες και να «νομιμοποιηθούν» οι εκτελέσεις.

Οι Ιταλοί Ferdinando Nicola Sacco (22.4.1891 – 23.8.1927) και Bartolomeo Vanzetti (11.6.1888 – 23.8.1927), μετά από μια στημένη δίκη-παρωδία, καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν στις Η.Π.Α. κατηγορούμενοι ότι δολοφόνησαν στις 15 Απριλίου 1920 ένα λογιστή κι ένα φρουρό του εργοστασίου υποδημάτων Slater και Morrill. Όπως έγραψε ο «Ριζοσπάστης» (7.6.2002) «το πραγματικό τους “έγκλημα” ήταν ότι πρωτοστάτησαν στις απεργιακές κινητοποιήσεις εκείνης της περιόδου και ήσαν πρωτοπόροι οργανωτές των εργατικών συνδικάτων, μακριά, μάλιστα, από την οπορτουνιστική γραμμή που κυριαρχούσε τότε στη συνδικαλιστική ηγεσία». Δεν πρέπει να ξεχάσουμε και τη ενεργό συμμετοχή τους στο αντιπολεμικό κίνημα, λόγος για τον οποίο είχαν συμπεριληφθεί σε μία λίστα «ανατρεπτικών στοιχείων» που είχε συνταχθεί από το υπουργείο δικαιοσύνης και τις μυστικές υπηρεσίες των Η.Π.Α. (βλ. λήμμα Sacco e Vanzetti στην ιταλική Wikipedia). Στην ίδια λίστα υπήρχε και το όνομα του τυπογράφου Andrea Salsedo, ενός φίλου του Vanzetti τον οποίο δολοφόνησε η αστυνομία στις 3 Μαΐου 1920, αναγκάζοντάς τον να πέσει από τον δέκατο τέταρτο όροφο ενός κτιρίου που ανήκε στο υπουργείο δικαιοσύνης (η εκπαραθύρωση υπήρξε πάντα μια από τις αγαπημένες μεθόδους του κράτους για να δολοφονεί τους αντιπάλους του, εμφανίζοντας τις δολοφονίες ως «αυτοκτονίες». Ο νομπελίστας συγγραφέας Dario Fo εμπνεύστηκε το έργο του «Ο τυχαίος θάνατος ενός αναρχικού» από τη δολοφονία του Giuseppe Pinelli, τον οποίο εκπαραθύρωσε η αστυνομία του Μιλάνο, αλλά χρησιμοποίησε στο έργο του το όνομα του Salsedo για να αποφύγει τις όποιες ενδεχόμενες συνέπειες).

«Στην αρχή της διαδικασίας, ένας από τους πρώτους “αυτόπτες μάρτυρες” αποκαλύπτεται ότι είναι πρόσφατα αποφυλακισμένος εγκληματίας, ο οποίος εμφανίστηκε στο δικαστήριο με ψεύτικο όνομα. Ο ίδιος ομολογεί ότι δέχτηκε να ψευδομαρτυρήσει σε συνεννόηση με τον εισαγγελέα και με αντάλλαγμα την αποφυλάκισή του» (Ριζοσπάστης, 7.6.2002).

Ο Πρόκτορ, διευθυντής της αστυνομίας της Μασαχουσέτης που κατέθεσε ως εμπειρογνώμονας όπλων στη δίκη, αποκάλυψε αργότερα και τα εξής: «Συμφωνήσαμε με τον εισαγγελέα να πω ότι οι σφαίρες που βρέθηκαν στον τόπο της ληστείας προέρχονται κατά πάσα πιθανότητα από το πιστόλι του Νικόλα Σάκο. Όμως, επειδή υπήρχε κίνδυνος να αποκαλυφθεί το ψέμα, ο εισαγγελέας μου είπε ότι αν μου ζητηθούν αποδείξεις από κάποιο μέλος του δικαστηρίου να πω ότι δεν έχω». Φυσικά, τέτοιες αποδείξεις δεν του ζητήθηκαν από το δικαστήριο. Απλώς ο δικαστής Webster Thayer αποφάνθηκε ότι… το φονικό βλήμα προήλθε από το πιστόλι του Σάκο. Ο ίδιος δικαστής, στο «αιτιολογικό» της απόφασής του σημείωσε: «Ακόμα κι αν δεν έχουν διαπράξει το έγκλημα που τους καταλογίζεται, είναι πάντως ηθικά ένοχοι, γιατί είναι εχθροί των σημερινών θεσμών…».

Τον Νοέμβριο του 1925, ο Πορτορικανός Celestino Madeiros, κατηγορούμενος για σειρά φόνων, ομολόγησε ότι είχε συμμετάσχει στο έγκλημα για το οποίο κατηγορούνταν οι Sacco και Vanzetti και ότι εκείνοι δεν είχαν καμία σχέση μ’ αυτό, αλλά… φυσικά κι αυτή η ομολογία δεν άλλαξε σε τίποτε την προειλημμένη απόφαση της καταδίκης τους.

Τέλος, «το 1977, ο τότε κυβερνήτης της Μασαχουσέτης όπου διαπράχθηκε το κρατικό έγκλημα της εκτέλεσης, Μάικλ Δουκάκης, αναγνώρισε επίσημα την αδικία και αποκατέστησε τη μνήμη των Sacco και Vanzetti» (Καθημερινή, 25.8.2007).

Με όλα όσα πραξικοπηματικά συνέβησαν στα χρόνια που κράτησε η δικαστική διαμάχη, οι Sacco και Vanzetti, πριν δολοφονηθούν στην ηλεκτρική καρέκλα της Μασαχουσέτης, έμαθαν καλά τι σημαίνει αστική δικαιοσύνη. Ιδιαίτερα ο Vanzetti, είχε ορισμένα λόγια να πει απευθυνόμενος για τελευταία φορά στο δικαστή Thayer: «Δεν θα ευχόμουν ούτε σ’ ένα σκυλί ή σ’ ένα ερπετό, στο πιο ευτελές ή δύστυχο πλάσμα της Γης, δεν θα ευχόμουν σε κανένα όσα έχω υποστεί για πράγματα για τα οποία δεν είμαι ένοχος. Αλλά η πεποίθησή μου είναι ότι τα έχω υποστεί για πράγματα για τα οποία είμαι ένοχος. Τα υφίσταμαι γιατί είμαι ριζοσπάστης, και πράγματι είμαι ριζοσπάστης. Τα έχω υποστεί γιατί ήμουν Ιταλός και πράγματι είμαι Ιταλός» (19 Απριλίου 1927).

Ο σύντροφός του, ο Nicola Sacco, συμπληρώνει ότι «είναι μεγάλο κρίμα, άδικο και απάνθρωπο να κρατούν πίσω από αυτά τα φοβερά κάγκελα εκατοντάδες κι εκατοντάδες θύματα, νέους που το μόνο σφάλμα τους είναι πως ήταν καταφρονεμένοι κι αγαπούσαν την ελευθερία της καταπιεσμένης ανθρωπότητας» και σε γράμμα του στον γιο του λίγες μέρες πριν την εκτέλεσή του (18.8.1927), σημειώνει: «Θα ‘πρεπε να το γκρεμίσουν αυτό το κτίριο και να χτίσουν στη θέση του ένα εργοστάσιο ή ένα σχολείο για να διδάσκονται μερικά από τα δύστυχα ορφανά αυτού του κόσμου. Ντάντε, στο ξαναλέω, να αγαπάς τη μητέρα σου και μην ξεχνάς ν’ αγαπάς και μένα λίγο, γιατί εγώ σ’ αγαπώ –ω μικρό μου αγοράκι- και σε σκέφτομαι τόσο πολύ. Σε φιλώ, ο πατέρας σου και σύντροφός σου».

Εδώ η μπαλάντα για τους Sacco και Vanzetti, ένα από τα τραγούδια του soundtrack σε μουσική Ennio Morricone και ερμηνεία της Joan Baez (αξίζει να αναζητήσετε στο διαδίκτυο και τα υπόλοιπα τραγούδια του δίσκου).

Σχετικά άρθρα

Η φωτογραφία της ημέρας

Super User

Η φωτογραφία της ημέρας

Super User

Η φωτογραφία της ημέρας

Super User

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Δείτε περισσότερα

Πολιτική απορρήτου και cookies