Παγκόσμια ημέρα διατροφής η 16η Οκτωβρίου, μέσα στο κάδρο των αντιφάσεων του καπιταλισμού: η πείνα από τη μια πλευρά να αγκαλιάζει το ένα έκτο του κόσμου και η παχυσαρκία από την άλλη να υπονομεύει την υγεία εκατομμυρίων ανθρώπων.
Η ημέρα καθιερώθηκε τον Οκτώβριο του 1980 από τη Γενική Συνέλευση του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών, για να τιμηθεί η 16η Οκτωβρίου 1945 και η ίδρυση του Παγκόσμιου Οργανισμού Τροφίμων και Γεωργίας (F.A.O.) του Ο.Η.Ε., δίνοντας το έναυσμα προβληματισμού σχετικά με τις διατροφικές συνήθειες και το διατροφικό μέλλον της ανθρωπότητας.
Το ζήτημα είναι πάντως ότι περισσότεροι από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι στον κόσμο υποσιτίζονται, ένα ποσοστό που αυξάνει λόγω της επισιτιστικής και της οικονομικής κρίσης. Ο υποσιτισμός, η διατροφική ανασφάλεια, οι άθλιες συνθήκες υγιεινής και ο περιορισμός της βιοποικιλότητας είναι τα κύρια χαρακτηριστικά των υπό ανάπτυξη χωρών. Την ίδια ώρα στις ανεπτυγμένες χώρες, το πρόβλημα της παχυσαρκίας απειλεί την υγεία εκατομμυρίων πολιτών. Η εντατικοποίηση του πρωτογενούς τομέα παραγωγής γεωργικών προϊόντων ζωικής και φυτικής προέλευσης, η ραγδαία ανάπτυξη τεχνολογιών μεταποίησης και συντήρησης τροφίμων και η υπερκατανάλωση βιομηχανοποιημένων τροφίμων, δημιούργησαν καινούργια πρότυπα διατροφής και διαφοροποίησαν σημαντικά τις διατροφικές συνήθειες των ανθρώπων. Σήμερα η παχυσαρκία χαρακτηρίζεται ασθένεια και συνδέεται με σειρά σοβαρών επιπτώσεων στην υγεία όπως καρδιαγγειακά νοσήματα, διαβήτη, καρκινογενέσεις κ.α. Στα παραπάνω προστίθενται τα προβλήματα που δημιούργησαν τα διαρκή διατροφικά εγκλήματα των «τρελών αγελάδων», «των διοξινών» και άλλων ασθενειών που πίσω τους κρύβεται η καπιταλιστική ασυδοσία και η θυσία της υγιεινής στον βωμό των επιχειρηματικών υπερκερδών.
Η παγκόσμια ημέρα διατροφής σε αριθμούς κατά την «Greenpeace»
- Περισσότεροι από ένα δισεκατομμύριο άνθρωποι εξακολουθούν να πεινούν σε όλο τον κόσμο.
- Δύο δισεκατομμύρια άνθρωποι υποφέρουν από χρόνια έλλειψη θρεπτικών ουσιών.
- Σαράντα εκατομμύρια άνθρωποι πεθαίνουν κάθε χρόνο από πείνα, την ώρα που καθημερινά παράγονται 356 κιλά δημητριακών ανά άτομο.
- Μεταξύ 1967-1997, η παγκόσμια παραγωγή δημητριακών αυξήθηκε κατά 84% και ο παγκόσμιος πληθυσμός αυξήθηκε κατά 67%, εξασφαλίζοντας (στα χαρτιά) ένα καθεστώς επισιτιστικής ασφάλειας σε παγκόσμιο επίπεδο. Την ίδια περίοδο το κόστος παραγωγής των τροφίμων μειώθηκε εντυπωσιακά.
- Η βιομηχανία τροφίμων σπαταλά σαράντα δις δολάρια σε διαφήμιση.
- Για κάθε δολάριο που ξοδεύει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας για την καταπολέμηση του υποσιτισμού στον κόσμο, η βιομηχανία τροφίμων ξοδεύει πεντακόσια δολάρια για την προώθηση των επεξεργασμένων τροφίμων.
- Σύμφωνα με στοιχεία του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, τριακόσια εκατομμύρια ενήλικες σε όλο τον κόσμο είναι παχύσαρκοι (εκατό εκατομμύρια περισσότεροι από το 1995).
- Μέχρι το 2020, η παχυσαρκία και οι επιπλοκές που δημιουργεί (καρδιαγγειακά νοσήματα, διαβήτης και ορισμένοι τύποι καρκίνου) θα ευθύνονται για το 72% των θανάτων παγκοσμίως. Το 1998 το αντίστοιχό ποσοστό ήταν 60%.
- Από το 1979 μέχρι τα μέσα του 1990, η ετήσια κατανάλωση κρέατος στο νότιο ημισφαίριο αυξήθηκε κατά 70 εκατομμύρια τόνους, σε αντίθεση με αύξηση 26 εκατομμυρίων τόνων που σημειώθηκε στο βόρειο ημισφαίριο.
- Οι Η.Π.Α., η Κίνα, η Ε.Ε. και η Βραζιλία αποτελούν το 33% του παγκόσμιου πληθυσμού, το οποίο καταναλώνει το 60% της παγκόσμιας παραγωγής μοσχαριού, περισσότερο από το 70% της παγκόσμιας παραγωγής πουλερικών και περισσότερο από το 80% της παραγωγής χοιρινού.
- Στις Η.Π.Α. περισσότερο από το 40% των παραγόμενων τροφίμων πετιέται στα σκουπίδια, με κόστος πάνω από εκατό δισεκατομμύρια δολάρια για την αμερικάνική κοινωνία. Υπολογίσθηκε ότι το 14% των τροφίμων που καταλήγουν στα σκουπίδια ενός νοικοκυριού βρίσκεται πακεταρισμένο και δεν έχει λήξει.
- Αν κάθε αμερικάνος μειώσει την κατανάλωση κρέατος κατά 5%, αν δηλαδή τρώει ένα πιάτο λιγότερο την εβδομάδα, τότε θα παραχθεί ποσότητα δημητριακών ικανή να θρέψει 25 εκατομμύρια ανθρώπους.
- Αν οι 670 εκατομμύρια τόνοι από την παγκόσμια παραγωγή δημητριακών που προορίζεται για ζωοτροφές μειώνονταν κατά 10%, τα περίσσια δημητριακά θα έφταναν για να θρέψουν 225 εκατομμύρια ανθρώπους.
- Τα προϊόντα αδυνατίσματος αντιπροσωπεύουν σήμερα στην Ευρώπη μια αγορά 100 δις δολαρίων, ποσό που ισοδυναμεί με το Ακαθάριστο Εθνικό Προϊόν του Μαρόκου.
- Πέντε πολυεθνικές ελέγχουν το 90% του παγκόσμιου εμπορίου δημητριακών. Μία πολυεθνική (Monsanto) ελέγχει το 91% των μεταλλαγμένων σπόρων στον κόσμο και έξι πολυεθνικές (BASF, Bayer, Dow, DuPont, Monsanto και Syngenta) ελέγχουν το 75-80% της παγκόσμιας αγοράς φυτοφαρμάκων. Το 1994 ο αντίστοιχος αριθμός εταιριών ανερχόταν στις δώδεκα.
- Η παγκόσμια κατανάλωση κρέατος καταστρέφει δάση σε ραγδαίο ρυθμό. Στην κεντρική Αμερική τα τελευταία σαράντα χρόνια, το 40% των τροπικών δασών έχει καταστραφεί ή καεί για να μετατραπεί σε βοσκοτόπια βοοειδών.
- 10.000 διαφορετικά είδη έχουν χρησιμοποιηθεί από ανθρώπους για την παραγωγή τροφής εδώ και 10.000 χρόνια. Σήμερα, μόνο 150 είδη τρέφουν την ανθρωπότητα και μόνο 12 είδη παρέχουν το 80% της θερμιδικής αξίας -το στάρι, το ρύζι, το καλαμπόκι και η πατάτα καλύπτουν το 60%.
Με αφορμή την ημέρα, δημοσιεύουμε παλαιότερη συνομιλία μας με τη διατροφολόγο-διαιτολόγο, απόφοιτη του «Χαροκόπειου» πανεπιστημίου Ειρήνη Τσιρλή.
Παχυσαρκία
Τις δύο διατροφικές μάστιγες της σύγχρονης εποχής, την παχυσαρκία από τη μια και τον υποσιτισμό από την άλλη, αναλύει η συνομιλήτριά μας.
«Από τα μέσα του 20ου αιώνα, η τεχνολογική και πολιτισμική ανάπτυξη υπήρξε ραγδαία και η ανησυχία για την επιβίωση λόγω έλλειψης βασικών αγαθών που χαρακτήριζε το πρώτο μισό του αντικαταστάθηκε από την κοινωνική ευημερία», λέει. «Σήμερα, η πλειονότητα των ανθρώπων διαθέτει τον μεγαλύτερο υλικό πλούτο συγκριτικά με οποιαδήποτε άλλη περίοδο και δυνατότητες πλήρους ικανοποίησης των θρεπτικών αναγκών του αυξανόμενου πληθυσμού του πλανήτη. Ωστόσο, η άγνοια, η ανεπαρκής εφαρμογή των κυβερνητικών προγραμμάτων και οι πόλεμοι έχουν οδηγήσει σε τεράστιες δυσαναλογίες ως προς τη διανομή των τροφίμων σε όλες τις χώρες. Επιπλέον, το παραδοσιακό εμπόριο των φυσικών, μη επεξεργασμένων πρώτων υλών μεταξύ αγρότη και καταναλωτή, αντικαθίσταται με ταχείς ρυθμούς από το εμπόριο βιομηχανοποιημένων, επεξεργασμένων τροφίμων, τα οποία είναι συχνά μικρότερης θρεπτικής αξίας εξαιτίας της υψηλής περιεκτικότητάς τους σε λίπος, ζάχαρη και αλάτι. Η υπερπαραγωγή τροφίμων σε συνδυασμό με την άνιση κατανομή τους σε όλες τις χώρες, έχει προκαλέσει διαταραχές σίτισης με δύο κύριες εκφάνσεις, τον υπερσιτισμό (παχυσαρκία) και τον υποσιτισμό (υποθρεψία)».
Αναφορικά με την παχυσαρκία, η Ειρήνη Τσιρλή σημειώνει ότι «πρόκειται για μια από τις συχνότερα εμφανιζόμενες ασθένειες στις αναπτυγμένες χώρες», προσθέτοντας: «Ακόμα όμως και στις αναπτυσσόμενες χώρες όπου παραδοσιακά ο υποσιτισμός θεωρείται το κυριότερο διατροφικό πρόβλημα, το ποσοστό των υπέρβαρων και παχύσαρκων ατόμων αυξάνεται με ανησυχητικούς ρυθμούς. Σύμφωνα με έρευνες, υπολογίζεται ότι υπάρχουν πάνω από ένα δισεκατομμύριο παχύσαρκοι παγκοσμίως. Ο υπερσιτισμός αναγνωρίζεται πια ως χρόνια νόσος, σχετιζόμενος με τον κίνδυνο θνησιμότητας, ενώ δεν εξαρτάται μόνο από την ποσότητα της τροφής που καταναλώνεται, αλλά κυρίως από την ποιότητά της και τον γενικότερο τρόπο ζωής. Η αφθονία αγαθών, ο υπερκαταναλωτισμός και η καθιστική ζωή, σε συνδυασμό με το άγχος και τις ευκολίες διαβίωσης που προσφέρει σήμερα η τεχνολογία, αυξάνουν σημαντικά τον αριθμό των παχύσαρκων ατόμων».
Μην παραλείποντας να αναφερθεί και στις ψυχοκοινωνικές διαστάσεις της παχυσαρκίας, η διατροφολόγος-διαιτολόγος κάνει λόγο για τις «πολιτισμικές αξίες που συνδέουν το όμορφο με το αδύνατο και το παχύσαρκο με το άσχημο», επισημαίνοντας ότι «στις σύγχρονες δυτικού τύπου κοινωνίες, τα παχύσαρκα άτομα βιώνουν προκατάληψη από τα υπόλοιπα μέλη της κοινωνίας, τόσο στις επαγγελματικές ευκαιρίες όσο και στις προσωπικές σχέσεις».
Υποσιτισμός
Μετά τα παραπάνω, εύλογα ο υποσιτισμός ή υποθρεψία χαρακτηρίζεται ως «το παράλογο αντίβαρο του υπερσιτισμού» από τη συνομιλήτριά μας που δίνει τον ορισμό του: «Η υποθρεψία αποτελεί κλινική διάγνωση που περιλαμβάνει αρκετά σύνδρομα, με κοινό σημείο αναφοράς την ανεπαρκή πρόσληψη βάρους στα παιδιά και την απίσχνανση στους ενήλικες. Προκύπτει δε από μειωμένη παροχή ενέργειας ή/και θρεπτικών συστατικών σε σχέση με τις ανάγκες του ατόμου».
Ως κυριότερες αιτίες υποσιτισμού αναφέρονται «το χαμηλό εισόδημα που δεν επιτρέπει την κατανάλωση βασικών διατροφικών ομάδων, την έλλειψη πρόσβασης στη γη ή τα μέσα για την εκμετάλλευσή της που αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι άνθρωποι στις υπό ανάπτυξη χώρες και το εμπάργκο που έχουν επιβάλει οι λεγόμενες “ισχυρές οικονομίες” σε πολλές αναπτυσσόμενες χώρες, με αποτέλεσμα την παρεμπόδιση δημιουργίας σύγχρονων βιομηχανιών γεωργίας και τροφίμων». Σύμφωνα με την Ειρήνη Τσιρλή, «η ανεπαρκής κατανάλωση τροφίμων έχει σοβαρές επιπτώσεις στην υγεία, ιδιαίτερα κατά την παιδική ηλικία όπου απαιτείται ισορροπημένη πρόσληψη θρεπτικών ουσιών για τη σωματική και πνευματική ανάπτυξη του ατόμου. Επιπρόσθετα, ο υποσιτισμός προκαλεί αύξηση της βρεφικής θνησιμότητας, εμφάνιση αναιμίας, αποδυνάμωση του ανοσοποιητικού συστήματος, ελλιπείς μαθησιακές ικανότητες κ.α. Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας υπολογίζει ότι δέκα έως δώδεκα εκατομμύρια παιδιά κάτω των πέντε ετών πεθαίνουν ετησίως στις αναπτυσσόμενες χώρες και για περισσότερους από τους μισούς θανάτους ευθύνεται άμεσα ή έμμεσα η υποθρεψία».
«Η οικονομική κρίση δεν συνεπάγεται λιγότερο υγιεινή διατροφή»
Περνώντας στις καθ’ ημάς καθημερινές συνθήκες, έτσι όπως διαμορφώνονται μετά και την οικονομική κρίση που πλήττει τη χώρα, εστιάζουμε στις πιθανές επιπτώσεις της στις διατροφικές συνήθειές μας.
«Δεν έχουμε πια χρήματα για πολύ φαγητό και άρα αδυνατίζουμε ή μήπως συμβαίνει το αντίθετο;» αναρωτιέται η συνομιλήτριά μας, για να απαντήσει: «Είναι φυσικό η διατροφή του κάθε ανθρώπου να επηρεάζεται από τις οικονομικές δυνατότητές του. Υπάρχει επίσης και η άνθηση που παρουσιάζουν σήμερα τα βιολογικά προϊόντα, κοστίζοντας ωστόσο πολύ περισσότερο απ’ ό,τι τα συμβατικής καλλιέργειας. Έτσι, κάποιος μπορεί να έχει μια διατροφή πολύ καλύτερη (υγιεινή) από κάποιον άλλο που λόγω οικονομικής στενότητας καταφεύγει σε φθηνότερες λύσεις. Αυτή όμως είναι η μία πλευρά του νομίσματος, αφού υπάρχει και η άλλη όπου η οικονομική άνεση δεν συνεπάγεται καλύτερης ποιότητας διατροφή. Κι αυτό γιατί πολλές φορές εκείνοι που μπορούν να διαθέσουν περισσότερα χρήματα στην καθημερινή διατροφή τους, τα σπαταλούν όχι σε καλύτερης ποιότητας προϊόντα αλλά σε συχνή κατανάλωση γευμάτων εκτός σπιτιού, που συνήθως είναι χαμηλότερης διατροφικής αξίας».
Η Ειρήνη Τσιρλή πιστεύει ότι «πρέπει να εκμεταλλευτούμε την κρίση προς όφελος της υγείας μας και να θέσουμε πλέον τις κατάλληλες προτεραιότητες στη διατροφή μας» και προτάσσει την ευεργεσία της περίφημης μεσογειακής διατροφής, λέγοντας: «Σήμερα που η χώρα μας βρίσκεται σε δύσκολη οικονομική κατάσταση, αλλά παράλληλα κατέχει πρωτιές σε ό,τι αφορά στα ποσοστά παχυσαρκίας, καρδιαγγειακών νοσημάτων και χρόνιων νοσημάτων που σχετίζονται με τις κακές διατροφικές συνήθειες, μάλλον έφτασε η ώρα να επιστρέψουμε πραγματικά στην ελληνική παραδοσιακή διατροφή. Όλοι γνωρίζουμε την ευεργετική αξία της μεσογειακής διατροφής, καθώς είναι πλέον και επιστημονικά αποδεδειγμένο ότι εκτός από την ευεργετική δράση στην καρδιά και την προστασία από τον καρκίνο, σχετίζεται και με την προστασία από τον σακχαρώδη διαβήτη και την παχυσαρκία. Βάση της μεσογειακής διατροφής αποτελούν τροφές όπως τα όσπρια, τα φρούτα και τα λαχανικά, που σίγουρα δεν επιβαρύνουν την τσέπη μας στο βαθμό που το κάνουν άλλα προϊόντα (έτοιμα και επεξεργασμένα γεύματα, γλυκίσματα, κόκκινο κρέας κ.α.) που χαρακτηρίζουν τον σύγχρονο τρόπο διατροφής. Ορίστε λοιπόν μια καλή ευκαιρία να μειώσουμε τη συχνή κατανάλωση κρέατος και τα πρόχειρα γεύματα και να θυμηθούμε τα όσπρια, την ελληνική χωριάτικη σαλάτα και τα λαδερά φαγητά. Η υψηλή θρεπτική αξία βρίσκεται τελικά σε τροφές με χαμηλό κόστος…».
Σημειώνοντας ότι «τώρα καλούμαστε να κάνουμε πιο λίγες κι επομένως πιο έξυπνες επιλογές, αφού με αυτό τον τρόπο κάνουμε οικονομία και ταυτόχρονα αποφεύγουμε πειρασμούς όπως σοκολάτες, μπισκότα, chips, που μόνο να μας παχύνουν μπορούν» η διαιτολόγος-διατροφολόγος καταλήγει λέγοντας: «Ας αντιμετωπίσουμε λοιπόν την οικονομική κρίση με καλύτερες διατροφικές επιλογές, μεγαλύτερη προσοχή στην αγορά τροφίμων, περισσότερα σπιτικά και οικογενειακά γεύματα και –εν τέλει- μεγαλύτερη οικονομία!».


