INDEXANTHI.GR
Πολιτισμός

Προδημοσίευση από τον Θωμά Κοροβίνη

Εκπαιδευτικό συνέδριο για τον Γεώργιο Βιζυηνό διοργανώνεται (12-15 Μαρτίου) στο «Ζωγράφειο» λύκειο της Κωνσταντινούπολης, με την παρουσία του Θωμά Κοροβίνη που θα διαβάσει τη νουβέλα «Το πρώτο φιλί – ένα απόγευμα του Γιωργάκη Βιζυηνού στο χαρέμι του Αβντουλμετζίτ». Βιβλίο που θα εκδοθεί στις αρχές του Μάρτη από τις εκδόσεις «Άγρα» σε συνεργασία με τις εκδόσεις «Ιστός» -που έχουν τη έδρα τους στο Καράκιοϊ της Πόλης) και απ’ όπου ο κ. Κοροβίνης μάς χαρίζει «ένα απόσπασμα για να πάρουμε μια γεύση»:

Μια χαρά τα περνούσε τώρα μέσα σ’ αυτή την μισότυφλη γωνίτσα, -που ήταν η κρυψώνα της Μπας χανούμης μα εκείνος δεν το ‘ξερε- χωρούσε και παραχωρούσε το κορμάκι του μικρού Γιωργή εκεί, απλωνόταν άνετα, με τεντωμένα τα πόδια του στην πολυθρόνα, κι ακόμη, καθώς έραβε, μπορούσε να ατενίζει όλο το θέατρο του μεγάλου δαερέ που φωτιζόταν όχι μόνο από τον κεντρικό πολυέλαιο με τα σαράντα κεριά αλλά κι απ’ τους πελώριους χάλκινους κηροστάτες που ήταν έξυπνα τοποθετημένοι σε επιλεγμένα σημεία στο δάπεδο, μα κι απ’ τις πολλές λογιώ-λογιώ πελώριες γυάλινες λάμπες που τις είχαν κρεμάσει ψηλά στους τοίχους ανά δέκα μέτρα ή τοποθετήσει χαμηλότερα σε ξυλόγλυπτες εταζέρες. Παρατηρούσε από κει μέσα τις οδαλίσκες που σχημάτιζαν μικρές παρέες, ανά δύο, ανά τρεις, κοιτιόνταν μεταξύ τους και κουτσομπόλευαν απροκάλυπτα, χαϊδεύονταν και τσιμπιούνταν επιδεικτικά, επιδίδονταν σε ατέρμονους γαργαλισμούς και σκανδαλιστικές διαχύσεις, λύνονταν κάθε τόσο απρόσμενα σε γέλια σπαρταριστά, ξελιγώνονταν από χάχανα ατέλειωτα, κι ύστερα σε μια στιγμή, σαν συνεννοημένες, ξεσπάθωναν σε νετελικάτους ή ξέφρενους χορευτικούς αυτοσχεδιασμούς με τζιλβέδες και καμώματα, ζωηρά παιχνιδίσματα του ματιού και λιμπιστικά τσαλίμια του κορμιού, αφήνοντας αραιά και που αναστεναγμούς ερωτικής πρόκλησης, ανακραυγάσματα ερωτικής δίψας και ανεκπλήρωτης ηδονής. Τα χανουμάκια ανταγωνίζονταν μεταξύ τους, ποιο θα επιδείξει τον πιο περίτεχνο ακκισμό, ποιο θα παρουσιάσει τα πλέον ασυναγώνιστα θέλγητρα, εκφράζοντας ηδυπαθώς το καθένα χωριστά και ταυτοχρόνως παράλληλα το απαύγασμα της γυναικείας φιλαρέσκειας, οδηγούμενα στο αποκορύφωμα του πιο ατίθασου ναρκισσεύματος. Κάποια έκρουε ζωηρά έναν νταγερέ, μια άλλη χτυπούσε ρυθμικά τα ζίλια, μια τρίτη έπαιζε περίτεχνα το λαούτο της, και το τέμπο γινόταν όλο και πιο γρήγορο, οι χοροί εκδηλώνονταν όλο και πιο λικνιστικοί, οι φωνές έβγαιναν εναγώνιες και λαχανιασμένες, τα σώματα έφταναν στο ζενίθ της έξαψής τους.

Κι έτσι, καθώς ένα ελαφρό αεράκι τρυπώνοντας απ’ τους ψηλούς φεγγίτες ανακάτευε τα μύρια αρώματα και τα βαριά πατσουλιά με τα οποία είχαν πασαλειφτεί σ’ όλο το κορμί, το πρόσωπο και τα μαλλιά τους οι χανούμισσες και τα ‘φερνε μεθυστικά ως τη μύτη του αγοριού, ένιωσε ο Γιωργής μιαν αποπνικτική ζάλη, σαν ελαφριά λιποθυμιά. Κι όπως τον συνεπήρε ο δαιμονικός αφροδισιακός χορός των σκλάβων γυναικών, ξεπλανεμένος, σκλάβος κι ο ίδιος μιας αναπάντεχης, παράξενης ευφροσύνης, βρέθηκε σ’ άλλον κόσμο και σ’ άλλον χρόνο, σε «πανηγύρι» Αναστενάρηδων, στα μέρη της πατρίδας του -να ‘ταν στο Κωστί, στο Μουσελίμ, στη Σαρακήνα ή στο Σαμάκοβο με τα πλούσια μεταλλεία; Κι είδε στη θέση των λαχταριστών κοριτσιών που συγκροτούσαν τον μουσικό θίασο, νεαρούς Θρακιώτες οργανοπαίχτες, τους εγγονούς του μυθικού Ορφέα, καθισμένους σε σκαμνιά, να παίζουν γκάιντα και αυλό, λύρα τρίχορδη και νταούλι με βίτσα, παραμονή του Αγίου Κωνσταντίνου –να ‘ταν επτά χρονών που τον πήρε ο παππούλης του, στις «χαρές» των πυροβατών, των Βάκχων-Χριστιανών; Κι είδε στη θέση των ορχουμένων χανουμισσών φρενιασμένους πιστούς με δύναμη υπερφυσική να πατούν τ’ αναμμένα κάρβουνα αλαλάζοντας και κρατώντας αγκαλιά τις εικόνες που κάθε τόσο τις σήκωναν ψηλά, όπως ο παπάς το Ευαγγέλιο στη λειτουργία, και αφήνοντας αραιά και που ένθεους αναστεναγμούς να διακατέχονται από μιαν αλλόκοτη δύναμη φτάνοντας σε οιστροπληξία! Και πλημμύρισαν τα μάτια του δάκρυα, όπως εκείνη τότε την φορά, καθώς βυθιζόταν στην αφοπλιστική σαγήνη της εικόνας που περνούσε από μπροστά του κι έκανε η καρδιά του ένα «κρακ», σα να ράγισε, κι είδε να τον καλούν οι πρόγονοί του μέσα απ’ το βάθος της εικόνας να ξυποληθεί και να «πατήσει» κι αυτός, να γίνει πυροβάτης, μύστης της ακαΐας, ενώ τον είχε συνεπάρει και τον είχε «σηκώσει», θαρρείς, στα σύννεφα, ο λυράρης καθώς ύψωνε την αρχαία του φωνή με ανεπιτήδευτο, ανατριχιαστικό σπαραγμό : «Ο Κωνσταντίνος ο μικρός, κι ο Μικροκωνσταντίνος…»!

Έβλεπε τώρα την Μπας χανούμη να ανασηκώνει ελαφρά κάθε τόσο τα βαρύτιμα αραχνοΰφαντα πέπλα που κάλυπταν το πρόσωπό της και με κοφτερή ματιά να επιθεωρεί διακριτικά όλη την ομάδα των γυναικών μήπως συμβεί κάτι ανεπίτρεπτο, κάτι απαγορευμένο απ’ τους απαράβατους κανόνες που είχε λάβει απ’ την βαλιντέ σουλτάνα για την σωστή λειτουργία του χαρεμιού.

Σεργιανούσε τον φοβερό και τρομερό, πανύψηλο, ευθυτενή και λεπτοφυή αγά του γυναικωνίτη, αυτό το αγαλματένιο ντερέκι, ο οποίος, παρά την φρικτή επέμβαση που είχε υποστεί στα μικράτα του με την βίαια αποκοπή των γεννητικών του οργάνων, διέθετε ακόμη ισχνά επιβιώματα αγλαούς αρρενωπότητας. Τι ασίκης θα γινόταν αυτός ο λυγερός και χαριτωμένος νέος, τι λεβέντης ασυναγώνιστος, αν δεν του κατέστρεφε την φύση του το μαχαίρι του δήμιου; συλλογίστηκε με θλίψη ο Γιωργής.

Τέλος από κει μέσα χάζευε τον εκθαμβωτικό διάκοσμο, την στρογγυλή χαβούζα με τα πολύχρωμα ψαράκια του γλυκού νερού, δυο βαλσαμωμένα αρσενικά παγώνια, μερικούς ωραιοπαθείς γάτους Αγκύρας, γκριζογάλανους με φουντωτές ουρές, έναν μικρό φιλντισένιο μπαγλαμά ακουμπισμένο σε χρυσοκέντητο μαξιλάρι, το μαρμάρινο τραπέζι όπου φιγουράριζαν τα σμαλτωμένα με ασήμι, φλιτζανάκια του καφέ, αγορασμένα απ’ τα ξακουστά κεραμοποιεία της Κιουτάχειας και της Νίκαιας, και τις βαριές κρυστάλλινες φρουτιέρες, ξέχειλες από ένα πολύχρωμο πλήθος από στρόγγυλα –και μόνον στρογγυλά- φρούτα, οπώρες και εσπεριδοειδή.

Έξαφνα η Μπας χανούμη χτύπησε επιτακτικά τρεις φορές τις παλάμες της και το δυνατό χειροκρότημα αντήχησε πολλαπλασιασμένο απ’ την μεγάλη σάλα σ’ όλους τους μικρότερους οντάδες. Σα να σκιάχτηκε λιγάκι ο Γιωργής. Μα δεν έτρεχε λόγος. Δέκα σκλάβες παρουσιάστηκαν στο λεπτό με κορμιά λυγισμένα απ’ το βάρος των ταψιών που κουβαλούσαν, μακρόστενες καπακωτές χάλκινες πιατέλες σε σχήμα γόνδολας ολόγιομες με εδέσματα κατάλληλα για αριστοκρατικό γεύμα λουκούλλειο, ατζέμ πιλάφια ψημένα σε αρνίσιο βούτυρο, αχνιστά κρέατα, κάθε λογής κεμπάπια, λαχματζούνια , ανατολίτικα κασέρια και τουλουμοτύρια, ξηρούς καρπούς και ρετσέλια . Όσο για πιοτό, πήγαιναν κι έρχονταν οι φιάλες με άφθονα κάθε λογής σερμπέτια. Ίχνος βέβαια ποτού οινοπνευματώδους δεν βρισκόταν μέσα στο σαράι, αλίμονο, αφού κατά το ιερό ποινικό δίκαιο των Οθωμανών η κατανάλωση οινοπνεύματος θεωρείται χαράμι , αμαρτία μεγάλη, συνήθεια που ταιριάζει μόνο στους «αμαρτωλούς» γκιαούρηδες.

Ευφραινόταν ο Γιωργής από μακριά χωρίς να τα λιγουρεύεται τα πλούσια μπερεκέτια. Του είχαν εξάλλου παραθέσει λίγο πριν προσφάι πολυτελέστατο, σ’ ένα αστραφτερό μπακιρένιο σινί, παστό σουτζούκι, δυο μελάτα αυγά, παστουρμαδόπιτα απ’ το Κάισερι κι από πάνω, εκμέκ κανταΐφι, χοσάφι , παγωμένο μποζά και καυτό σαλέπι με κανέλα. Η κοιλιά του ήταν χορτάτη, τα μάτια του ήταν που δε χόρταιναν εκπλήξεις και προπαντός το θέαμα της υπέρκομψης, επιβλητικής, αιθέριας, της απειρόκαλης Μπας χανούμης. Μα πως, αν και συνοφρυωμένη κι αγέλαστη, γέμιζε την ψυχή του ευφορία;

Το παλάτι εκείνο το διάστημα περνούσε περίοδο φιλελεύθερη, γιατί η βαλιδέ σουλτάνα, η Μπεζμηαλέμ, γυναίκα μορφωμένη και καλής ψυχής, επηρέαζε πολύ θετικά τον σουλτάνο και είχαν γίνει κάποια πρωτόγνωρα «ανοίγματα» στο σεράι. Όμως του Γιωργή, δεν του επιτρεπόταν να επιδείξει καμιά μορφή συναισθήματος, να εκδηλωθεί με εκφράσεις, χειρονομίες ή λόγια. Όλη εκείνη τη γλύκα που ρουφούσε απ’ την παρουσία της «αρχιευνοουμένης» έπρεπε να την καταπίνει χωρίς μιλιά, μην τυχόν και δώσει καμιάν αφορμή σ’ αυτόν τον απαγορευμένο χώρο. «Χαρέμ», του’ χε πει ο παππούλης του, θα πει «απαγορεύεται».

Έπειτα κι ένας άλλος φόβος είχε φωλιάσει στην άκρη της ψυχής του. Είχε πάρει το αυτί του πως οι σουλτάνοι συνήθιζαν να μοιράζονται τις ερωτικές τους δραστηριότητες, κατά την όρεξή τους, ανάμεσα στα κορίτσια και τ’ αγόρια, που εκείνα κατοικούσαν σε ιδιαίτερα διαμερίσματα πλάι στο χαρέμι, σ’ ένα χώρο ξεχωριστό που λεγόταν «εντερούν », κι έτρεμε μήπως τον αρπάξουν και τον φυλακίσουν εκεί μέσα κι από κει και πέρα έχει τη μοίρα των «ιτς ογλάν », που ζούσαν εσώκλειστα και τα εκπαίδευαν προκειμένου να αποκτήσουν αξιώματα στον στρατό και τις κρατικές υπηρεσίες.

Όμως οι πειρασμοί εκεί μέσα ήταν ατέλειωτοι! Τι πλούσιος διάκοσμος ήταν εκείνος του δαερέ, τι πολυτέλεια διέκρινε τα φορέματα των γυναικών! Όλα τ’ αγαθά της οικουμένης διέθετε το παλάτι του σουλτάνου σε αφθονία! Μόνο η ελευθερία ήταν λειψή ή ανύπαρκτη! Σουλτάνος είναι αυτός! Απόλυτος κύριος και δεσπότης των υπηκόων του. Έχει δικαίωμα του «δεσμείν και του λύειν»! Όμως πρέπει και να «φαίνεται»! Για το λούσο και για το χρήμα οι Οθωμανοί πουλιούνται και στο διάβολο! Πόσους δούλους έχεις υπηρέτες, πόσα άλογα στο στάβλο σου, πόσες κοπέλες στο χαρέμι σου; Ο αριθμός όλων αυτών, το πλήθος των κτήσεών σου, θεωρείται ένδειξη πλουτισμού και κοινωνικής ανωτερότητος. Κι ο σουλτάνος έπρεπε να υπερέχει όλων!

«Δεν τα θέλω εγώ τα πλούτη, φέρνουν αλαζονεία, αδικία και συμφορά!, συλλογιόταν ο Γιωργής. Κι όσο για τους πλούσιους, ένα έχω να πω, χρειάζονται μόνο οι «πεφωτισμένοι» πλούσιοι, να προστατεύουν τα γράμματα και τους εγγράμματους φτωχούς»!

 

Σχετικά άρθρα

Το θερινό ωράριο λειτουργίας αρχαιολογικών χώρων, μνημείων και μουσείων

Super User

Το πρόγραμμα εκδηλώσεων του φεστιβάλ “Cosmopolis 2017” στην Καβάλα

Super User

Μουσική παράσταση της Π.Α.Μ.-Θ.

Super User

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί cookies για να βελτιώσει την εμπειρία σας. Υποθέτουμε ότι είστε εντάξει με αυτό, αλλά μπορείτε να εξαιρεθείτε αν το επιθυμείτε. Αποδοχή Δείτε περισσότερα

Πολιτική απορρήτου και cookies